ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Οι 200 της Καισαριανής μετά το Τελευταίο Σημείωμα

Το βράδυ του Σαββάτου 14 Φεβρουαρίου 2026, έλαβα ένα μήνυμα διαφορετικό από τα άλλα. Μια Καισαριανιώτισσα φίλη, γειτόνισσα και συνοδοιπόρος, μού έστειλε έναν σύνδεσμο, για να αντικρύσω πατώντας τον κάτι που με γράπωσε απ’ τα σπλάχνα: Φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 πατριωτών κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.

Αποκλείεται, σκέφτηκα. Αδύνατον. Είναι φτιαχτό, τεχνητή νοημοσύνη. Μούδιασα. Και περίμενα. Μέχρι που άνθρωποι σοβαροί, κάποιοι ιστορικοί ή ιστοριοδίφες, έγραψαν ότι Γερμανοί στρατιώτες κάποτε απαθανάτιζαν την καθημερινότητα των φρικαλεοτήτων τους. Κι ότι οι φωτογραφίες αυτές -προφανώς μέχρι πρόσφατα βαθιά καταχωνιασμένες ως αδιάψευστα τεκμήρια της ντροπής ενός ολόκληρου έθνους- έχουν αρχίσει τα τελευταία χρόνια να βγαίνουν στο φως πωλούμενες σε διεθνείς δημοπρασίες. Φωτογραφίες που τώρα μένει να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους από ειδικούς, αλλά που όλα δείχνουν ότι είναι αυθεντικές.

Τώρα πια είχα κοκκαλώσει σαν άγαλμα, κρατώντας την ανάσα μου μη θολώσει το καθάριο βλέμμα τους. Οι οκτώ αυτές συγκλονιστικές φωτογραφίες βγήκαν πρόσφατα σε δημοπρασία στο eBay από Βέλγο πωλητή και αναρτήθηκαν στην πλατφόρμα Greece at WWII Archives. Γράφτηκε ότι προέρχονται από το άλμπουμ του Γερμανού υπολοχαγού Χέρμαν Χόιερ που υπηρετούσε τότε στο 1012 Festungs-Bataillon, με έδρα τη Μαλακάσα – πληροφορία την οποία μεταφέρω με επιφύλαξη γιατί δεν έχει διασταυρωθεί.

Για εμάς τους Καισαριανιώτες, η εκτέλεση των 200 –οι περισσότεροι, φυλακισμένοι της Ακροναυπλίας, που η μεταξική δικτατορία είχε παραδώσει στα κατοχικά στρατεύματα χωρίς να τους δώσει την ευκαιρία να υπερασπιστούν την πατρίδα τους– δεν είναι απλώς ένα ιστορικό συμβάν από τα πολλά. Είναι βαθύ συλλογικό βίωμα, ένα ολοπόρφυρο τραύμα κάτω απ’ τα ανοιχτό πουκάμισο της συνοικίας μας, που καθόρισε τον χτύπο της καρδιάς της.

Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.

Είχαμε σπουδαία τύχη, μεγαλώσαμε με τις διηγήσεις ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα. Διηγήσεις που άρδευαν την ψυχή μας, που γιγάντωναν μέσα μας το Δίκιο του Ανθρώπου πολύ πριν μάθουμε τι είναι και τι λένε οι Διεθνείς Χάρτες.

Το Σκοπευτήριο της Καισαριανής είναι η δική μας Χάρτα του Αδούλωτου Ανθρώπου, που όταν τον στήνουν στον τοίχο για τις ιδέες του, εκείνος επιλέγει να κοιτά τον θάνατο αγέρωχα στα μάτια και να του πλέκει από πάνω κι ένα τραγούδι.  

Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.

Οι 200 μπορεί να εκτελέστηκαν, ωστόσο ποτέ δεν πέθαναν στ’ αλήθεια, κι ας τους κάνουμε μνημόσυνο κάθε χρόνο. Ξεγλίστρησαν χορεύοντας το Ζάλογγο στη ρωγμή της ιστορίας. Κι από κει, τα τελευταία 82 χρόνια, μάς θωρούσαν με αγωνία να δουν – υψώνουμε ανάστημα όταν ο φασισμός παίρνει κεφάλι;

Στην Καισαριανή, ακούγαμε τις διηγήσεις για την εκτέλεση μέχρι που έσβησε πια η γενιά που έζησε τα γεγονότα. Κι είναι απροσμέτρητη η απώλεια, γιατί καμία ανάλυση για τη φρίκη του πολέμου και του φασισμού δεν συγκρίνεται με τη θεία κοινωνία της λαλιάς και του συναισθήματος των ανθρώπων που ήταν εκεί και τό ’ζησαν.

Ακούγαμε για τα σημειώματα που πετούσαν οι μελλοθάνατοι μέσα από τα καμιόνια με την ελπίδα να φθάσουν στα χέρια των δικών τους, πολύ πριν γυριστεί το συγκλονιστικό «Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη. Για τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που οι Ναζί είχαν προσφερθεί να του χαρίσουν τη ζωή γιατί τους ήταν χρήσιμος ως διερμηνέας, αλλά όταν του είπαν πως θα εκτελούσαν άλλον στη θέση του, εκείνος επέλεξε να πεθάνει.

Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.

Ακούγαμε πώς οι 200 στάθηκαν περήφανοι μπροστά στο απόσπασμα με τη γροθιά υψωμένη. Για μια γυναίκα που είδε την εκτέλεση από κάποιο μπαλκόνι ή ύψωμα, δεν άντεξε και τρελάθηκε. Ένας γέροντας μου είχε διηγηθεί πώς, παιδάκι ακόμα, είχε ανέβει σε κάποιο καμπαναριό, και παρακολουθούσε τα γεγονότα.

Πιο πολύ βέβαια με σημάδεψε η διήγηση της γιαγιάς μου. Μέχρι που πέθανε αφηγούνταν πώς οι Γερμανοί στοίβαξαν έπειτα τα πτώματα σε καμιόνια για να τα μεταφέρουν, και καθώς περνούσε το κομβόι «έρρεε το αίμα ποτάμι, έρρεε στους δρόμους, κι εγώ έτρεχα ξωπίσω, και μαζί κρυβόμουν να μη με δουν». Κοπελίτσα τότε. Κάποιες γυναίκες έραιναν το τιμημένο αυτό ποτάμι με λουλούδια. Και κάθε φορά που η γιαγιά έλεγε την ιστορία, έκλαιγε – σαν να το ζούσε απ’ την αρχή. Κάθε μα κάθε φορά ξεσπούσε σε αναφιλητά, κι ας λένε πως ο χρόνος απαλύνει κάθε ανάμνηση. Τέτοια φρίκη γίνεται σωματική μνήμη κι ανάσα μας.

Ακούγοντας τις διηγήσεις, είχαμε πλάσει γίγαντες στη φαντασία μας αυτούς τους ανθρώπους, τους εκτελεσμένους στο Σκοπευτήριο. Τους φυλούσαμε μέσα μας πλημμυρισμένους στο φως.

Και τώρα, ξαφνικά, ένα τυχαίο σαββατιάτικο βράδυ, είδαμε τα πραγματικά τους πρόσωπα ακριβώς την ιερή στιγμή που βάδιζαν προς τη θυσία, διαβαίνοντας το στενό πέρασμα που οδηγεί στον Τοίχο της Εκτέλεσης. Τους είδαμε να περπατούν στητοί, καμαρωτοί, περιποιημένοι σαν να πήγαιναν σε γιορτή٠ να στέκονται με το κεφάλι ψηλά και τη γροθιά υψωμένη απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.
Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.

Κι εκείνη την εκπληκτική και σπάνια, εκείνη τη συθέμελα συγκλονιστική στιγμή, ο μύθος τους σφιχταγκαλιάστηκε με την πραγματικότητα. Γιατί οι φωτογραφίες ανταποκρίνονται πλήρως στις μυριάδες αφηγήσεις που ήθελαν τους ανθρώπους αυτούς να στέκονται Ελεύθεροι Πολιορκημένοι απέναντι στον φασισμό.

Μόνο το μπόι τους٠ το μπόι, ναι, δεν απεικονίζεται σωστά στις φωτογραφίες. Γιατί αυτό δεν είναι ίσο με το ανθρώπινό τους ανάστημα. Είναι ίσο με την Ιστορία.   

Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα
με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,
όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι – άνθρωπος να σαι!

Κι είναι εκπληκτική η ιστορική συγκυρία που οι 200 της Καισαριανής επέλεξαν να μας κοιτάξουν καταπρόσωπο: τη στιγμή ακριβώς που καταρρέουν όλες οι διεθνείς συνθήκες τις οποίες η ανθρωπότητα δημιούργησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για να αποτρέψει νέες θηριωδίες٠ τη στιγμή ακριβώς που ο φασισμός έχει εξαπλωθεί σαν γάγγραινα και κανονικοποιείται παγκοσμίως.

Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!

Είναι ετούτη την κρίσιμη ώρα που οι 200 της Καισαριανής επέλεξαν να συνομιλήσουν απευθείας μαζί μας. 

Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.

(Οι εμβόλιμοι στίχοι είναι από το ποίημα του Κώστα Βάρναλη «Πρωτομαγιά του 1944»)

Δέσποινα Παπαγεωργίου

Share
Published by
Δέσποινα Παπαγεωργίου