ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Το δικαίωμα της εξουσίας να ακυρώνει όσα βλέπεις

Στην Αμερική του 2026, η απόσταση ανάμεσα σε έναν νοσηλευτή που καταγράφει την αστυνομία και έναν «τρομοκράτη» είναι μία κυνική επίσημη ανακοίνωση από το βήμα του Λευκού Οίκου που θέλει να ακυρώσει την πραγματικότητα. Η απάντηση της Ουάσινγκτον είναι πλέον πάγια: Μην πιστεύετε αυτό που βλέπετε. Πιστέψτε αυτό που σας λέμε εμείς.

Στην εποχή της «μετα-αλήθειας» και των ψηφιακών ψευδαισθήσεων, η είδηση πλέον δεν είναι το γεγονός, αλλά το πώς θα το «μουτζουρώσεις» για να μην σε ενοχλεί, οι δολοφονίες είναι αυτοάμυνα και η ίδια η δημοσιογραφία θεωρείται πλέον μορφή κατασκοπείας. Από την Ουάσινγκτον μέχρι την Αθήνα, η στρατηγική είναι ίδια: αν δεν μπορείς να κρύψεις την πραγματικότητα, απλώς κήρυξέ την «παράνομη», βάφτισέ την «meme» ή, ακόμα πιο απλά, κοίταξε την κάμερα και πες ότι αυτό που βλέπουν εκατομμύρια μάτια δεν συνέβη ποτέ.

Το περασμένο Σαββατοκύριακο στη Μινεσότα, ο Alex Pretti, ο 37χρονος νοσηλευτής σε μονάδα εντατικής θεραπείας, βγήκε στον δρόμο με ένα κινητό στο χέρι και ένα νόμιμο όπλο στη θήκη του. Μέσα σε λίγα λεπτά ήταν νεκρός, γαζωμένος από 14 σφαίρες ομοσπονδιακών πρακτόρων. Πριν καν η οικογένειά του παραλάβει τη σορό, ο μηχανισμός του Λευκού Οίκου είχε ήδη έτοιμη τη λεζάντα: «Επικίνδυνος τρομοκράτης, οπλισμένος alien, εξουδετερώθηκε σε νόμιμη αυτοάμυνα». Ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στη φροντίδα ασθενών, βαφτίζεται «εισβολέας» και «απειλή για την εθνική ασφάλεια» με την ίδια ευκολία που ένας γραφιάς θα άλλαζε μια ημερομηνία σε ένα έγγραφο.

Το πρόβλημα της κυβέρνησης; Υπάρχουν βίντεο. Πολλά βίντεο. Και δείχνουν τον Pretti ακινητοποιημένο στο έδαφος, αφοπλισμένο και ανήμπορο τη στιγμή που δέχεται τις σφαίρες. Όπως έδειξαν και τη Renee Good όταν την πυροβόλησε ο αλήτης του ICE, Jonathan Ross, εν ψυχρώ. Όμως, η απάντηση της Ουάσιγκτον είναι μία επιθετική άρνηση της πραγματικότητας: «Αυτό που βλέπετε δεν είναι αυτό που νομίζετε», λένε με μία ηρεμία που προκαλεί ίλιγγο. Όπως ακριβώς το προέβλεψε ο Τζορτζ Όργουελ στο 1984: «Το Κόμμα σού έλεγε να απαρνηθείς τη μαρτυρία των ματιών και των αυτιών σου. Ήταν η τελευταία τους εντολή, η πιο ουσιαστική». Η φράση αυτή υπογραμμίζει πώς η αλήθεια γίνεται σχετική και υποκειμενική, εξαρτώμενη μόνο από το τι ορίζει το Κόμμα ως αληθινό ανά πάσα στιγμή. Αν δεν ήταν τόσο τρομακτικό, θα ήταν για γέλια να βλέπεις την Caroline Levitt να ξεστομίζει αυτά τα ψέματα, λες και είναι μία ντελούλου τύπισσα που τη στρατολόγησαν σε θρησκευτική καλτ. 

Η περίπτωση της Nekima Levy Armstrong είναι επίσης διαστροφική. Η διαδηλώτρια συνελήφθη σε διαμαρτυρία και ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε μια φωτογραφία της στο X. Μόνο που δεν ήταν η πραγματική. Είχε υποστεί επεξεργασία, ένα ψηφιακό χειρουργείο, ώστε το πρόσωπό της, που στην πραγματικότητα ήταν ήρεμο και αγέρωχο, να φαίνεται παραμορφωμένο από τα δάκρυα και την απόγνωση.

Όταν οι δημοσιογράφοι απέδειξαν την παραποίηση συγκρίνοντάς την με την αρχική φωτογραφία που είχε αναρτήσει η ίδια η Υπουργός Εσωτερικής Ασφαλείας, Kristi Noem, η απάντηση του Λευκού Οίκου ήταν ένα μνημείο κυνισμού. Ο υποδιευθυντής επικοινωνίας Kaelan Dorr δεν ζήτησε συγγνώμη, αντίθετα, δήλωσε: «Τα memes θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν. Ευχαριστώ για την προσοχή σας».

Εδώ βρίσκεται η ουσία της νέας τακτικής: Το ψέμα δεν είναι πλέον κάτι που προσπαθείς να κρύψεις, αλλά ένα εργαλείο που επιδεικνύεις με έπαρση και η Armstrong δεν είναι πια μια πολίτης με δικαιώματα, αλλά ένα ψηφιακό αντικείμενο που η εξουσία μπορεί να τσαλακώσει κατά το δοκούν για να «τρολάρει» τους αντιπάλους της.

