Ο ουρανός έσκυβε ταπεινός πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών την κρύα αυτή Δευτέρα του Μάρτη που περιμέναμε τον λογοτέχνη, ποιητή και συλλέκτη Μίμη Χριστοφιλάκη στην πλατεία Καισαριανής, εκεί όπου έχει πια θεσμοθετήσει μια άτυπη Εκκλησία του Δήμου. Καταφθάνει φουριόζος, ντυμένος κομψά όπως πάντοτε, κρατώντας μια πλαστική σακούλα. Πριν καν παραγγείλει «το γνωστό», αρχίζει να βγάζει από αυτή τους νέους του θησαυρούς.
Τους απιθώνει μπροστά μας στο τραπεζάκι με τον ενθουσιασμό του παιδιού που μάζευε κάποτε τα χαρτάκια απ’ τις καραμέλες στην κατασκήνωση της βασίλισσας. (Διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος της συζήτησης με τον Μίμη Χριστοφιλάκη) Κάπως έτσι, βρισκόμαστε να ταξιδεύουμε στην Άπω Ανατολή επάνω στο πορσελάνινο λιοντάρι που κοσμεί μια κινεζική σφραγίδα. Από εκεί, προσγειωνόμαστε απότομα στο αλβανικό μέτωπο, ακολουθώντας τον χάρτη με τις συντεταγμένες, κι αφουγκραζόμαστε τους καημούς ενός αξιωματικού που ο πόλεμος του άρπαξε τον έρωτα απ’ τα χέρια στέλνοντάς τον ν’ αναμετρηθεί με βόλια και κρυοπαγήματα – και γράφει στην αγαπημένη του.
Πρωινά ευρήματα του κ. Χριστοφιλάκη, ανάμεσά τους επιστολή αξιωματικού του αλβανικού μετώπου στην αγαπημένη του, 14.11.1941: «Έχω στείλει τρία γράμματα, κι απάντηση δεν έχω λάβει», της γράφει με καημό.
Το πιο σπουδαίο εύρημα όμως, του το έφεραν νωρίτερα το πρωί. «Βρήκα κάτι που ψάχνουν όλοι οι συλλέκτες μετά μανίας. Είναι η Έκθεση Καθενιώτη [σ.σ. 1942, του στρατηγού Δημήτρη Καθενιώτη], η εξαφανισμένη. Για τις ευθύνες του Μεταξά και του Παπάγου στον πόλεμο του ’40-41, μια έκθεση συντριπτική, την ψάχνουν όλοι οι στρατιωτικοί. Θεωρείται εξαφανισμένη. Κι εγώ την έφερα». Μέσα γράφει «πώς ο Παπάγος διηύθυνε τον πόλεμο από τα υπόγεια του Μεγάλη Βρετάνια» – κρυμμένος, δηλαδή.
Το σπουδαίο εύρημα του κ. Χριστοφιλάκη, η εξαφανισμένη Έκθεση του Πολέμου της Ελλάδος 1940-1941 του στρατηγού Δημήτρη Καθενιώτη, από το 1942. Η Έκθεση Καθενιώτη αναλύει τις ευθύνες Μεταξά και Παπάγου για τον πόλεμο του ’40-’41. Ο Παπάγος φαίνεται πως διηύθυνε τον πόλεμο από… τα υπόγεια του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια. «Έχει κι έναν χάρτη μέσα αυθεντικό, σχεδιάγραμμα της έναρξης του πολέμου στην Αλβανία».
Τα μάτια του Μίμη Χριστοφιλάκη πετούν σπίθες πίσω από τα γυαλιά του, ενώ η γραβάτα του με παραστάσεις αθλητών του ιππικού πόλο φλερτάρει τους θησαυρούς πάνω στο τραπέζι. «Έχει κι έναν χάρτη μέσα αυθεντικό, σχεδιάγραμμα της έναρξης του πολέμου στην Αλβανία».
