ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του πολέμου στη Γάζα είναι πολύ μεγάλες για να αγνοούνται

Περισσότεροι από 30.000 Παλαιστίνιοι και Παλαιστίνιες έχουν σκοτωθεί εξαιτίας των ανελέητων ισραηλινών επιθέσεων που σημειώνονται από τις 7 Οκτωβρίου. Παράλληλα όμως, με την ανεξέλεγκτη αιματοχυσία και τις υλικές καταστροφές, το περιβάλλον αποτελεί το «σιωπηλό» θύμα του πολέμου στη Γάζα. 

Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων μηνών του πολέμου ήταν μεγαλύτερες από το ετήσιο αποτύπωμα άνθρακα περισσότερων από 20 από τα πιο ευάλωτα στο κλίμα έθνη του κόσμου, όπως αποκάλυψε σχετική έρευνα. Η συντριπτική πλειοψηφία (πάνω από το 99%) των 281.000 τόνων διοξειδίου του άνθρακα (CO2) εκτιμάται ότι παράχθηκε τις πρώτες 60 ημέρες μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου και μπορεί να αποδοθεί στην αεροπορική επιδρομή και τη χερσαία εισβολή του Ισραήλ στη Γάζα, βάσει της ανάλυσης που πραγματοποίησαν ερευνητές στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Social Science Research Network, το κλιματικό κόστος των πρώτων 60 ημερών της στρατιωτικής εισβολής του Ισραήλ ήταν ισοδύναμο με την καύση τουλάχιστον 150.000 τόνων άνθρακα. Η ανάλυση περιλαμβάνει εκπομπές CO2 από αποστολές αεροσκαφών, δεξαμενές και καύσιμα από άλλα οχήματα, καθώς και εκπομπές που παράγονται από την κατασκευή και την έκρηξη βομβών και ρουκετών (δεν περιλαμβάνει άλλα αέρια που θερμαίνουν τον πλανήτη, όπως το μεθάνιο). Μάλιστα, σχεδόν οι μισές από τις συνολικές εκπομπές CO2 οφείλονται στα αμερικανικά αεροπλάνα που μεταφέρουν στρατιωτικές προμήθειες στο Ισραήλ.

«Η μελέτη είναι μόνο ένα κομμάτι της συνολικής εικόνας των τεράστιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και των ευρύτερων τοξικών ρύπων που θα έχουν αντίκτυπο για πολύ καιρό μετά το τέλος των μαχών»

Οι ρουκέτες της Χαμάς που εκτοξεύτηκαν στο Ισραήλ κατά την ίδια περίοδο, παρήγαγαν περίπου 713 τόνους CO2, ποσότητα που ισοδυναμεί με καύση περίπου 300 τόνων άνθρακα. Τα δεδομένα της έρευνας παρέχουν μια πρώτη εκτίμηση του αποτυπώματος άνθρακα εξαιτίας της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στη Γάζα. Η εισβολή τελείται εν μέσω αυξανόμενων εκκλήσεων για μεγαλύτερη λογοδοσία σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται με τις στρατιωτικές επιδρομές, οι οποίες διαδραματίζουν τεράστιο ρόλο στην κλιματική κρίση, αλλά κρατούνται σε μεγάλο βαθμό μυστικές και δεν έχουν ληφθεί υπόψη στις ετήσιες διαπραγματεύσεις του ΟΗΕ για τη δράση για το κλίμα.

«Αυτή η μελέτη είναι μόνο ένα κομμάτι της συνολικής εικόνας των τεράστιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και των ευρύτερων τοξικών ρύπων που θα έχουν αντίκτυπο για πολύ καιρό μετά το τέλος των μαχών», δήλωσε ο Benjamin Neimark, επίκουρος καθηγητής στο Queen Mary του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και συν-συγγραφέας της έρευνας. Προηγούμενες μελέτες δείχνουν ότι το πραγματικό αποτύπωμα άνθρακα θα μπορούσε να είναι πέντε έως οκτώ φορές υψηλότερο – εάν συμπεριληφθούν οι εκπομπές από ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού του πολέμου.

«Τα στρατιωτικά συντρίμμια θα συνεχίσουν να ζουν στο έδαφος, τη γη, τη θάλασσα και στα σώματα των Παλαιστινίων που ζουν στη Γάζα – όπως συμβαίνει και σε άλλα μεταπολεμικά περιβάλλοντα σαν το Ιράκ»

Η έρευνα υπολογίζει επίσης ότι η διαδικασία ανοικοδόμησης των περίπου 100.000 κατεστραμμένων κτιρίων της Γάζας, χρησιμοποιώντας σύγχρονες τεχνικές κατασκευής, θα παράγει τουλάχιστον 30 εκατομμύρια τόνους αερίων του θερμοκηπίου, μέγεθος που φτάνει στο ίδιο επίπεδο με τις ετήσιες εκπομπές CO2 της Νέας Ζηλανδίας, ενώ είναι υψηλότερο από 135 άλλες χώρες και περιοχές, όπως τη Σρι Λάνκα, o Λίβανος και η Ουρουγουάη. Ο David Boyd, ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον, δήλωσε: «Αυτή η έρευνα μας βοηθά να κατανοήσουμε το τεράστιο μέγεθος των στρατιωτικών εκπομπών – από την προετοιμασία του πολέμου, τη διεξαγωγή του και την ανοικοδόμηση που θα πραγματοποιηθεί μετά τον πόλεμο. Οι ένοπλες συγκρούσεις ωθούν την ανθρωπότητα ακόμη πιο κοντά στο χείλος της κλιματικής καταστροφής».