Το «Playbook» της φίμωσης

Αυτή η ανερυθρίαστη άρνηση της αλήθειας συνοδεύεται από μια πρωτοφανή επίθεση σε όσους επιμένουν να την καταγράφουν. Πριν από λίγες μέρες, το FBI εισέβαλε στο σπίτι της δημοσιογράφου της Washington Post, Hannah Natanson. Κατάσχεσαν τα πάντα: τηλέφωνα, λάπτοπ, ακόμα και το smart watch της. Η κατηγορία; Ότι «κατείχε διαβαθμισμένες πληροφορίες». Στην πραγματικότητα, η Natanson έκανε τη δουλειά της, μιλούσε με πηγές μέσα στην κυβέρνηση, που ανησυχούν για την αποσύνθεση των θεσμών.

Η γενική εισαγγελέας Παμ Μπόντι ακύρωσε την προστασία των δημοσιογράφων που ίσχυε επί Μπάιντεν, ανοίγοντας τον δρόμο για επιδρομές σε σπίτια ρεπόρτερ. Το μήνυμα είναι σαφές, «Αν μιλήσεις σε δημοσιογράφο, θα πας φυλακή. Αν είσαι ο δημοσιογράφος, θα σου πάρουμε τη ζωή (και τις συσκευές) σου».

Αυτή η «νέα κανονικότητα» του ανερυθρίαστου ψεύδους δεν είναι αποκλειστικά αμερικανικό φαινόμενο. Είναι ένας ιός που εξαπλώνεται όπου η εξουσία νιώθει ότι μπορεί να αγοράσει ή να εκφοβίσει την κοινή γνώμη. Ο Τραμπ ακολουθεί το μοντέλο του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, όπου τα ανεξάρτητα μέσα είτε εξαγοράστηκαν από φιλικούς επιχειρηματίες, είτε έκλεισαν μέσω «φορολογικών ελέγχων».

Σωματικός και τεχνολογικός εκφοβισμός: Με επιδρομές σε σπίτια ρεπόρτερ, το κράτος στέλνει το μήνυμα ότι η ιδιωτικότητα του δημοσιογράφου τελειώνει εκεί που αρχίζει η ενόχληση του Προέδρου.

Οικονομικός στραγγαλισμός: Ο Τραμπ έκοψε ήδη 1,1 δισ. δολάρια από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση (NPR, PBS) και δεν επιτίθεται μόνο με το FBI, αλλά και με στρατιές δικηγόρων, χρησιμοποιώντας το δικαστικό σύστημα ως πολιορκητικό κριό. Αγωγές 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά των New York Times, 10 δισεκατομμυρίων κατά του BBC για το μοντάζ μιας ομιλίας του και εκβιαστικοί συμβιβασμοί όπως αυτός του CBS (Paramount), που αναγκάστηκε να πληρώσει 16 εκατομμύρια για μία συνέντευξη της Κάμαλα Χάρις. Όταν δεν μπορείς να κλείσεις μια εφημερίδα, την οδηγείς στη χρεοκοπία. Το YouTube πλήρωσε ήδη 33 εκατομμύρια για να ξεμπλέξει. Ο φόβος του οικονομικού αφανισμού οδηγεί σε μια βουβή, ύπουλη αυτολογοκρισία.

Είναι η ίδια συνταγή που βλέπουμε στη Ρωσία του Πούτιν ή στην Τουρκία του Ερντογάν. Αν δεν μπορείς να κλείσεις μια εφημερίδα, την οδηγείς στη χρεοκοπία ή στέλνεις την αστυνομία στο σπίτι του ρεπόρτερ. Στη Ρωσία, η λέξη «πόλεμος» απαγορεύτηκε δια νόμου, αντικαθιστώμενη από την «ειδική επιχείρηση». 

Η Ελλάδα «τελευταία» της Ευρώπης

Δεν χρειάζεται να κοιτάμε μόνο τον Ατλαντικό. Στην Ελλάδα του 2025-2026, η κατάσταση θυμίζει έντονα αυτό το «μοντέλο». Για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, η χώρα μας παραμένει στην τελευταία θέση της Ε.Ε. στην ελευθερία του τύπου (89η παγκοσμίως).

Βλέπουμε την ίδια τακτική των SLAPPs (καταχρηστικών αγωγών) να πνίγουν μικρά ανεξάρτητα μέσα που ερευνούν σκάνδαλα όπως το Predator ή τις επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο. Βλέπουμε την επίσημη άρνηση γεγονότων που έχουν καταγραφεί σε βίντεο από διεθνή μέσα και οργανισμούς, με την κυβέρνηση να κάνει λόγο για «fake news» ή «ξένη προπαγάνδα», αρνούμενη πεισματικά να κοιτάξει την πραγματικότητα κατάματα. Βλέπουμε τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ να παραμένει μία υπόθεση όπου οι ηθικοί αυτουργοί δεν αγγίζονται, στέλνοντας ένα σιωπηλό αλλά τρομακτικό μήνυμα σε κάθε ρεπόρτερ του αστυνομικού ρεπορτάζ.

Το να ψεύδεσαι χωρίς καμία ντροπή είναι μία επίθεση στη δομή της ίδιας της κοινωνίας. Αν δεν συμφωνούμε στο τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, αν το βίντεο μιας δολοφονίας μπορεί να βαφτιστεί «meme», τότε η δημοκρατία παύει να λειτουργεί. Γίνεται ένας αγώνας ανάμεσα σε εκείνον που έχει το πιο δυνατό ηχείο και εκείνον που έχει την πιο γρήγορη σύνδεση στο Photoshop.

Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά