Ελευθέριος Βενιζέλος: Τότε, Μετά και Τώρα

«Ο Βενιζέλος δεν είναι αθάνατος, αλλά εφήµερος, και δεν είναι µόνον εφήµερος, αλλά σε ό,τι αφορά την Ελλάδα είναι ένα φαινόµενο. Με αυτό εννοώ ότι δεν διαθέτει διάδοχο του δικού του διαµετρήµατος. Με άλλα λόγια δεν είναι η Ελλάδα».

Με αυτά τα λόγια εκφράστηκε –και είχε δίκιο– για τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο Βρετανός ύπατος αρµοστής στην Κωνσταντινούπολη, ναύαρχος σερ Τζον ντε Ρόµπεκ, σε επιστολή του προς τον λόρδο Κούρζον, υπουργό Εξωτερικών της χώρας του, τον Μάρτιο του 1920. Θα µπορούσε να προστεθεί ότι το ίδιο ισχύει, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, για όλους τους πολιτικούς ηγέτες που στα 200 σχεδόν χρόνια του νεότερου βίου της προσπάθησαν να εκσυγχρονίσουν την Ελλάδα, να αυξήσουν την επικράτειά της ή να την οδηγήσουν σε ασφαλή νερά σε ώρες κρίσιµες. Έως τώρα τουλάχιστον έχει επανειληµµένα φανεί ότι πεφωτισµένοι ηγέτες ρυµούλκησαν κατά καιρούς τη χώρα, αλλά όταν αποχώρησαν από τη σκηνή φάνηκε ότι η γνωστή «ελληνική πραγµατικότητα» ήταν διαφορετική.

∆εν αµφισβητείται πλέον ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι ο κορυφαίος ανάµεσα στους ξεχωριστούς Έλληνες πολιτικούς ηγέτες που άφησαν τη σφραγίδα τους στην ιστορία του τόπου. Κυριάρχησε στα ελληνικά πράγµατα περισσότερα από 25 χρόνια, χωρίς να περιλαµβάνεται η θητεία του στην υπόδουλη Κρήτη, και στη διάρκεια της περιόδου αυτής η Ελλάδα µεγαλούργησε, έκανε βήµατα εκσυγχρονισµού, αλλά παράλληλα υπέστη µεγάλες καταστροφές και διχάστηκε. Η χώρα µπόρεσε να αντεπεξέλθει στη µεγάλη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά ο διχασµός µεταξύ «δηµοκρατικών» και «βασιλοφρόνων» έφτασε στο τέλος του µόνο το 1974, µε το δηµοψήφισµα για τη βασιλεία και το αποτέλεσµά της. Και αυτό γιατί στη διενέργειά του πρωτοστάτησε, τασσόµενος ταυτόχρονα υπέρ της κατάργησης της βασιλείας, ο Κωνσταντίνος Καραµανλής. Ένας ιστορικός ηγέτης της λεγόµενης συντηρητικής παράταξης, για τον οποίο ο «ξένος παράγοντας» δεν είχε καµία αµφιβολία ότι θα διατηρούσε τη χώρα στο πλαίσιο και τις δοµές της ∆ύσης.

Το δηµοψήφισµα για την κατάργηση της βασιλείας το 1974 προσφέρει την αφετηρία για την προβολή αναλογιών της εποχής της µεταπολίτευσης µε την 25ετία της κυριαρχίας του Ελευθέριου Βενιζέλου στο πολιτικό στερέωµα της χώρας. Αρκεί να επισηµανθεί ότι το πρώτο δηµοψήφισµα για την κατάργηση της βασιλείας διεξήχθη το 1924, ύστερα από µια στρατιωτική ήττα στη Μικρά Ασία, το δεύτερο 50 χρόνια αργότερα, πάλι µετά τη στρατιωτική ήττα στην Κύπρο. Κατά σύµπτωση, ή όχι, τα ποσοστά των δύο δηµοψηφισµάτων ήταν σχεδόν τα ίδια. Το 1924, το 69,99% των πολιτών τάχθηκε υπέρ της κατάργησης της βασιλείας και 30,01% κατά, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά το 1974 ήταν 69,18% και 30,82%. Η διαφορά ήταν ότι το 1924 ο κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής Βενιζέλος είχε ταχθεί ουσιαστικά κατά της κατάργησης της βασιλείας, ενώ το 1974 ο κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής Καραµανλής ήταν, εξίσου ουσιαστικά, υπέρ.

Όπως άλλωστε προκύπτει και από τη θαυµάσια αφήγηση της πολιτικής διαδροµής του Ελευθέριου Βενιζέλου που επιχειρεί ο Θάνος Βερέµης, ο Μεγάλος Κρητικός µόνο στο τέλος της σταδιοδροµίας και της ζωής του τάχθηκε ενεργά –στην προετοιµασία και την εκτέλεση του κινήµατος του 1935– υπέρ της κατάργησης της πολιτεύµατος της βασιλείας. Παρ’ ότι η ιστορία τον έχει καταγράψει ως τον ένα πόλο του Εθνικού ∆ιχασµού, στην πραγµατικότητα παρενέβη σε πολλές περιπτώσεις για τη διατήρηση της µοναρχίας. Η αντιπαράθεση του Βενιζέλου µε το Παλάτι, που εξελίχθηκε σε εθνικό διχασµό, ξεκίνησε από µεγάλες διαφορές στην εξωτερική πολιτική και διαφορές στην αντίληψη περί της διοίκησης της χώρας και της λήψης αποφάσεων.

Κατά την περίοδο της βασιλείας του Κωνσταντίνου περιείχε ίσως και ένα προσωπικό στοιχείο, αλλά από ένα σηµείο και µετά, από το 1916–1917 και κυρίως µετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, πήρε και ένα συντεχνιακό χαρακτήρα στο στράτευµα. Φιλοβασιλικοί και αντιβασιλικοί αξιωµατικοί µάχονταν λυσσωδώς για να ελέγχουν την ιεραρχία και να εξασφαλίζουν θέσεις στο στράτευµα. Με την πάροδο του χρόνου, η κατάσταση ξέφυγε ακόµη και από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αποδεικνύοντας ότι πολύ συχνά οι εξελίξεις αποκτούν τη δική τους δυναµική που την επιβάλλει η βάση, παρασύροντας και τις πολιτικές ηγεσίες προς µια συγκεκριµένη κατεύθυνση, η οποία γίνεται καθεστώς και διαµορφώνει την «ελληνική πραγµατικότητα». Σε µικρότερη κλίµακα, αλλά σε πολύ µεγάλη διάρκεια, αυτό συνέβη σε µεγάλο βαθµό και στη µεταπολιτευτική Ελλάδα, µε τα γνωστά αποτελέσµατα.

Το χειρότερο είναι ότι στον Μεσοπόλεµο, από το 1920 έως το 1940, τα πραξικοπήµατα και η επιβολή δικτατορίας ήταν αποδεκτά από την πολιτική ηγεσία σαν λύση, είτε για να ξεπεραστούν αδιέξοδα, υποτίθεται, είτε για να οδηγήσουν σε εναλλαγή στην εξουσία. ∆υστυχώς, σε αυτή την αντίληψη προσχώρησε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όπως αποδεικνύει το αποτυχηµένο κίνηµα του 1935, το οποίο αποδείχθηκε σηµαντικός σταθµός στην εξέλιξη του διχασµού στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Αυτός ο εθισµός σε πραξικοπήµατα και επεµβάσεις του στρατού αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της χώρας και µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο, µε αποκορύφωµα το πραξικόπηµα της χούντας των συνταγµαταρχών το 1967.

Στα όσα επισηµαίνει ο Θάνος Βερέµης ως γνωρίσµατα του Ελευθέριου Βενιζέλου και της εποχής του υπάρχουν πολλά στα οποία υπάρχει συνέχεια. Ο Βενιζέλος γνώριζε ότι η Ελλάδα δεν µπορούσε να πορευτεί προς τους στόχους της χωρίς στήριξη από µεγάλες ξένες δυνάµεις και συµµαχίες. Η εξωτερική αλλά και η εσωτερική πολιτική του ήταν απόλυτα προσαρµοσµένες σε αυτή τη ρεαλιστική άποψη σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και τα αποτελέσµατα, θετικά ή αρνητικά, τον δικαίωναν συνεχώς, γεγονός που κατέγραψε και η ιστορία. Άλλωστε σε όλη την ελληνική ιστορία, πριν και µετά τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο ξένος παράγοντας έπαιζε σηµαντικότατο ρόλο µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Σήµερα στην Ελλάδα και ειδικά στη συγκυρία που βιώνει, ο λαϊκισµός έχει καλλιεργήσει την πεποίθηση ότι η χώρα µπορεί να προχωρεί µόνη της, δίχως εξάρτηση από τον οποιοδήποτε, ακόµη και σε σύγκρουση µε τους πάντες, αγνοώντας τα πραγµατικά δεδοµένα.