Το θέμα της Κατοχής και του Εμφυλίου «είναι η ψυχή μου, δεν στο κρύβω», λέει ο κ. Χριστοφιλάκης. Παρόλο που μεγάλωσε με αφηγήσεις για τη λευκή τρομοκρατία κατά τον Εμφύλιο στο χωριό του, τις Κροκεές Λακωνίας, δεν υπήρξε ποτέ εμπαθής. «Η προσέγγιση μου είναι συναισθηματική, δεν είναι ιδεολογική. Ιδεολογικά είμαι στην αριστερά. Αλλά έχω συναίσθημα για τους ανθρώπους που υπόφεραν». Αναγνωρίζει ρωγμές σε όλους, ακόμα και στους «εχθρούς».
«Μόνο πότε είχα μια απίστευτη εμπάθεια; Επί Χούντας. Και τα επτά χρόνια, από το πρωί μέχρι το βράδυ, σκεφτόμουν τι θα κάνω για να βλάψω το καθεστώς της Χούντας», λέει.
«Όταν έγινε η Χούντα, την επόμενη μέρα το πρωί είδα να συλλαμβάνουν έναν γείτονά μου. Ήμουν 18 χρονών, τελευταία τάξη του Γυμνασίου. Αυτός ο γείτονας είχε επιστρέψει από τη Μακρόνησο και την Ικαρία το ’59-’60 κι η μάνα μου τότε τον είχε φιλήσει, λέγοντάς του “Καλωσόρισες Γιώργο μου”. Από τις δύο άλλες γυναίκες που είχαν συλλάβει τους άντρες τους και τους πήγαιναν στη Γυάρο, η μία έκλαιγε – και της λέει η άλλη, “τι κλαις, εγκληματίες είναι; Πολιτικοί κρατούμενοι είναι”».
Ένα εισιτήριο λεωφορείου του 1973.
Όταν ο Μίμης Χριστοφιλάκης ήρθε στην Αθήνα φοιτητής στην Πάντειο – έπειτα στη Νομική, τον έπιασαν τις πρώτες μέρες, έφαγε ξύλο και τον άφησαν. Γιατί ήταν στη νεολαία Λαμπράκη. Μετά, «όποιος κι αν με έβρισκε και μου πρότεινε να οργανωθώ, ό,τι και να ήταν, θα δεχόμουν. Και με βρήκε το ΚΚΕ». Μπήκε στο ΠΑΜ το 1970, μετά στην ΚΝΕ και την Πανσπουδαστική. Τον συνέλαβαν ως ύποπτο για τη βόμβα στο άγαλμα του Τρούμαν. «Ξύλο και κλοτσιές. Δεν έχω ιδέα, τους έλεγα. Τελικά, με άφησαν. Από το 1972 και μετά άρχισαν οι συλλήψεις. Οχτώ-δέκα φορές με πιάσανε. Η μάνα μου η κακομοίρα είχε αγανακτήσει. Μου έλεγε “θα σε καταραστώ. Θα πάρεις στο λαιμό σου και τα άλλα σου αδέρφια”. Εν τω μεταξύ ο μεγάλος μου αδελφός είχε κι αυτός οργανωθεί. Δεν το ήξερε».
»Μια φορά που με πιάσανε, της λέω μη βγεις έξω και με κοιτάζεις και κλαις και συγκινηθείς. Και μόλις με έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο για να με πάνε στη Μεσογείων, γυρίζω πίσω και τη βλέπω εκεί που έκλαιγε στην πόρτα. Και μετά έβαλε στη σκάφη κάποια χαρτιά παράνομα, Ριζοσπάστη, Οδηγητή, κάτι προκηρύξεις, και τα ζύμωσε και τα πέταξε σαν λίπασμα στον κήπο».
Αγνώστου ημερομηνίας.
Μια μάνα περασμένη απ’ τη φωτιά της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με ακλόνητη όμως ταξική συνείδηση. «“Μάνα, τι θα ψηφίσεις;” τη ρωτούσα. “Δεν ψηφίζω με το βόηθα με, φτωχέ, να μη σου μοιάσω”, έλεγε. Ό,τι ψηφίζουν δηλαδή οι πλούσιοι, δεν το ψηφίζω».
Στο Πολυτεχνείο δεν ήταν, γιατί του έκοψαν την αναβολή και τον στράτευσαν νωρίτερα, το ’73 – λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Νομικής, στην οποία συμμετείχε. «Εκεί ήμουν, πάνω στην ταράτσα. Και στην απέναντι ταράτσα είχε ανεβεί ο Παντελής Βούλγαρης και μας πετούσε πορτοκάλια και σωληνάρια με βιταμίνες».
