Categories: ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ο καλός Γερμανός δεν φοβάται την NSA

Οι Γερμανοί αντιμετωπίζουν τις εξελίξεις με τις παγκόσμιας κλίμακας παρακολουθήσεις της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA)  με ένα μείγμα φαταλισμού και αταραξίας. Το 76 τοις εκατό των Γερμανών δεν πιστεύουν οτι τα προσωπικά τους δεδομένα απειλούνται από τις μυστικές υπηρεσίες. Αυτό απέδειξε μια έρευνα της εταιρίας Allensbach για το εβδομαδιαίο έντυπο του Ντίσελντορφ  Wirtschaftswoche. Το 24 τοις εκατό των ερωτηθέντων δήλωσαν “πολύ ανήσυχοι”, 32 τοις εκατό λίγο ανήσυχοι και σχεδόν οι μισοί, 44 τοις εκατό, θεωρούν τη συγκεκριμένη ιστορία  “υπερεκτιμημένη”.

Ζήτησα από 4 Βερολινέζους φίλους μου να μου ξεδιπλώσουν ελεύθερα τις σκέψεις τους για το θέμα. Και να τι  μου εμπιστέυτηκαν.

Maximilian Trieder, 29 ετών, Tonmeister/μουσικός:

“Είναι ήδη πολύ αργά”

Η προσωπική μου ζωή είναι ένα από τα βασικά μου δικαιώματα. Το να πέφτει κανείς θύμα κατασκοπείας από την ίδια του την χώρα είναι αρκετά βαρύ (όπως για παράδειγμα συνέβη στην DDR Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία– και γενικά μετά το θέμα της παρακολούθησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων στην Γερμανία από το 1998), ωστόσο παίρνουν όλα δυστοπικές διαστάσεις, όταν κανείς σκεφτεί ότι μια ξένη χώρα κατέχει στην υποδομή της τόση μεγάλη δύναμη, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί άλλες χώρες.

Η σημασία και διάσταση του Διαδικτύου επεκτάθηκε τόσο γρήγορα, ώστε να μην υπάρχει χρόνος να σκεφτούμε για κινδύνους και τρόπους προστασίας από αυτούς. Τελικά είναι ήδη πολύ αργά. Από τη στιγμή που η εμπιστοσύνη των πολιτών έχει χαθεί, δεν θα μπορέσει να ανακτηθεί ποτέ ξανά. Είμαι ανυπόμονος να δω, πώς θα συμπεριφερθεί η Γερμανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση στα επόμενα χρόνια για να συγκρατήσει τη βουλιμία που έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για πληροφορίες. Η απαίτηση από την πλευρά της Γερμανίας για σεβασμό της προσωπικής ζωής και της προστασίας δεδομένων, μου φαίνονται σαν την απόπειρα να φορέσουμε ενα φίμωτρο σε έναν δεινόσαυρο.

Mari Bernhardt , 44 ετών, Καθηγήτρια ξένων γλωσσών/Συγγραφέας:

“Βρίσκω γελοίο το ότι παρακολουθείται η Μέρκελ”

Τις πρώτες μέρες είχα την ανάγκη να απενεργοποιήσω το κινητό, να μην ανοίξω πλέον τον υπολογιστή, τέλος πάντων όλα να τα σβήσω, να βγάλω την μπαταρία…

Ναι, είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα η αίσθηση ενός διαφανούς ανθρώπου, του οποίου κάθε κίνηση, κάθε διάθεση, κάθε ενδιαφέρον, επαφή και ούτω καθεξής γίνεται αντιληπτή.

