Categories: ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Το 2020 θα πέσει κατακόρυφα το βιοτικό μας επίπεδο και το 2040 καταστρεφόμαστε

Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει αδιαμφισβήτητα καλλιεργήσει μία εμμονή με το τέλος του κόσμου. Ακόμα και ο Νεύτωνας είχε προβλέψει, στο μακρινό 1704, ότι το τέλος του κόσμου θα ερχόταν κάπου κοντά στο 2060, σύμφωνα με μαθηματικούς υπολογισμούς που βασίζονταν στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Ήταν ζήτημα χρόνου μέχρι οι υπολογιστές να δώσουν τη δική τους απάντηση.

Τη δεκαετία του ’70, αναπτύχθηκε στο MIT ένα πρόγραμμα που ονομάστηκε  World One. Σκοπός του ήταν να αναπτύξει ένα μοντέλο βιωσιμότητας, συνυπολογίζοντας τάσεις στα επίπεδα μόλυνσης, την πληθυσμιακή αύξηση, το σύνολο των φυσικών πόρων και την ποιότητα ζωής. Αντ’ αυτού, πραγματοποίησε μία μακάβρια πρόβλεψη, την οποία επανέφερε στη δημοσίοτητα το αυστραλιανό δίκτυο ABC: το τέλος του κόσμου βρίσκεται λιγότερο από 20 χρόνια μακριά.

Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα που σχεδίασε ο Jay Forrester για λογαριασμό της Λέσχης της Ρώμης προέβλεψε το «τέλος της ανεπτυγμένης ζωής όπως την γνωρίζουμε» μέχρι το 2040, αφού ο πλανήτης δεν θα μπορεί να υποστηρίξει τα επίπεδα της πληθυσμιακής και της βιομηχανίας, κάτι που συνάδει περίπου με τις προβλέψεις του περσινού πορίσματος των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον.

Μέχρι να γίνει αυτό, όμως, βρισκόμαστε μόλις ένα χρόνο μακριά από τη χρονιά που το πρόγραμμα προέβλεψε μία δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου – στο μηδέν. To 2020 η μόλυνση υπολογίζεται ότι θα αγγίξει τόσο δραματικά επίπεδα που θα οδηγήσει στη μείωση του πληθυσμού σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα του 1900.

Χίλια πεντακόσια άτομα ταξίδεψαν φέτος με τα ιδιωτικά τους τζετ στο Νταβός για να ακούσουν τον David Attenborough να μιλάει για την κλιματική αλλαγή. Εκεί ήταν που, σε ένα βίντεο που έγινε γρήγορα viral, ο Ολλανδός ιστορικός Rutger Bregman υπέδειξε τον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον οποίο όλοι αγνοούσαν επιδεικτικά: οι φόροι. Συγκεκριμένα, οι φόροι που οι πλουσιότεροι δεν πληρώνουν.

Η δριμεία κριτική του μπορεί να φαντάζει ριζοσπαστική, αλλά ο Bregman δεν οραματίζεται κάποια σοσιαλιστική ουτοπία. «Όλο αυτό είναι για τη σωτηρία του καπιταλισμού», λέει. «Κατά τη χρυσή περίοδο [του καπιταλισμού, αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο], επιβάλλονταν πολύ υψηλότεροι φόροι στον πλούτο, την ιδιοκτησία, την κληρονομιά και τα υψηλά εισοδήματα. Αυτό χρειαζόμαστε και σήμερα για να εξημερώσουμε το τέρας που αποκαλούμε καπιταλισμό».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Είναι τελικά κανόνας η απληστία, η απόκτηση πρόσκαιρου κέρδους σε βάρος της βιωσιμότητας; Στην πραγματικότητα, η κλιματική κρίση αλλά και η διαχείρισή της παίζουν ρόλο, και μάλιστα σημαντικό, στην οικονομία. Στο βιβλίο του «Ουτοπία για Ρεαλιστές», ο Bregman γράφει: «Η περιβαλλοντική ρύπανση κάνει διπλή δουλειά: Μία εταιρεία φτιάχνει ένα ρυπογόνο εργοστάσιο στρογγυλεύοντας καταστάσεις, ενώ μία άλλη πληρώνεται για να καθαρίσει τους ρύπους. Αντίθετα, ένα αιωνόβιο δέντρο δεν υπολογίζεται παρά μόνο όταν το κόψεις και το πουλήσεις για ξύλα».

Με αυτή τη διαπίστωση φαίνεται να συμφωνούν μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον κόσμο, αφού στις αναφορές που υπέβαλαν στην μη κερδοσκοπική οργάνωση CDP σχετικά με τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο της δραστηριότητάς τους αναφέρουν πως η κλιματική αλλαγή μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για τα προϊόντα τους. Η Apple, για παράδειγμα, προβλέπει ότι, χάρη στις λειτουργίες του, το iPhone θα καταστεί απαραίτητο αγαθό σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, ενώ η άνοδος της θερμοκρασίας μεταφράζεται σε κέρδη από τις αγορές κλιματιστικών και ανεμιστήρων για την αλυσίδα οικιακών σκευών Home Depot. Επιχειρηματικές ευκαιρίες εντοπίζονται στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, από την εξάπλωση των υδατογενών ασθενειών για τον φαρμακευτικό τομέα μέχρι τις υλικές καταστροφές εξαιτίας των ακραίων καιρικών φαινομένων για τον κατασκευαστικό.