Οι κλιματικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, της ξηρασίας και της υπερβολικής ζέστης, απειλούσαν ήδη τα αποθέματα νερού και την επισιτιστική ασφάλεια στην Παλαιστίνη. Πλέον όμως, οι περιβαλλοντικές συνθήκες στη Γάζα είναι καταστροφικές, καθώς μεγάλο μέρος της καλλιεργήσιμης γης, της ενέργειας και των υποδομών ύδρευσης έχει καταστραφεί ή μολυνθεί, με κρίσιμες επιπτώσεις στην υγεία πιθανώς για τις επόμενες δεκαετίες. «Η σφοδρή αεροπορική επίθεση στη Γάζα δεν θα εξασθενήσει όταν έρθει η κατάπαυση του πυρός», δήλωσε η Ζήνα Αγά, αναλύτρια πολιτικής στο Al-Shabaka, το Παλαιστινιακό Δίκτυο Πολιτικής το οποίο γράφει για την κλιματική κρίση και την ισραηλινή κατοχή. «Τα στρατιωτικά συντρίμμια θα συνεχίσουν να ζουν στο έδαφος, τη γη, τη θάλασσα και στα σώματα των Παλαιστινίων που ζουν στη Γάζα – όπως συμβαίνει και σε άλλα μεταπολεμικά περιβάλλοντα σαν το Ιράκ».

Το «αόρατο» στρατιωτικό αποτύπωμα άνθρακα

Στο σύνολό τους, οι κλιματικές συνέπειες του πολέμου παραμένουν ελάχιστα γνωστές και κατανοητές. Η αναφορά των στρατιωτικών εκπομπών είναι εθελοντική -γεγονός για το οποίο ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η πίεση που ασκούν οι ΗΠΑ- και μόνο τέσσερις χώρες υποβάλλουν ορισμένα, ελλιπή, δεδομένα στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (UNFCCC). Ακόμα όμως και χωρίς ολοκληρωμένα δεδομένα, μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι οι στρατοί αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 5,5% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ετησίως – περισσότερο από τις αεροπορικές και ναυτιλιακές βιομηχανίες μαζί. Αυτό καθιστά το παγκόσμιο στρατιωτικό αποτύπωμα άνθρακα το τέταρτο μεγαλύτερο, μετά τις ΗΠΑ, την Κίνα και την Ινδία.

Στην COP28 που διεξήχθη στο Ντουμπάι τον περασμένο Δεκέμβρη, η εξελισσόμενη ανθρωπιστική και περιβαλλοντική καταστροφή στη Γάζα και την Ουκρανία έθεσε τον πόλεμο στην ατζέντα της κλιματικής κρίσης, αλλά δεν οδήγησε σε ουσιαστικά βήματα προς την αύξηση της διαφάνειας και της λογοδοσίας για τις ένοπλες δυνάμεις ή τη στρατιωτική βιομηχανία. Η ισραηλινή αντιπροσωπεία προωθούσε κυρίως την αναπτυσσόμενη βιομηχανία τεχνολογίας του κλίματος σε τομείς όπως η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, η συγκομιδή νερού και εναλλακτικές λύσεις βασισμένες στο κρέας φυτικής προέλευσης.

Ο Ran Peleg, διευθυντής οικονομικών σχέσεων του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, δήλωσε στον Guardian ότι το ζήτημα του υπολογισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τις επιχειρήσεις των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF), δεν είχε συζητηθεί ξανά στο παρελθόν. «Αυτή είναι στην πραγματικότητα η πρώτη φορά που τίθεται αυτό το ζήτημα και δεν γνωρίζω αν υπάρχουν τρόποι να μετρήσουμε τέτοιου είδους πράγματα», είπε. Ο Hadeel Ikhmais, επικεφαλής του γραφείου κλιματικής αλλαγής στην Παλαιστινιακή Αρχή Ποιότητας Περιβάλλοντος (Palestinian Environmental Quality Authority), ανέφερε με τη σειρά του: «Προσπαθούμε να ενισχύσουμε τον ρόλο μας στην πρόληψη της κλιματικής κρίσης, αλλά ακόμη και πριν από τον πόλεμο στη Γάζα ήταν δύσκολο να προσαρμοστούμε και να δράσουμε, δεδομένου ότι δεν μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε νερό ή γη ή τεχνολογίες χωρίς την άδεια του Ισραήλ».

Οι ερευνητές υπολόγισαν επίσης το αποτύπωμα άνθρακα των υποδομών σκυροδέματος που σχετίζονται με τον πόλεμο, όπως τείχη και σήραγγες που κατασκευάστηκαν από τη Χαμάς και το Ισραήλ από το 2007. Η κατασκευή του μετρό της Γάζας – το υπόγειο δίκτυο σηράγγων μήκους 500 χιλιομέτρων που χρησιμοποιείται για τη μετακίνηση και την απόκρυψη των πάντων, από βασικές προμήθειες έως όπλα, μαχητές της Χαμάς και ομήρους – παρήγαγε περίπου 176.000 τόνους εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σύμφωνα με τη μελέτη. Επίσης, η κατασκευή του σιδερένιου τείχους του Ισραήλ, το οποίο εκτείνεται 65 χιλιόμετρα κατά μήκος του μεγαλύτερου μέρους των συνόρων του με τη Γάζα και διαθέτει κάμερες παρακολούθησης, υπόγειους αισθητήρες, συρματόπλεγμα, μεταλλικό φράχτη ύψους 6 μέτρων και μεγάλα τσιμεντένια φράγματα, συνεισέφερε σχεδόν 274.000 τόνους CO2

Ο ΟΗΕ δεσμεύεται να ερευνήσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του πολέμου

«Μεταξύ όλων των προβλημάτων που θα αντιμετωπίσει το κράτος της Παλαιστίνης τις επόμενες δεκαετίες, η κλιματική κρίση είναι η πιο άμεση και βέβαιη – και αυτό έχει ενισχυθεί από την κατοχή και τον πόλεμο στη Γάζα από τις 7 Οκτωβρίου», δήλωσε ο Παλαιστίνιος διευθυντής για το κλίμα. «Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τις στρατιωτικές επιθέσεις έρχονται σε αντίθεση με τον στόχο της UNFCCC και της συμφωνίας του Παρισιού… Η αναγνώριση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του πολέμου είναι ζωτικής σημασίας».

Δεδομένης της τρέχουσας επικίνδυνης κατάστασης, το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP) δεν είναι ακόμη σε θέση να διεξάγει επιτόπιες έρευνες στη Γάζα. Ωστόσο, έχει λάβει επίσημο αίτημα από το κράτος της Παλαιστίνης για τη διεξαγωγή εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του πολέμου, και τα Ηνωμένα Έθνη δεσμεύτηκαν να τα ερευνήσουν. Το UNEP εκτιμά ότι τουλάχιστον 100.000 κυβικά μέτρα λυμάτων απορρίπτονται καθημερινά στην ξηρά ή στη Μεσόγειο Θάλασσα. «Ανά τα χρόνια, περιστατικά θαλάσσιας ρύπανσης στη Γάζα έχουν οδηγήσει σε υψηλές συγκεντρώσεις χλωροφύλλης και αιωρούμενης οργανικής ύλης στα παράκτια ύδατα, αλλά και γαστρεντερικών παρασίτων: η τρέχουσα σύγκρουση πιθανότατα μεγεθύνει αυτές τις επιπτώσεις», τόνισαν εκπρόσωποι του UNEP.

Εντωμεταξύ, βάσει όσων μπορεί να εκτιμήσει έως τώρα το UNEP, τα στερεά απόβλητα απορρίπτονται σε άτυπες τοποθεσίες, όπου επικίνδυνες ουσίες μπορούν να διαρρεύσουν στο πορώδες έδαφος και ενδεχομένως στον υδροφόρο ορίζοντα – την κύρια πηγή νερού της Γάζας. Και τα συστατικά των συντριμμιών και των ερειπίων μπορεί να περιέχουν επιβλαβείς ουσίες όπως αμίαντο, βαρέα μέταλλα, ρύπους καύσης, πυρομαχικά που δεν έχουν εκραγεί και άλλες επικίνδυνες χημικές ουσίες. Εκτός από τα στερεά απόβλητα που δηλητηριάζουν το έδαφος και το νερό των Παλαιστινίων, το UNEP δίνει έμφαση στους κινδύνους της καύσης στερεών αποβλήτων σε ανοιχτές πυρκαγιές – η οποία απελευθερώνει μια σειρά επικίνδυνων αερίων και αιωρούμενων σωματιδίων στον αέρα.

«Για να αξιολογήσουμε την κατάσταση και βραχυπρόθεσμα να ανακάμψουμε από αυτή, οι συγκρούσεις πρέπει να σταματήσουν, γι’ αυτό επαναλαμβάνω την έκκληση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για τερματισμό των εχθροπραξιών», δήλωσε σχετικά η Ίνγκερ Άντερσεν, εκτελεστική διευθύντρια του UNEP.

Με πληροφορίες από το euronews.green, τον Guardian και το Inside Climate News

Λουίζα Σολομών-Πάντα