Αλλά πάνω από όλα αναλογίζομαι πώς είναι όταν κάποιος εργάζεται ως δημοσιογράφος (πλέον δεν εργάζομαι ως δημοσιογράφος, όμως το έκανα στο παρελθόν και ερεύνησα δύσκολα θέματα, με τα οποία ασκείτο κριτική στην κυβέρνηση ή τέλος πάντων σε αυτούς που κυβερνούν). Και ναι, είναι σημαντικό ο Τύπος, η Τέταρτη Εξουσία, να ασκείται σε  μια ελεύθερη Δημοκρατία, όπου δηλαδή γενικά κάθε άνθρωπος πρέπει πρώτα να έχει το δικαίωμα να μην παρακολουθείται. Είναι μια ελευθερία της Δημοκρατίας, την οποία μας στερούν.

Από την άλλη μου είναι αδιάφορο εάν αυτοί είναι Αμερικάνοι. Εννοώ δηλαδή πως δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους Αμερικάνους, κανένα μεγαλύτερο πρόβλημα από αυτό που έχω με το δικό μου περιβάλλον, με τη κυβέρνηση μας ή με την πραγματικότητα γύρω μου. Βρίσκω ακόμη πιο ανησυχητικό το γεγονός ότι, όποτε το χρειασθεί, μπορεί και η γερμανική υπηρεσία πληροφοριών (BND) να ανατρέξει σε αυτές τις πληροφορίες, και ποιος ξέρει σε πόσα άλλα…

Κατόπιν, πολύ γρήγορα, έρχεται η σκέψη ότι εντάξει, δεν έχω τίποτα να κρύψω, δεν κάνω τίποτα που δεν είναι σωστό, εννοώ δεν είμαι τρομοκράτης, απεχθάνομαι τη βία κτλ. Δεν είμαι καθόλου υπέρ των θεωριών συνωμοσίας, αλλά υπάρχει πάντα εκείνο το θέμα, ότι με ένα λάθος, μπορείς χωρίς να το καταλάβεις να μπεις στο στόχαστρό τους.

Τέλος πάντων, θεωρώ απαίσιο το γεγονός, ότι εάν κάνεις κάτι εναντίον του συστήματος, ή ασκείς απλά κριτική, μπορεί να αρχίσουν ξαφνικά να σε παρακολουθούν. Έμαθα πρόσφατα μια ιστορία ενός φίλου, ο οποίος είχε κάπως σχέση με κάποιον που δούλευε με τους Wikileaks ή απλά συνεργαζόταν με κάποιον που συνεργαζόταν με τους Wikileaks και του απαγόρευσαν την είσοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Του φίλου όπως είπα! Αν είναι δυνατόν!!!!

Το γεγονός ότι η κυρία Μέρκελ παρακολουθείται είναι για μένα περισσότερο διασκεδαστικό από σκανδαλώδες. Αφού δεν είναι και καμιά εχθρός των Αμερικανών!.. Σ΄αυτό το πολιτικό επίπεδο πρέπει να πω πως δε με ενοχλεί καθόλου λοιπόν. Διακρίνω το γελοίο σ’ αυτό, το περίεργο και το ντροπιαστικό. Και σκέφτομαι πιο πολύ- ποια δύναμη θέλει ακριβώς  να ανατρέψει o Ομπάμα; Όταν όμως υποκλέπτονται για παράδειγμα προσωπικά δεδομένα το θεωρώ σκάνδαλο, γιατί δείχνει πόσο περιορισμένη είναι τελικά η ελευθερία των ανθρώπων.

Wolfgang Siesing, 32 ετών, Φωτογράφος:

“Να γίνουμε πιο θορυβώδεις”

Νιώθω σφραγισμένος από το Zonenrandgebiet, μιας λωρίδας γης που ανήκε βέβαια στην Δυτική Γερμανία, αλλά ήταν κολλημένη μέσα στην DDR, 20 χιλιόμετρα από τα σύνορα. Οι συγγενείς μου ζούσαν στην άλλη πλευρά του τείχους.

Μπορούσα να τους επισκεφτώ πληρώνοντας είσοδο 15 μάρκα τη μέρα, εκείνοι απέκτησαν αυτήν τη δυνατότητα όταν πλέον πέρασαν στην σύνταξη.

Κατά τις επισκέψεις μου εκεί, αντιλαμβανόμουν, στις γιορτές που κάναμε, δύο διαφορετικούς “μελωδικούς” ρυθμούς. Μέσα σε σίγουρο περιβάλλον, σε μικρά γλέντια σε στενούς κύκλους, όλοι τραγουδούσαν δυνατά και πίναν πολύ, όταν όμως τηλεφωνούσαν εκπρόσωποι από κάποιο σύλλογο ή από την δουλειά για να ευχηθούν, όλοι διάλεγαν μία άλλη τονική κλίμακα. Εμείς, δηλαδή εγώ και οι γονείς μου, που ήμασταν επισκέπτες από τη Δύση, δεν το κάναμε ποτέ θέμα. Δεν θέλαμε να προσβάλουμε τους δίπλα μας χωρίς κανένα λόγο, ωστόσο ήταν πασιφανές, ότι όλοι συμπεριφέρονταν προσεκτικά απέναντι σε ορισμένους εκπροσώπους της κοινότητας.

Το τηλέφωνο ήταν μία από αυτές τις συσκευές που είτε σε έφερνε κοντά σε φίλους,ή έφερνε κοντά σου τους εκπροσώπους της κρατικής εξουσίας. Η φωνή ήταν προσεκτική με άτομα τα οποία δε μπορούσε άμεσα κανείς να κατατάξει πολιτικά, καθώς επίσης και με άτομα, τα οποία είχε γνωρίσει κανείς τυχαία.

Κάποια στιγμή  έγινε  κατανοητό οτι όχι μόνο υπήρχαν δύο γερμανικά κράτη, αλλά ένας εσωτερικός και ένας εξωτερικός κόσμος στις συνομιλίες και στη ζωή. Υπήρχαν όλο και περισσότεροι γνωστοί, οι οποίοι σε στενούς κύκλους έλεγαν καθαρά, ότι δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία υπό συνθήκες παρακολούθησης. Συμφωνούσαμε φυσικά μαζί τους, αλλά ήταν και από την άλλη εύκολο όταν κανείς δεν χρειαζόταν να περιμένει άμεσα διώξεις.

Οι άλλοι εξηγούσαν την Biedermeierzeit (με αυτόν τον όρο περιγράφεται η εποχή της Παλινόρθωσης, όταν οι Μονάρχες μετά την Μάχη της Λειψίας το 1813 πήραν πίσω την εξουσία από το Λαό) σαν τον Ιδανικό τους. Οι άνθρωποι ζούσαν όλο και πιο απομονωμένοι και πίστευαν πως κάποιος θα ήταν ευτυχισμένος μόνο αν δεν θα είχε να κρύψει τίποτα όταν χαφιέδες της Παλινόρθωσης εξέταζαν την αλληλογραφία τους. Και έτσι κλείνει με τρομακτικό τρόπο αυτός ο κύκλος εδώ και σήμερα χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Διανύουμε σήμερα τον κίνδυνο να κλειστούμε πνευματικά πάλι πίσω στο ίδιο σύστημα της εποχής Biedermeierzeit.

“Δεν έχω να κρύψω τίποτα. Δεν έχω λοιπόν τίποτα να φοβηθώ! Δεν με απειλεί καθόλου κανένας κίνδυνος εάν οι Αμερικάνοι ή οι Άγγλοι έχουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε προσωπικά μου στοιχεία. Εμένα δε θα με αγγίξει!”

Χαίρω πολύ! Αυτό είναι το Άσμα Ασμάτων του Αποτυχημένου. Θέλω να έχω μυστικά, θέλω μόνο για μένα να κρύβω αυτά μου τα μυστικά στον δικό μου μικρό πλακούντα της Ιδεολογίας μου. Εκεί υπάρχει κάτι που κανέναν δεν τον ενδιαφέρει, αυτή είναι για μένα η έννοια της Ελευθερίας. Όποιος διακηρύσσει ότι δεν έχει τίποτα να κρύψει, έχει χάσει ήδη. Ακριβώς όπως κάποιος ο οποίος στέκεται μπροστά από μια υπαρξιακή απόφαση και δεν είναι έτοιμος να πολεμήσει γι’ αυτή. Χωρίς μυστικά δεν υπάρχει ΕΓΩ.

Τι μένει πια να κάνει κανείς από το να αποχαιρετήσει τα social media, να φυτεύει λουλούδια και να γίνει αυστηρά χορτοφάγος;

Όχι φυσικά όχι, τότε θα κέρδιζε ο Biedermeier. Ακριβώς το αντίθετο- να γίνουμε πιο θορυβώδεις και να ξυριζόμαστε στεγνοί, γιατί πρέπει κανείς υποχρεωτικά να κοιτάει τον καθρέφτη όταν έχει το μαχαίρι στο λαιμό.

Anna von Schrottenberg, ετών 35, Ηθοποιός / Τραγουδίστρια

“Ψάχνω απαντήσεις”

Η άποψη μου για την υπόθεση της NSA. Οι ερωτήσεις μου για την υπόθεση της NSA. Είμαι ηθοποιός. Στο επάγγελμα μου παίζω διαφορετικούς ρόλους. Θα ήθελα τους ρόλους αυτούς να τους παίξω σε σχέση με την προσωπικότητά μου. Όταν διαβάζω ένα κείμενο, το οποίο πρέπει να απαγγείλω, ρωτάω τον εαυτό μου: τι σχέση έχει το περιεχόμενο του με εμένα; πού υπάρχουν αναλογίες ή απηχήσεις; Κάποτε είχα παίξει μια μητέρα, η οποία είχε κακοποιήσει το παιδί της. Αυτό μου είχε φανεί αρχικά αδιανόητο. Μετά καταπιάστηκα με το ρόλο και παρατήρησα: Αχα, αυτή η γυναίκα έχει μεγάλο πόνο και ένα μεγάλο μηχανισμό εκτόπισης. Το φαινόμενο “μηχανισμός εκτόπισης” το ξέρω. Φυσικά σε μικρότερο βαθμό και όχι στο ίδιο πεδίο. Όσο απαίσια ήταν αυτή η γυναίκα, τόσο πιο δύσκολο ήταν να παίξω αυτό το ρόλο: βρήκα αναλογίες. Και βρήκα συμπόνια. Τώρα όμως με ρωτάτε: τι νιώθεις για την υπόθεση των υποκλοπών; φυσικά και το βρίσκω απαίσιο και σκανδαλώδες! ‘Επειτα ρωτώ εμένα: τι οδηγεί κάποιον να γίνεται ρουφιάνος; ίσως η μανία για δύναμη. Τι οδηγεί στη μανία για δύναμη; ίσως ο φόβος. Φόβος μπροστά σε τι; ίσως φόβος μπροστά στην αδυναμία. Ίσως φόβος του να είσαι απλά ένα “μέρος “του κόσμου και όχι ο κυρίαρχος. Αχα! Και τι έχει αυτό να κάνει με μένα; Βρίσκω αναλογίες; Σε ποιους τομείς της ζωής μου θέλω να ασκήσω δύναμη ή έλεγχο; Τι φοβάμαι; Ψάχνω απαντήσεις και ρωτάω εσένα.

Διαβάζω στην εφημερίδα τώρα “χωρίς την Αμερική δε θα κυλούσε τίποτα εδώ”. Και εξηγεί κάποιος γουστόζικα οτι αυτό που έμαθαν οι Γερμανοί ουσιαστικά από αυτή την υπόθεση των υποκλοπών ειναι οτι τα Αμερικανάκια θα πρέπει πάλι να τα τακτοποιήσουν όλα. Έχουν συνηθίσει έτσι κι αλλιώς να τους τα φέρνουν οι Αμερικάνοι όλα στα πόδια.

Sissi Rada

Share
Published by
Sissi Rada