Χρειαζόμαστε άραγε ένα πρόγραμμα από το 1973 για να μας πει ότι το παγκόσμιο βιοτικό επίπεδο θα βαλτώσει το 2020, εφόσον ακόμα και οι πυλώνες τις παγκόσμιας οικονομίας φαίνεται να έχουν στοιχηματίσει σε αυτό; Οι αποδείξεις του δυστοπικού μέλλοντος που υπόσχεται το World One είναι εδώ και χρόνια απτές. Ήδη υπολογίζεται πως επτά εκατομμύρια θάνατοι τον χρόνο αποδίδονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση ενώ οι ανθρώπινες απώλειες από καταστροφές που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή ανάγονται στις εξήντα χιλιάδες ανά έτος, ειδικά στον αναπτυσσόμενο κόσμο, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO).

Ισχύει τελικά πώς ό,τι σπέρνουμε, θερίζουμε; Εκτός από τον Bregman, στο Davos μίλησε και η δεκαεξάχρονη Σουηδή ακτιβίστρια Greta Thunberg: «Κάποιοι λένε ότι η κλιματική κρίση είναι κάτι που εμείς θα έχουμε δημιουργήσει, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί αν όλοι είναι ένοχοι τότε κανένας δεν είναι υπόλογος. Κάποιοι άνθρωποι, κάποιες εταιρείες, κάποιοι που λαμβάνουν αποφάσεις ήξεραν ακριβώς τι ανεκτίμητες αξίες θα θυσίαζαν για να συνεχίσουν να βγάζουν αφάνταστες ποσότητες χρημάτων. Και πιστεύω ότι πολλοί από εσάς σήμερα ανήκουν σε αυτή την ομάδα ανθρώπων». 

Η απόδοση ευθύνης στην ανθρώπινη δραστηριότητα εν γένει αγνοεί αυτό για το οποίο πασχίζουν να μιλήσουν οι Bregman και Thunberg. Και λέω «πασχίζουν», γιατί, παρά το γεγονός ότι τους δόθηκε η πλατφόρμα να μιλήσουν σε ένα από τα μεγαλύτερα φόρα του κόσμου (και να επιδοκιμαστούν για αυτό), η ουσία των λεγομένων τους μάλλον απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων, όσα χειροκροτήματα και να λάβουν. 

Μπορεί η γενική και αόριστη κριτική στην ανισότητα να είναι της μόδας τελευταία, ωστόσο δεν υπάρχει ουσιαστικό κίνητρο για την αντιμετώπισή της – τουλάχιστον σε επίπεδο που αυτή δεν αποφέρει ξεκάθαρα και άμεσα κέρδη. Είναι αρκετά πιο εύκολο να κατηγορηθεί συλλήβδην το ανθρώπινο είδος για το υπό διάλυση βιοτικό του επίπεδο, του οποίου η καταρράκωση, ας είμαστε ειλικρινείς, αποτελεί προϊόν της δραστηριότητας λίγων. Είναι σίγουρα ενθαρρυντικό να βλέπουμε προσωπικότητες με κύρος και επιρροή να διάκεινται ανοιχτά υπέρ της οικολογίας και της βιωσιμότητας. Η βιωσιμότητα όμως δεν είναι απλώς τα καλαμάκια πολλαπλής χρήσης και η απαγόρευση της πλαστικής σακούλας. Το πρόβλημα είναι ότι η πλειοψηφία των πόρων καταναλώνεται από μία μικρή μερίδα, η οποία πλέον έχει και το βασικό λόγο σε αυτές τις συζητήσεις, είτε πρόκειται για άτομα, είτε για επιχειρήσεις, είτε για κράτη.

Εάν μία έφηβη σε μία από τις πλουσιότερες και πιο προνομιούχες χώρες στον κόσμο μας καλεί να πανικοβληθούμε, γιατί λοιπόν εξακολουθούμε να παραμένουμε αδρανείς; Γιατί η επαναλαμβανόμενη υπενθύμιση ότι «το σπίτι μας καίγεται» δεν μας αγγίζει;

Ίσως τελικά σε ένα παρόν υφέρποντος φασισμού, διογκούμενης ανισότητας σε όλα τα επίπεδα και βαθιάς αβεβαιότητας, το οποίο μοιάζει ήδη ζοφερό, δεν προκαλεί πλέον εντύπωση σε κανέναν ένα αβίωτο μέλλον. Ένα ξεθαμμένο πρόγραμμα πέντε δεκαετιών απλώς δεν έχει τίποτα καινούργιο να μας πει.

Ελένη Μαραγκού