Με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ερευνά σοβαρές καταγγελίες για κακοδιαχείριση κονδυλίων στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει να μιλήσει για θεσμούς και μεταρρυθμίσεις. Στη σημερινή τοποθέτηση του πρωθυπουργού για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τα κενά είναι πιο πολλά από τις λέξεις.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να τοποθετηθεί στον γνώριμο τόνο. Θεσμικός, μετρημένος, σχεδόν τεχνοκρατικός. Μίλησε για την ανάγκη να αφήσουμε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κάνει τη δουλειά της και να αποδώσει ευθύνες όπου υπάρχουν, μίλησε για μεταρρυθμίσεις, για «ασυμβίβαστο» μεταξύ βουλευτή και υπουργού και για αλλαγές που θα θωρακίσουν -υποτίθεται- το σύστημα.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μια γενική «σκιά», είναι συγκεκριμένη. Αφορά τη διαχείριση ευρωπαϊκών αγροτικών επιδοτήσεων, με καταγγελίες για παράνομες πληρωμές, στρεβλώσεις στο σύστημα δηλώσεων και ελέγχων, και -κυρίως- με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να έχει ήδη μπει στην υπόθεση για να διερευνήσει πιθανές ποινικές ευθύνες.
Δηλαδή, δεν μιλάμε για πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για μια υπόθεση που έχει φύγει από το επίπεδο των εντυπώσεων και βρίσκεται πλέον σε επίπεδο διεθνούς δικαστικής διερεύνησης. Και ο πρωθυπουργός της χώρας, παίρνει τη θέση του παρατηρητή.
Αν προσέξουμε τη δήλωση του πρωθυπουργού, βλέπουμε ότι είναι απολύτως στρατηγική. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αφορά διαχείριση ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ερευνά ενεργά πιθανές ποινικές ευθύνες. Αυτό σημαίνει ότι η υπόθεση δεν μπορεί να ελεγχθεί επικοινωνιακά μόνο εντός Ελλάδα και αυτό εξηγεί σχεδόν τα πάντα στη δήλωση.
Ζήτησε ουσιαστικά να περιμένουμε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να αποφανθεί «αν και σε ποιους θα ασκηθούν διώξεις» και αυτή είναι η πιο κρίσιμη φράση, αφού έτσι η κυβέρνηση δεν αναλαμβάνει το ρίσκο της κρίσης. Πρώτον, οριοθετεί το timing, γιατί μέχρι να μιλήσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν θα γίνει καμία σοβαρή πολιτική αλλαγή και δεύτερον, μεταφέρει την ευθύνη εκτός κυβέρνησης, που σημαίνει ότι αν υπάρξουν διώξεις θα το έχει αποφασίσει η Δικαιοσύνη. Αν δεν υπάρξουν, τότε ούτε γάτα, ούτε ζημιά.
Υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση σέβεται τους θεσμούς και δεν παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη (αν είχα 10 λεπτά για κάθε φορά που το έχει πει αυτό, θα ήμουν πλούσια στις Μαλδίβες), ενώ ταυτόχρονα παρουσίασε την πρότασή του για το ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτή και υπουργού ως μια τομή που θα ενισχύσει τη διαφάνεια.
Δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη αναφορά στο τι ακριβώς πήγε στραβά στη διοίκηση ΟΠΕΚΕΠΕ, στην ευθύνη του υπουργείου, ποιος είχε την πολιτική ευθύνη για την εποπτεία του οργανισμού ή αν η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι υπήρξε πρόβλημα στη διαχείριση. Καμία παραδοχή αποτυχίας ελέγχου, αντίθετα, όλη η γλώσσα είναι παθητική. «Αν υπάρχουν ευθύνες» ή «αν προκύψουν διώξεις».
Εκεί που το πράγμα γίνεται σχεδόν ειρωνικό είναι η μετατόπιση της κουβέντας. Αντί η δήλωση να μείνει στον ΟΠΕΚΕΠΕ, μεταφέρεται γρήγορα σε ένα γενικότερο αφήγημα περί θεσμικών αλλαγών. Το ασυμβίβαστο βουλευτή–υπουργού παρουσιάζεται ως λύση σε μια ευρύτερη παθογένεια του πολιτικού συστήματος. Μόνο που αυτό δεν απαντά στα βασικά ερωτήματα και βέβαια έχει και ένα δεύτερο επίπεδο. Μιλάει προς τη δική του κοινοβουλευτική ομάδα, λέγοντας ότι «Θα αλλάξουμε κανόνες, άρα μαζευτείτε».
Όταν λοιπόν η απάντηση είναι «θα αλλάξουμε το σύστημα», χωρίς να υπάρχει σαφής αποτύπωση του τι δεν λειτούργησε στο υπάρχον, τότε η μεταρρύθμιση είναι για ακόμη μία φορά μία επικοινωνιακή κίνηση και όχι ανάληψη ευθύνης. Και βέβαια, οι εκλογές είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο, αφού ούτε λόγος για κάτι τέτοιο. Έχουμε μάθει πια να αναγνωρίζουμε καλά, όμως, πως όταν μια πολιτική τοποθέτηση είναι τόσο προσεκτικά σχεδιασμένη, αυτό συμβαίνει για να αποφευχθεί κάθε σενάριο κυβερνητικής αλλαγής και είναι απλώς ένας τρόπος για να κερδίζει ο πρωθυπουργός χρόνο.
Αν κάτι μοιάζει οικείο σε όλο αυτό, δεν είναι τυχαίο, το μοτίβο είναι σχεδόν επαναλαμβανόμενο. Ένα σκάνδαλο προκύπτει, η κυβέρνηση κρατά θεσμική στάση, περιμένουμε τη Δικαιοσύνη, εξαγγέλλονται αλλαγές και η υπόθεση από πολιτικό σκάνδαλο, μετατρέπεται σε μια απλή δικαστική διαδικασία που θα τραβήξει σε βάθος χρόνου. Στο μεταξύ, η πολιτική ευθύνη παραμένει σε εκκρεμότητα και όσο παραμένει σε εκκρεμότητα, τόσο μετατρέπεται σε κάτι αόρατο.