SPORTAGON

Η τουρκική ποδοσφαιρική υπερδύναμη που μένει… στα χαρτιά

Τα τελευταία χρόνια το τουρκικό ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο δραστήριους και ακριβούς «παίκτες» της ευρωπαϊκής μεταγραφικής αγοράς. Η Γαλατασαράι, η Φενέρμπαχτσε, η Μπεσίκτας και, σε μικρότερο βαθμό η Τραμπζονσπόρ, επένδυσαν τεράστια ποσά για να προσελκύσουν ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης, αλλά και να τους προσφέρουν συμβόλαια που δύσκολα θα έβρισκαν αλλού στην Ευρώπη.
Παρ’ όλα αυτά, το αποτέλεσμα στο κορυφαίο επίπεδο παραμένει απογοητευτικό. Οι μεταγραφές δημιουργούν εντυπώσεις, όμως δεν έχουν μετατραπεί σε ευρωπαϊκά τρόπαια ή σε σταθερή παρουσία στις τελικές φάσεις των διοργανώσεων της UEFA. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της Γαλατασαράι. Το καλοκαίρι του 2023 προκάλεσε αίσθηση αποκτώντας τον Μάουρο Ικάρντι με κανονική μεταγραφή από την Παρί Σεν Ζερμέν έναντι περίπου 10 εκατομμυρίων ευρώ, προσφέροντάς του συμβόλαιο που ξεπερνούσε τα 10 εκατομμύρια ευρώ ετησίως μαζί με τα μπόνους. Την ίδια περίοδο έκανε δικό της τον Βίλφριντ Ζαχά, ο οποίος υπέγραψε με απολαβές που άγγιζαν τα 8 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, ενώ ακολούθησαν οι μεταγραφές του Χακίμ Ζίγιες, του Ντρις Μέρτενς και του Λούκας Τορέιρα. Το καλοκαίρι του 2024 οι πρωταθλητές Τουρκίας ανέβασαν ακόμη περισσότερο τον πήχη αποκτώντας τον Βίκτορ Όσιμεν, σε μια συμφωνία που συνοδεύτηκε από αποδοχές που ξεπερνούσαν τα 12 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Η Φενέρμπαχτσε δεν έμεινε πίσω. Η μεταγραφή του Γιουσέφ Εν-Νεσίρι από τη Σεβίλλη κόστισε περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που αποτελεί ένα από τα υψηλότερα στην ιστορία του συλλόγου. Νωρίτερα είχε αποκτήσει τον Σεμπάστιαν Σιμάνσκι αντί περίπου 10 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ ο Έντιν Τζέκο υπέγραψε διετές συμβόλαιο με απολαβές που ξεπερνούσαν τα 4 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Στο ρόστερ προστέθηκαν ακόμα ο Ντούσαν Τάντιτς, ο Φρεντ, για τον οποίο καταβλήθηκαν περίπου 10 εκατομμύρια ευρώ στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αλλά και ο Άλαν Σεν-Μαξιμέν. Η πρόσληψη του Ζοσέ Μουρίνιο επιβεβαίωσε ότι οι φιλοδοξίες του συλλόγου δεν περιορίζονται στην εγχώρια κυριαρχία, αλλά επεκτείνονται και στην ευρωπαϊκή καταξίωση.
Η Μπεσίκτας ακολούθησε την ίδια λογική. Επένδυσε στον Τσίρο Ιμόμπιλε, έναν από τους κορυφαίους σκόρερ της Serie A, προσφέροντάς του υψηλό συμβόλαιο, ενώ απέκτησε και τον Ράφα Σίλβα ως ελεύθερο από την Μπενφίκα με απολαβές που ξεπερνούν τα 6 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Προηγήθηκαν μεταγραφές όπως εκείνες των Άλεξ Όξλεϊντ-Τσάμπερλεϊν και Ζοάο Μάριο, που επιβεβαίωσαν τη διάθεση του συλλόγου να επενδύσει σε ποδοσφαιριστές με παραστάσεις από το κορυφαίο επίπεδο.