Με αυτή την έννοια, η αποτίµηση του Ελευθέριου Βενιζέλου από τον Γεώργιο Σκληρό (από τους πρώτους Έλληνες µαρξιστές), που επισηµαίνει ο Θάνος Βερέµης, είναι χρήσιµη. Έγραψε ο Σκληρός ότι το 1909 ο Βενιζέλος κατάλαβε πως «η επανάσταση για νάχη σηµασία πρέπει να θίξη τις βαθειές ρίζες των κοινωνικών συστηµάτων, τις ψεύτικες ιστορικές παραδόσεις και τις προλήψεις του λαού, να είναι δηλαδή ψυχική και πνευµατική επανάσταση». Οποιαδήποτε αναλογία µε τη σηµερινή Ελλάδα της κρίσης και της κοινωνίας της δεν είναι βέβαια συµπτωµατική … Άλλωστε, µπορεί ο µεγαλοϊδεατισµός να εγκαταλείφθηκε ως «κρατική πολιτική» µε τη Μικρασιατική Καταστροφή, όπως πολύ σωστά αναφέρει ο Θ. Βερέµης, αλλά είναι πολύ αµφίβολο ότι έπαψε να υπάρχει ως «λαϊκή ιδεολογία», όπως προσθέτει. Η άποψη ότι οι Έλληνες είναι περιούσιος λαός, που βάλλεται από παντού και υπονοµεύεται από τους πάντες, παραµένει κυρίαρχη και σήµερα. Η επίσηµη παιδεία συµβάλλει επί δεκαετίες στην εδραίωση αυτής της άποψης.

Ο Ελ. Βενιζέλος ασχολήθηκε σοβαρά µε την εκπαίδευση τα 25 χρόνια της παρουσίας του στην πολιτική σκηνή. Εξελικτικά και σύµφωνα µε τις δυνατότητες της κάθε στιγµής, αλλά πάντα µε στόχο την ικανοποίηση των απαιτήσεων των καιρών. Το έργο των κυβερνήσεών του ήταν σπουδαίο, αλλά είχε και συµπαράσταση από φωτισµένους ανθρώπους. Εκείνο όµως που προκαλεί εντύπωση είναι ότι στην τετραετία 1928–1932 προσπάθησε, µεταξύ άλλων, να περιορίσει τον αριθµό των εισακτέων στα πανεπιστήµια, γιατί δηµιουργούσαν κάθε χρόνο επιστήµονες που ήταν καταδικασµένοι να µένουν άνεργοι ή να κερδίζουν µε κόπο τα αναγκαία. Ταυτόχρονα διαφοροποίησε την κλασική από την τεχνική εκπαίδευση, περιόρισε τον αριθµό των αποφοίτων από τα κλασικά γυµνάσια και έδωσε έµφαση στην επαγγελµατική εκπαίδευση για να προσανατολίσει νέους στην παραγωγή. Την ίδια περίοδο ίδρυσε τα πειραµατικά σχολεία. Τη συνέχεια στη µεταπολίτευση τη γνωρίζουµε, όπως και τη σηµερινή κατάσταση στα γυµνάσια, τα λύκεια, τα ΙΕΚ και τα ΤΕΙ και φυσικά στα πανεπιστήµια.

Θα µπορούσε να αναφερθεί και η πτώχευση της χώρας το 1932 στα γεγονότα της εποχής του Ελευθέριου Βενιζέλου που αναλογούν στα σηµερινά. Ωστόσο, οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές και δεν υπάρχουν περιθώρια σύγκρισης. Εκτός από ένα. Ότι οι δανειστές, πάντοτε στην ιστορία της Ελλάδας αλλά και παντού, καθορίζουν τις οικονοµικές πολιτικές και τις υποχρεώσεις των δανειζοµένων. Έτσι λοιπόν τότε, έτσι και τώρα.

 Ο Άγγελος Στάγκος είναι Σύμβουλος Έκδοσης της εφημερίδας Καθημερινή. 

Το παραπάνω κείμενο είναι η εισαγωγή του τόμου για τον Ελευθέριο Βενιζέλο που θα κυκλοφορήσει με την Καθημερινή της Κυριακής. Από τη σειρά Ηγέτες. 

 

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA