– «Μπορώ να στρίψω ένα τσιγάρο, έτσι;» – «Πολύ φοβάμαι πως όχι»

Ξέρω τον πόνο του να θες ένα ρημάδι τσιγάρο και να μην έχεις. Έχω υπάρξει τρακαδόρος, κυρίως κατά τα φοιτητικά μου χρόνια, όπου δεν έπαιρνα δικό μου πακέτο ή καπνό επειδή δεν κάπνιζα συστηματικά. Κι έπαιρνα ένα τσιγάρο από τη μία φίλη μου κι ένα τσιγάρο από την άλλη, ίσα για τον καφέ (μια που μου δόθηκε η ευκαιρία, «συγγνώμη Ελεάνα, συγγνώμη Άννα – Μαρία!»). Έκτοτε, ως regular καπνίστρια πλέον, σπάνια κάνω τράκες. Φροντίζω να τσεκάρω αν έχω ξεμείνει από καπνό πριν πάω κάπου, έτσι ώστε να μη βαρεθώ μετά να πεταχτώ στο περίπτερο κι αναγκαστώ να ξεφτιλίσω τον καπνό κάποιου από την παρέα. Αν από την άλλη είμαι ρέστη από λεφτά και δεν έχω να πάρω καπνό, αν λυσσάω τόσο πολύ και δεν μπορώ να αντέξω, προτιμώ να ζητήσω 4 ευρώ από την κολλητή μου, παρά να ζητιανεύω για ένα τσιγάρο δεξιά κι αριστερά. Γιατί ο καπνός και τα τσιγάρα, ως γνωστόν, κοστίζουν.
Υπάρχει ωστόσο εδώ ένα ζήτημα κι εσείς ειδικά που κάνετε στριφτά, θα με καταλάβετε.

Νιώθω πως όσοι δεν καπνίζουν συχνά και κάνουν έτσι ένα για το κέφι ή καπνίζουν βιομηχανικά τσιγάρα, πιστεύουν πως ο καπνός «γεννάει», πως το σακουλάκι του δεν έχει πάτο, πως δεν τελειώνει ποτέ! Τι φάση φίλοι μου; Φυσικά και τελειώνει. Μετά τις δέκα τράκες έχει αρχίσει να λιγοστεύει (ειδικά όταν βάζεις μέσα τη χερούκλα σου και πιάνεις μια φούντα καπνό, ίσα με αυτή που στολίζει ένα τσαρούχι και μετά πας και στρίβεις ένα «μπουρί» λες και είμαστε το καλοκαίρι στην Ανάφη). Έτσι λοιπόν αν στην παρέα ή σε ένα μπαρ, είσαι αυτός που κάνει καπνό, γίνεσαι πιο εύκολος στόχος από τον κολλητό σου που κάνει, για παράδειγμα, Καρέλια χρυσή κασετίνα. Γιατί αυτόν τον λυπούνται, φαίνονται τα τσιγάρα του, μπορείς να τα μετρήσεις! 

Οι δαιμόνιοι τρακαδόροι ωστόσο, έχουν πολλά πρόσωπα. Πάμε λοιπόν να τους γνωρίσουμε έναν – έναν.

«Ο/Η Κολλητός/η»
Είναι από τους καλύτερους φίλους σου. Διατείνεται μονίμως πως δεν καπνίζει, άντε να καπνίσει καμιά φορά αν περνάει πολύ καλά, αλλά όταν βγαίνετε έξω για κρασιά, αρχίζει: «Να σου πάρω μωρέ ένα τσιγάρο;» (εδώ φανταστείτε να το κάνει με αυτό τον αλάθανστο τρόπο ). Λες εσύ με την καλή σου την καρδιά, «Ναι ρε! Τι ρωτάς;» και πετάς με χαρακτηριστική άνεση τον καπνό μπροστά του, λες και δεν αξίζει τίποτα (κι ας μέτραγες τα φραγκοδίφραγκα το πρωί για να βγούνε και να τον αγοράσεις) γιατί δεν περιμένεις ότι θα σου έχει ξετινάξει όλο τον καπνό, τα χαρτάκια και τα φιλτράκια μέχρι το τέλος της βραδιάς.

«Ο/Η γνωστός/η aka δεν έχουμε και τόοοοση οικειότητα κουκλίτσα μου»
Στις μεγάλες παρέες, αν είσαι ο μόνος καπνιστής (κι -επαναλαμβάνω- αυτός με τον καπνό), είσαι μαγνήτης. Είναι οι γνωστοί σου, που δεν τους κάνεις δηλαδή παρέα και κάθε μέρα, που θα σε πλευρίσουν και θα σου ζητήσουν, αρχικά ευγενικά, ένα τσιγάρο. Πριν το καταλάβεις φίλε μου, αυτοί ειδικά οι τύποι, μισή ώρα μετά, έχουν πιάσει τον καπνό σου στα χέρια τους, έχουν βάλει το φιλτράκι στο στόμα και τότε θυμούνται να σου πουν «Φιλίππα, σου κάνω ένα τσιγάρο, ε;». «Εεε… ΟΧΙ!», θέλω να πω και δαγκώνομαι, γιατί κατά βάθος τους πονάω. Μόνο όταν φτάνω στο αμήν και ξέρω ότι δε θα βγάλω εγώ το υπόλοιπο βράδυ, λέω «ρεεε έχω μόνο τρίμματα… σόρρυ» και είναι αλήθεια.

«Ο/Η παντελώς άγνωστος/η aka Άραξε λίγο μωρή, με ξες κι από χθες;»
Και τώρα θα σας πω μια ιστορία. Είμαι σε ένα live το περασμένο Σάββατο και μια κοπέλα με πλησιάζει και μου ζητάει αναπτήρα (σε άλλο Κυτίο Παραπόνων θα μιλήσουμε γι’ αυτό) με κάπως αγενή τρόπο, λες και παίζαμε παρέα σφαλιάρες. Με αφορμή αυτό, γυρνάω στην φίλη μου που αράζαμε μαζί και της αναφέρω πως θα γράψω σε τούτη δω την στήλη για τους τρακαδόρους, καθώς μια βδομάδα πριν, σε γνωστό μπαρ της πόλης, με πλησίασε μια άγνωστη κοπέλα και μου ζήτησε τσιγάρο, λες και της το χρωστούσα! Δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη φράση μου και μου κάνουν τράκα, μια μπάρα φιλτράκια, ένα χαρτάκι και έπειτα με πλησιάζει ένας τύπος και δύο κοπέλες, εντελώς άγνωστοι και μου ζητούν ένα τσιγάρο. Κοιτάζω μήπως έχω πάνω μου κάποια ταμπέλα που λέει “FREE CIGARETTES”… ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΚΑΤΙ! Η φίλη μου δίπλα δεν μπορεί να πιστέψει πόσο to the point ήταν η κουβέντα μας κι εγώ, αφενός έξαλλη, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι είμαι η μόνη που καπνίζω σε ολόκληρο το live, αφετέρου σκέφτομαι πόσο υλικό έχω για το κείμενο μου και παρηγορούμαι.

Ξέρω πόσο απελπισμένος μπορεί να είσαι για ένα τσιγάρο, έτσι ώστε να φτάσεις σε σημείο να ζητήσεις από έναν άγνωστο. Μεταξύ μας, είναι και μια καλή ευκαιρία για μια γνωριμία, για φλερτ. Επίσης γνωρίζω καλά, αν δεν καπνίζεις συστηματικά για να έχεις δικό σου πακέτο, πόσο δελεαστικός είναι ο καπνός του άλλου, όταν το σηκώνει η φάση και ειδικά όταν κάθεται και φουμάρει δίπλα σου μακάριος, ενώ εσύ κοιτάς με κουταβίσια μάτια. Ήρθε η ώρα όμως να βάλουμε ένα όριο και να σκεφτούμε και τον τρόπο που ζητάμε. Δύσκολα θα σου αρνηθεί κανείς αν το ζητήσεις γλυκά και ευγενικά. Όταν είσαι κόκαλο από τα ποτά, είμαι κι εγώ και έρθεις και μου ζητήσεις τσιγάρο λες και ήμαστε ίδια σειρά στο στρατό, το πιο πιθανό είναι να μανουριάσουμε. Θυμάμαι ένα πρωί στο Άσυλο, ένα ζευγαράκι μου ζήτησε να στρίψει από τον καπνό μου, με πολύ γλυκό τρόπο. Είχα πραγματικά μόνο λίγα τρίμματα και τους τα έδωσα όλα, τον καπνό, τα χαρτάκια, τα φιλτράκια. Αν αυτά τα δύο τσιγάρα ήταν για εκείνους το επιστέγασμα μιας ωραίας βραδιάς, χαλάλι. Συνεπώς, το παράπονό μου είναι η αγένεια στον τρόπο και η υπέρμετρη εκμετάλλευση της καλοσύνης μας. Ποιων; Εμάς των ανθρώπων με τον καπνό που να θυμάστε: δεν πολλαπλασιάζεται μόνος του, βγάζει γύρω στα 50 τσιγάρα και λογαριάζουμε να μας διαρκέσει 3 μέρες, αλλά προπαντός, ότι δεν μας τον χαρίζει κανείς, τον πληρώνουμε.

Φιλίππα Δημητριάδη

Η Φιλίππα Δημητριάδη είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα, όπου μεγάλωσε και ζει μέχρι σήμερα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

Share
Published by
Φιλίππα Δημητριάδη