Μόλις έπεσε η Χούντα, τον έφεραν από το κόμμα στην Καισαριανή. Ήταν ο πρώτος γραμματέας της ΚΝΕ στη συνοικία. Δεν μακροημέρευσε όμως. Ανέπτυξε έντονα κριτική στάση και συνυπέγραψε το 1978 το Κείμενο των 400, που οδήγησε στη διαγραφή τους.
Χούντα, χιουμοριστικό πόστερ. 25 Νοεμβρίου 1973, ο κ. Χριστοφιλάκης είναι στον στρατό γιατί του είχαν κόψει την αναβολή.
«Πέρα από τις κατηγορίες για φραξιονισμό, για αντισοβιετισμό, για υπονόμευση της καθοδήγησης, κατηγορήθηκα κιόλας ότι τα είχα φτιάξει με δύο συντρόφισσες ταυτοχρόνως. Τα είχα φτιάξει, ναι, αλλά όχι ταυτοχρόνως», λέει ο κ. Χριστοφιλάκης. Αυτός είναι λόγος για να σε διώξουν από μοναστήρι, σκέφτομαι, όχι από κόμμα, και μάλιστα το κομμουνιστικό. Αλλά μήπως ακόμα και ο Λένιν δεν είχε καταδικάσει τη φλογερή υπέρμαχο της ελευθερίας του έρωτα, υπουργό Αλεξάνδρα Κολοντάι, να παντρευτεί τον εραστή της; Πώς να φτουρήσει μετά η επανάσταση;
Μόλις δημοσιεύτηκε το κείμενο στις εφημερίδες, «ο Φλωράκης είπε ότι κάθε καλή νοικοκυρά βγάζει τα σκουπίδια της κάθε πρωί στον δρόμο, έτσι μας αποκάλεσε. Ο δε Λουλές είπε ότι τα σκόρδα δυναμώνουν και χοντραίνουν άμα αραιώσουν. Δηλαδή ευχαριστηθήκανε που φύγαμε. Και ήταν 400 στελέχη από τη δικτατορία, σχεδόν το 90% μέλη της ΚΝΕ και της Αντι-ΕΦΕΕ».
Τα είπαν αυτά γι’ ανθρώπους όπως ο κ. Χριστοφιλάκης. «Είχα μια ιστορία εγώ στη δικτατορία, είχα συλλήψεις. Άμα δεις τα πόδια μου, θα με λυπηθείς, από φάλαγγα κι αυτά. Μαζί με τον Στέλιο τον Παππά, στο ίδιο τραπέζι».
«Να μου πείτε γι’ αυτό».
«Αυτά δεν θα τα πω γιατί συγχύζομαι». Επανέρχεται στο θέμα της διαγραφής. «Και ξέρεις μετά τι διασυρμός, δεν μας μιλούσαν, έχασα όλους τους φίλους μου. Είχα κι έναν δεσμό, με χώρισε, γιατί με θεώρησε προδότη».
Με τις διαγραφές, η οργάνωση της Καισαριανής παρέλυσε. «Το πληροφορείται ο Λεωνίδας ο Κύρκος και ζήτησε να συναντήσει εμένα και τον Μπάμπη τον Δρίζο. Ειδικά εμένα και τον Μπάμπη. Και βρεθήκαμε στο σπίτι μου».
20 Μαρτίου 1972. Γράφει ο κ. Χριστοφιλάκης σε ανάρτησή του: «Λόγος του Γκύντερ Γκρας, στο Θέατρο ΑΛΦΑ στην οδό Πατησίων. Πήγα. Πριν μπω, με σταμάτησαν δύο της Ασφαλείας και μου πήραν την ταυτότητα. Δεν έφυγα. Παρακολούθησα την διάλεξη με πολύ λίγο κόσμο και τον πρόλογο του Πεσματζόγλου. Την επομένη πήγα στην Μεσογείων να πάρω την ταυτότητά μου. Την πήρα, αλλά τι έγινε πριν μου την δώσουν είναι περιττό να το γράψω…».
Συνεχίζει: «Εγώ και ο Μπάμπης ασκήσαμε δριμύτατη κριτική στους μηχανισμούς του κόμματος, ότι δεν μπορούσαμε να πούμε ένα όχι στην καθοδήγηση, γινόμασταν ύποπτοι». Ψάχνανε μετά από πού ορμώμενος το είπες αυτό, με ποιον συνδέεσαι. «Κι Λεωνίδας είπε τότε κάτι που μου έκανε φοβερή εντύπωση. Μας λέει, “σύντροφοι, Μπάμπη, Μίμη, μη μαζί με τα παλιόνερα πετάξουμε και το μωρό”. Δηλαδή, μη χάσουμε την αριστερή μας θέση».
Γνώριζα τον Μπάμπη Δρίζο. Άνθρωπος βαθιά ευγενής, αρχοντικός, πιότερο απ’ όλα φιλόσοφος, διανοούμενος. Έφυγε από τη ζωή το 2018. Τώρα μαθαίνω από τον κ. Χριστοφιλάκη πως από την εποχή που ο Δρίζος σπούδαζε Αισθητική στο σοβιετικό τότε Κίεβο με υποτροφία του κόμματος, τον ακολούθησε μια τόσο τραυματική ιστορία παρακολούθησης, που θα μπορούσε να έχει περιληφθεί στην ταινία ‘Οι Ζωές των Άλλων’. «Κόντεψε ν’ αρρωστήσει».
«Εγώ το ιστορικό ΚΚΕ το δέχομαι», λέει ο κ. Χριστοφιλάκης. «Αλλά αυτούς τους μετά την Χούντα δεν τους δέχομαι με τίποτα. Ούτε αριστεροί είναι. Κινούνται με την όπισθεν, είναι παρωχημένοι».
31 Αυγούστου 1974 Θεσσαλονίκη. Μεταπολίτευση.
Ο Μίμης Χριστοφιλάκης είναι από τους ανθρώπους που μπορείς να κάθεσαι να ακούς για 1000+1 νύχτες, μόνο που δεν διηγείται παραμύθια της Χαλιμάς αλλά την ιστορία που δεν ξέρουμε γιατί δεν τη διδαχθήκαμε, μια ιστορία άβολη για την εξουσία που μας φορέθηκε καπέλο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κι έστελνε αγωνιστές στα ξερονήσια, Λαμπράκηδες στον τάφο, Παναγούληδες σε βασανιστές και «δυστυχήματα». Και ταυτόχρονα, μια ιστορία άβολη για κομματικούς μηχανισμούς με ιδιοκτησιακή αντιμετώπιση στην ιστορική μνήμη. Η ιστορία «δεν έχει απαγορευμένες ζώνες και εικονοστάσια», γράφει.
Ευχετήριο από τον Αλέξανδρο Παναγούλη.
Ο κ. Χριστοφιλάκης δεν συλλέγει απλώς αντικείμενα και ντουκουμέντα, μελετά μέσα από αυτά την ιστορία, τη λαογραφία, τον πολιτισμό. Έχει συνδράμει συγγραφείς και μελετητές με το υλικό του. Η μνήμη του είναι εντυπωσιακή. Περιγράφει μυριάδες γεγονότα σαν να τα έζησε χθες, με όλα τα ονόματα και τις χρονολογίες. Θυμάται άπασες τις λεπτομέρειες για τα αναρίθμητα αντικείμενα της συλλογής του.
Και καθώς διαθέτει γνώση αποκτημένη μέσα από ντοκουμέντα και προσωπικά βιώματα, εξοργίζεται όταν επιστρατεύεται η μυθοπλασία γύρω από γεγονότα που είναι από μόνα τους τραγικά. Εξανίσταται, για παράδειγμα, με την ιστορία που κυκλοφορεί ευρέως και θέλει τη 17χρονη αντιστασιακή Ηρώ Κωνσταντοπούλου να εκτελείται με 17 σφαίρες από τους Γερμανούς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. «Ποιος τις μέτρησε τις σφαίρες; Ποιος έκανε νεκροψία; Όσες σφαίρες έφαγαν οι άλλοι, έφαγε και η Ηρώ. Τα αποσπάσματα έχουν κανόνες. Είπαν σε αυτή θα δώσουμε 17 γιατί είναι 17 χρονών; Αυτά είναι από την ταινία του Φώσκολου “17 σφαίρες για έναν Άγγελο”. Αποτελεί η ταινία ιστορικό ντοκουμέντο; Ποιος άκουσε την Ηρώ να βρίζει τον διερμηνέα στα γερμανικά, όπως λέγεται; Να σου πω εγώ, ο Φώσκολος την άκουσε».
