Categories: ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Μάρτυς μου ο Θεός…στον Κορυδαλλό

Είναι Παρασκευή, μοιάζει ιδανική μέρα για να παρακολουθήσει κανείς μια παράσταση λίγο πριν την ανάπαυλα του Σαββατοκύριακου. Βέβαια η ώρα είναι δέκα το πρωί, έχω φτάσει με καθυστέρηση και κρατώ την ταυτότητα, παραδίδω το κινητό, τα ακουστικά και το φλασάκι που με δυσκολία ανασύρω από το χάος της τσάντας μου. Όχι, δεν βρισκόμουν πρωινιάτικα σε κάποιο φουαγιέ περιμένοντας το τρίτο κουδούνι, αλλά περνούσα μέσα από προαύλιους χώρους, στενούς διαδρόμους με τοίχους μισό σοβά – μισό πλακάκι και κιγκλιδωτές πόρτες που άφηνα πίσω μου αμήχανα. Ώσπου ακούω ειροκροτήματα από μια αίθουσα στο βάθος του τελευταίου διαδρόμου. 

Στο υποτυπώδες ύψωμα μιας πολυγωνικής αίθουσας βρίσκονται ένα ξύλινο παγκάκι, μια δερμάτινη βαλίτσα, ένας άντρας με γεροντίστικα παπούτσια και ένα συναξάρι στα χέρια. Με έναν αστείο και παραληρηματικό μονόλογο τοποθετημένο στην Αθήνα του 2004 που έχει ως πομπό τον ηθοποιό και ως δέκτες τους έγκλειστους άνδρεςτων φυλακών Κορυδαλλού, εγκαινιάζεται το Δίκτυο «Γεώργιος Ζουγανέλης» που αποσκοπεί στην στήριξη και προώθηση του πολιτισμού και της εκπαίδευσης στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, στη στήριξη του εκπαιδευτικού έργου εντός των φυλακών, αλλά στην υποστήριξη των κρατουμένων και των αποφυλακισθέντων οι οποίοι επιθυμούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το κοινό δεν κάθεται σε βελούδινες καρέκλες, αλλά σε εκείνες τις μαύρες, τις άβολες, από σκληρό πλαστικό που συναντάς συνήθως σε γραφεία, ενώ κανείς δεν φορά σακάκι ή υφασμάτινο παντελόνι, αλλά φούτερ και αθλητικές φόρμες. Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης βρέθηκε για δεύτερη χρονιά στο σωφρονιστικό ίδρυμα της Αθήνας τιμώντας μέσα από το ρόλο του Χρυσαβαλάντη τη μνήμη του διευθυντή του σχολείου που έδωσε μετά τον πρόσφατο θάνατό του το όνομα του στο δίκτυο που στοχεύει να λειτουργήσει  εγκαρδιωτικά και λυτρωτικά μικραίνοντας την απόσταση των κρατουμένων από την ζωή πέρα από τα κάγκελα.

Ο ήρωας του «Μάρτυς μου ο Θεός» είναι φιλάσθενος, άνεργος, διατηρεί το χιούμορ του και μερικούς ιδιόμορφους οικογενειακούς δεσμούς, αφήνει το γυναικείο φύλο να τον ορίσει και δημιουργεί εντυπώσεις για την κοινωνία όπως αυτές παρουσιάζονται στα δελτία ειδήσεων. Μπορεί η πλοκή να φαίνεται απλή, αλλά η δραματουργία την απογειώνει, αφού περνάει από τον αυτοσαρκασμό στην κατάθλιψη και από την λύπη στην αβάσταχτη ελαφρότητα. Οι θεατές δεν σχολιάζουν το έργο που αποτελεί τη θεατρική μεταφορά του βραβευμένου βιβλίου του Μάκη Τσίτα, ούτε την σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη, ψιθυρίζοντας ο ένας στο αυτί του άλλου, αλλά κάνουν μόνοι τους το έργο συμμετοχικό, σχολιάζοντας τις εμμονές του ήρωα δίχως όμως να διακόπτουν τον ειρμό του ηθοποιού.

Οι εμμονές του και οι τραγελαφικές του εμπειρίες, η μωρία και η εκπρόθεσμη συνειδητοποίηση των πενήντα του χρόνων για πρόσωπα και καταστάσεις, η κακοποίηση που έχει δεχθεί κατά καιρούς, φαίνεται πως κάνουν συμπαθή τον Χρυσοβαλάντη του Ιωσηφίδη στο ιδιαίτερο αυτό κοινό. Το γέλιο του Δ. μπορεί να μην έχει ένταση αλλά ο ίδιος φαίνεται αδιάκοπα εύθυμος καθώς έχει αναλάβει τη φωτογράφιση της εκδήλωσης.

Είναι ένας από τους μαθητές που εκμεταλλεύονται την δεύτερη ευκαιρία για εκπαίδευση. Ο ίδιος δεν είχε έρθει σε επαφή με την τέχνη του θεάτρου μέχρι να κατηγορηθεί για ληστείες σε τράπεζες και να βρεθεί στα 23 του εντός των Φυλακών Κορυδαλλού. Προετοιμάζεται λύνοντας ασκήσεις για έναν επερχόμενο διαγωνισμό μαθηματικών και μαρτυρά δειλά πως δεν τον συγκίνησαν ο Τσέχωφ και ο Μπέκετ όπως το νεόκοπο κείμενο που τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 και συνεχίζει για δεύτερη χρονιά να κερδίζει τους θεατές της στην σκηνή του Vault. «Το λέω από τώρα στους φίλους μου πως όταν βγω έξω θέλω να πηγαίνουμε παρέα θέατρο, δεν με πιστεύουν και γελάνε. Τι μου αρέσει περισσότερο σ’ αυτό; Πως κάθε φορά που μας φέρνουν κάποιο έργο, ο καθένας μας το αντιλαμβάνεται διαφορετικά και έτσι έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε κάτι διαφορετικό από τα καθημερινά».