Η τάση αυτή, βέβαια, δεν είναι καινούργια. Ήδη από την προηγούμενη δεκαετία οι τουρκικοί σύλλογοι είχαν καταφέρει να προσελκύσουν τεράστια ονόματα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Η Γαλατασαράι έντυσε στα κιτρινόκόκκινα τον Ντιντιέ Ντρογκμπά και τον Γουέσλεϊ Σνάιντερ, δύο ποδοσφαιριστές που είχαν κατακτήσει το Champions League και πρωταγωνιστήσει στο υψηλότερο επίπεδο. Η Φενέρμπαχτσε απέκτησε τον Ρόμπιν Φαν Πέρσι, τον Νάνι και αργότερα τον Μεσούτ Οζίλ, ενώ η Μπεσίκτας είχε στις τάξεις της τον Πέπε, τον Ρικάρντο Κουαρέσμα και τον Μάριο Γκόμεζ. Όλοι τους αποτέλεσαν μεταγραφές που προκάλεσαν διεθνή αίσθηση και έδειξαν τη δυναμική της τουρκικής αγοράς.
Οι μεταγραφικές επενδύσεις δεν περιορίζονται μόνο στους μισθούς. Οι τουρκικοί σύλλογοι έχουν δαπανήσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ τα τελευταία χρόνια σε αγορές ποδοσφαιριστών, επιδιώκοντας να δημιουργήσουν ομάδες ικανές να πρωταγωνιστήσουν στην Ευρώπη. Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει διαφορετική. Παρά τα μεγάλα ονόματα και τις τεράστιες επενδύσεις, καμία τουρκική ομάδα δεν έχει καταφέρει να διεκδικήσει ουσιαστικά το Champions League ή να επιστρέψει σε έναν ευρωπαϊκό τελικό, όπως είχε κάνει η Γαλατασαράι το 2000 με την κατάκτηση του Κυπέλλου UEFA. Οτααν έρχεται η ώρα για ουσιαστική ευρωπαϊκή διάκριση… φρενάρουν.
Το πρόβλημα δεν αφορά την ποιότητα των ποδοσφαιριστών, αλλά τη συνολική λειτουργία των συλλόγων. Οι συνεχείς αλλαγές προπονητών, η πίεση για άμεσα αποτελέσματα, η οικονομική επιβάρυνση από τα υψηλά συμβόλαια και η έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού δημιουργούν ένα περιβάλλον που δύσκολα παράγει ευρωπαϊκές επιτυχίες.
Οι ομάδες χτίζονται συχνά με γνώμονα τη λάμψη των ονομάτων και όχι τη χημεία, τη συνέχεια και τη σταθερότητα. Η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς για μεγάλους ποδοσφαιριστές. Τα γεμάτα γήπεδα, το πάθος των φιλάθλων και η οικονομική δύναμη των μεγάλων συλλόγων εξασφαλίζουν ότι η μεταγραφική παρέλαση αστέρων θα συνεχιστεί.
Μέχρι σήμερα όμως, η λάμψη των ονομάτων δεν έχει μετατραπεί σε ευρωπαϊκή κυριαρχία. Και αυτό αποδεικνύει ότι στο σύγχρονο ποδόσφαιρο τα εκατομμύρια μπορούν να αγοράσουν ποιότητα και δημοσιότητα, όχι όμως και την επιτυχία. Για να φτάσουν οι τουρκικές ομάδες προς την κορυφή της Ευρώπης χρειάζεται κάτι περισσότερο από εντυπωσιακές μεταγραφές: χρειάζεται σχέδιο, υπομονή, ποδοσφαιρική συνέπεια και οργανισμοί που θα λειτουργούν με ορίζοντα ετών και όχι μιας μόνο μεταγραφικής περιόδου.
Γιώργος Χελάκης