Μοιράζομαι τη σκέψη μου με τον κ. Χριστοφιλάκη, πως ο ηρωισμός είναι δωρικός. Σαν τον Παρθενώνα. Σαν τη φωνή της Μπέλλου. Εξ ορισμού μεγαλειώδης, δεν χρειάζεται φιοριτούρες. «Το λέω, δεν καταλαβαίνουν. Εγώ ανατριχιάζω».
Ο κ. Χριστοφιλάκης έχει στη συλλογή του σημαντικά ευρήματα για τις εκτελέσεις στο Σκοπευτήριο. Τον συγκινεί βαθιά το ζήτημα. Συνολικά οι εκτελεσμένοι εκεί είναι περί τους 670. «Το πιστοποιεί έγγραφο του έκτου τομέα του ΕΑΜ Αθηνών (Ανατολικές Συνοικίες) και λέει κάθε χρόνο –το 1942, 1943, 1944– πόσοι εκτελέστηκαν».
«Σαράντα χρόνια λέω ότι καμία εκτέλεση στο Σκοπευτήριο δεν έγινε με πολυβόλα MG34 και MG42». «Φάνηκε στις φωτογραφίες», σχολιάζω αναφερόμενη σε εκείνες από την εκτέλεση της Πρωτομαγιάς του 1944 που ήρθαν πρόσφατα στο φως. «Καταρχήν, έχουν διαβάσει τις εκθέσεις των ιερέων; Οι ιερείς που πήγαιναν και κοινωνούσαν όσους ήθελαν, έκαναν τις εκθέσεις, τις έχω, κάποιες υπάρχουν και στο βιβλίο της Ιωάννας Τσάτσου “Εκτελεσθέντες Επί Κατοχής”. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος τις έβγαλε το 2000 έχοντας τες λογοκρίνει». Αυτόπτες μάρτυρες ήταν ακόμα το απόσπασμα κι εκπρόσωπος του Δήμου «που πάντοτε υπήρχε γιατί τα πτώματα τα έπαιρνε ο Δήμος, οι Γερμανοί δεν ενδιαφέρονταν για τους σκοτωμένους».
Φωτογραφία από τον εορτασμό της επετείου του Γοργοποτάμου στις 25.11.1982. Διακρίνονται μεταξύ άλλων ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, η Μελίνα Μερκούρη, ο Γιώργος Γεννηματάς.
Λοιπόν, «οι εκτελέσεις έγιναν όλες με μάουζερ τυφέκια, οι Γερμανοί με τέτοια εκτελούσαν, όρθιοι, παραταγμένοι στο απόσπασμα. Οι Ιταλοί εκτελούσαν με τυφέκια καρκάνο, αραβίδες. Ο στρατιωτικός κώδικας προβλέπει στην εκτέλεση να σε σημαδεύουνε. Με το πολυβόλο δεν σκοπεύεις, κάνεις ριπή, φράγμα πυρός. Το πολυβόλο το χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στα χωριά. Βαράγανε από ψηλά κι απ’ τα βουνά».
Αναφέρεται στα βάθρα για πολυβόλα που υπάρχουν στον ιστορικό χώρο. «Αυτά τα έφτιαξαν το 1951 για να γυριστεί η ταινία “Ματωμένα Χριστούγεννα” του Ζερβού, που εκτελέστηκε ο Παπαγιαννόπουλος. Πρέπει να ξηλωθούν. Η “Καθημερινή” δημοσίευσε μια φωτογραφία του στρατηγού Σαράφη, που έρχεται στο πρώτο μνημόσυνο. Δεν υπάρχουν βάθρα». Και άλλες δύο ταινίες γυρίστηκαν εκεί. «Σε μία, έφτιαξαν αυτά τα παραλληλόγραμμα κι έβαλαν επάνω κάποια πολυβόλα που είχαν πάρει λάφυρα οι αντάρτες. Και δημιουργήθηκε τώρα αυτή η πεποίθηση. Γιατί δεν διαβάζουν λιγάκι, μπορείς να μου πεις; Και στέκονται στις ταινίες, στα κονσέρτα για πολυβόλα και σαχλαμάρες; Ο γιος μου με μαλώνει, μου λέει “μπαμπά μη χαλάς τη βεβαιότητα”. Με πιάνουν όμως τώρα και μου λένε Μίμη, είχες δίκιο».