Την πρώτη χρονιά που παρουσιάστηκε η παράσταση, οι κρατούμενοι είχαν σηκώσει τον Ιωσήφ στα χέρια σε ένα είδος πανηγυρισμού, έπειτα τον  τον αγκάλιαζαν συγκινημένοι κάνοντάς τον από τότε να διαλαλεί πως ήταν η καλύτερη παράσταση της δωδεκάχρονης πορείας του στο σανίδι. «Σήμερα το κοινό δεν ήταν το ίδιο, συνεπώς χαίρομαι γιατί αυτό σημαίνει πως κάποιοι έφυγαν από τη φυλακή», λέει στην Popaganda ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης. «Μου έκανε εντύπωση πως στην αποφώνησή μου, όταν μίλησα για τον Γιώργο Ζουγανέλη οι κρατούμενοι απάντησαν “εμείς σας ευχαριστούμε”, ήταν ένας δικός του δικός τους άνθρωπος που έβαλε τον σπόρο για ό,τι συνέβη σήμερα εδώ. Όταν κατέβηκα αρκετοί από αυτούς ένιωσαν την ανάγκη να κριτικάρουν τον εαυτό τους γι’ αυτό που έκαναν και τους οδήγησε στον εγκλεισμό. Έτσι ακριβώς μου κριτικάρουν και τον Χρυσοβαλάντη -όταν δεν τον καταλαβαίνουν ή τον δικαιολογούν- έναν αντιήρωα γειωμένο στην πραγματικότητα που έχει αποβληθεί από την οικογένεια και από την κοινωνία θυμίζοντας τους παρόμοια συναισθήματα με τα δικά τους. Εμείς λοιπόν προσπαθούμε όχι μόνο να ψυχαγωγήσουμε αυτούς τους θεατές αλλά και να συμβάλλουμε στο να επανενταχθούν κατά την έξοδό τους από εδώ, γι’ αυτό θα επιστρέψουμε όσες φορές μας ζητηθεί. Αυτοί οι άνθρωποι δε μπορούν να βιώνουν μια διαρκή τιμωρία και η επαφή τους με το θέατρο βοηθά στον σωφρονισμό και μαλακώνει την καρδιά τους».

Καθώς ακολουθώ τους συντελεστές της παράστασης στον δαιδαλώδη δρόμο προς την έξοδο, σκέφτομαι τα σχόλιά τους για τη δύναμη που τους δίνει το γεγονός πως η τέχνη τους φάνηκε χρήσιμη σε ανθρώπους που τους πλησιάζουν για να τους εκμυστηρευτούν πως θέλουν να κάνουν κάτι διαφορετικό, να επικοινωνήσουν, να εκδηλωθούν. «Και ξέρεις είναι ένα κοινό σαν τα παιδιά, όπως αυτά δεν χαρίζονται, έτσι και τώρα που δε βρισκόμαστε σε ένα κανονικό θέατρο αν δεν περνάνε καλά το δείχνουν, αντιδρούν και εκφράζονται, είναι άμεσοι και ειλικρινείς», λένε χαρακτηριστικά.

Παρότι λοιπόν η ομάδα του «Μάρτυς μου ο Θεός» δεν δούλεψε εκείνο το πρωί πάνω σε ένα κανονικό θεατρικό σανίδι και τον ήχο της σαμπόταρε ένα κομπρεσέρ, ήταν όλοι τους αισιόδοξοι και πεπεισμένοι πως το θέατρο επιβιώνει σε οποιαδήποτε συνθήκη. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο των φυλακών, μαθητές γυμνασίου κάνουν κάποιου είδους πάρτι με ελαφρολαϊκή μουσική. Τόσο εκείνοι όσο και οι συντελεστές της παράστασης που έχουν μόλις βγει από ένα διαφορετικό  σχολείο -για όσους έχασαν την πρώτη τους ευκαιρία στη ζωή- έδειχναν εξίσου χαρούμενοι. Επόμενοι σταθμοί της ιδιότυπης περιοδείας τους το Νοσοκομείο Κρατουμένων «Άγιος Παύλος» και οι Γυναικείες Φυλακές του Ελεώνα στη Θήβα.


Η παράσταση «Μάρτυς μου ο Θεός» παρουσιάζεται κάθε Σάββατο στις 18:00 και Κυριακή στις 21:00 στον πολυχώρο Vault (Μελενίκου 26, Βοτανικός. Τηλ. 213 0356472). Γενική είσοδος: 10€. Προπώληση, φοιτητικό, ΑΜΕΑ, άνω των 65 και πολυτέκνων: 8€. Ανέργων: 5€
Ζωή Παρασίδη

Η Ζωή Παρασίδη γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1990 στην Αθήνα. Σπούδασε στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και από το 2009 εργάζεται ως δημοσιογράφος.