Θεωρεί καλό ότι έχει ανοίξει ο δημόσιος διάλογος για το Σκοπευτήριο, για το οποίο μας αφηγήθηκε άγνωστες πτυχές που θα διαβάσετε σε ξεχωριστό μας επικείμενο δημοσίευμα. Τον ενοχλεί ότι τώρα κάποιοι «πέσανε πάνω στους νεκρούς, τους εκτελεσμένους, να εκμεταλλευτούν για να βγαίνουν στα κανάλια».
Τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή ενδεχομένως να μην τις είχαμε δει ποτέ βέβαια και να είχαν καταλήξει σε άλλον ιδιώτη συλλέκτη, αν δεν είχαν εντοπιστεί από τη σελίδα που τις ανάρτησε στο Διαδίκτυο. «Τίθεται ένα θέμα με τη διαχείριση αυτών των πολύτιμων ντοκουμέντων, παρόλο που συχνά οι συλλέκτες τα σώζουν απ’ τα σκουπίδια», λέω στον κ. Χριστοφιλάκη. «Το κράτος είναι αδιάφορο σε αυτά. Ξέρεις τι βρίσκω; Τα προηγούμενα χρόνια δεν ενδιαφερόταν κανένας», αντιτείνει. Δεν είναι μεγάλη ευθύνη; «Είναι. Ξέρω όμως τι φυλάω, τι διαχειρίζομαι, και έχω προβλέψει πού θα πάνε κάποια στιγμή».
Κατοχή, Πείνα. Πίνακας του Ανδρέα Βουρλούμη.
«Εγώ ζω με τους πεθαμένους μου», λέει ο κ. Χριστοφιλάκης. «Δεν ζω με ζωντανούς. Δεν αναρτώ για τα σημερινά. Εκείνοι ήταν οι καλύτεροι άνθρωποι. Άκουσέ με. Σοβαρότεροι, λιγομίλητοι. Η μάνα μου έλεγε: “ο λόγος του πατέρας σου, βασιλικός πολτός”. Ο πατέρας μου ήταν μελαγχολικός από την Αλβανία, δεν τού ’παιρνες κουβέντα».
Μπορεί να ζει «με τους πεθαμένους του», πάντως ο κ. Χριστοφιλάκης εκπέμπει εκπληκτικό πάθος για τη ζωή. Σαν τα σκληρά του βιώματα να λάξεψαν στόμιο στην πηγή. Και το νερό να τ’ άγιασε ο έρωτας, που όπως θα μου πει αργότερα έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή του.
Η γραφή του είναι λιτή, χοϊκή. Ίσως γιατί εκπαιδεύτηκε από μικρός σε έναν ρεαλισμό που δεν σήκωνε αντίρρηση. Στο χωριό του, όταν μοιρολογούσαν τους νεκρούς, δεν έδιωχναν τα παιδιά. Ούτε εκείνον έδιωξαν όταν μοιρολογούσαν τον πατέρα του. «Κι όλες, μόλις τελείωναν, του λέγανε ‘στείλε χαιρετίσματα στον Κάτω Κόσμο’. Όχι στη γειτονιά των αγγέλων, στον Κάτω Κόσμο. Δεν υπάρχει επάνω».
Ο ρεαλισμός του Μίμη Χριστοφιλάκη είναι όμως βαθιά τρυφερός. Ένας ανθρωπιστικός ρεαλισμός. Ιδιαίτερος σαν τον κροκεάτη λίθο (lapis lacedaemonius), το ηφαιστειογενές πράσινο στικτό πέτρωμα που υπάρχει μόνο στον τόπο του. Και που, παρότι δυσκατέργαστο, δέχθηκε επιλεκτικά να τιθασευτεί για να κοσμήσει την Αγιά Σοφιά, τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, και το μνημείο των 300 στις Θερμοπύλες.
Ο κύριος Μίμης Χριστοφιλάκης. Ένας συλλέκτης στιγμών.
Ένας σπάνιος του καιρού μας.