2017, το έτος που ο φεμινισμός απέκτησε νέο νόημα

Αν το 2016 εμπεδώσαμε το μοτίβο «η πατριαρχία αντεπιτίθεται», διανθισμένο με white supremacy πολιτικές και πατριωτικούς λαϊκισμούς από την Πολωνία ως τις ΗΠΑ, το 2017 υφίστανται ορατοί πόλοι αντίστασης.

Αφ’ ενός, στο πρώτο μισό της χρονιάς, δημιουργείται το κίνημα της Παγκόσμιας Απεργίας των Γυναικών (International Women’s Strike), προσβλέποντας σε μία εναλλακτική χρήση της «παγκόσμιας συνθήκης». Η εναλλακτική αυτή χρήση επιχειρεί να δρομολογήσει μια διαλεκτική φεμινιστικής θεωρίας και πράξης καθιστώντας σαφή την πολύμορφη δυναμική και τους πολλαπλούς στόχους ενός σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος. Αρκεί να διαβάσουμε την ανακοίνωση της αμερικανικής πτέρυγας που δημοσιεύεται στις 8 Φεβρουαρίου για να διαπιστώσουμε τις προθέσεις αλλά και τις δυνατότητες της απόλυτα σύγχρονης αυτής πρωτοβουλίας. Επιχειρώντας να αντιταχθούν στην στρέβλωση του ψευδο-φεμινιστικού lean-in ιδεολογήματος, που εκπροσωπείται από την Facebook COO Sheryl Sandberg και την Ivanka Trump, οι γυναίκες καλούνται να πρωτοστατήσουν στους αγώνες της εργασίας, στους αγώνες για το περιβάλλον, να ταχθούν ενάντια στις πλείστες και διαπλεκόμενες μορφές κοινωνικού και φυλετικού ρατσισμού, καθώς και στην περαιτέρω υπονόμευση της δημοκρατίας.

Το 2017 είναι συνεπώς η χρονιά που βλέπουμε την άνοδο ενός φεμινιστικού πλήθους ή multitude – όρος της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας που επιχειρεί να αποτυπώσει ένα ενοποιητικό σχήμα φεμινιστικής μαχητικότητας προς υπέρβαση της εύκολου αφηγήματος των πολλών και ασύνδετων φεμινιστικών μικρο-πολιτικών, των πολλαπλών φεμινισμών (στον πληθυντικό), που κληροδότησε ο μεταμοντερνισμός του τέλους του εικοστού αιώνα.

Στο δεύτερο μισό του 2017, το κίνημα του #MeToo σπάει το φράγμα της σιωπηλής ανοχής και υποταγής στους κανόνες του παιχνιδιού, με εκατομμύρια γυναίκες, όλων των χρωμάτων και τάξεων, να καταθέτουν ανοιχτά προσωπικές, πλην πολιτικές, ιστορίες σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας. Εδώ, γίνεται πια φανερός ο ρόλος που παίζει, και θα παίζει, η τεχνολογία στην διαμόρφωση φεμινιστικής συνείδησης τον εικοστό-πρώτο αιώνα, καθώς οι συνδέσεις γίνονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το #MeToo υπήρξε το σχολείο της χρονιάς. Δεν αναφέρομαι φυσικά στο προφανές του «εύρους» των μισογυνιστικών συμπεριφορών που κατατίθενται, αλλά στην ενίοτε αντιμετώπισή τους.  

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Ένα από τα πράγματα που μαθαίνουμε είναι ότι κάποιοι άνδρες δεν είναι σε θέση να διαχωρίσουν το φλερτ από τη σεξουαλική παρενόχληση. Θιγμένοι, και προφανώς απειλημένοι, αυτο-γελοιοποιούνται δημοσίως εξαπολύοντας επιθέσεις τύπου «σχολικό προαύλιο» προς τις «φεμίχαζες» και τις “feminazi”. Από κοντά και κάποια ταλαίπωρα «πραγματικά θηλυκά» που έχουν ταυτίσει την αυτο-εκτίμησή τους με την συλλογή χουφτωμάτων και cat-calls από το Διεκδικητικό Φύλο που έχει το μονοπώλιο στο «πρώτο βήμα». Και οι μεν και οι δε – θα τους ονομάσω, από μια παλιά αμερικάνικη κωμωδία, The We-Fear-Change Brigade – αγνοούν το ότι κάποιοι και κάποιες είτε ήδη βιώνουν μια άλλη σεξουαλική πραγματικότητα κι ελευθεριότητα είτε μάχονται γι’ αυτήν. Βέβαια, Η Ταξιαρχία Φοβόμαστε-Την-Αλλαγή προκύπτει σε κάθε απόπειρα εναντίωσης στην όποια ηγεμονική ιδεολογία, αλλά εν προκειμένω ήταν ενδιαφέρον να δούμε την ανάσταση κατηγοριών περί «φεμινιστικού πουριτανισμού» (ελλείψει μάλλον επιχειρημάτων). Ο πειρασμός να δοθεί ως απάντηση ένα αυθόρμητο φεμινιστικό χασμουρητό είναι μεγάλος – είναι πράγματι βαρετή η επανάληψη, και στο κάτω-κάτω σοβαρές και μακροσκελείς απαντήσεις έχουν δοθεί προ πολλού. Από την άλλη όμως, ο φεμινισμός δεν εξελίσσεται σε συνθήκες δικής του επιλογές αλλά σε διαλεκτική σχέση με την αντίσταση που δέχεται – και η οποία είναι πολυ-εστιακή στη σύγχρονη ανασύνταξη των συντηρητικών δυνάμεων και άρα δεν σηκώνει χασμουρητά.

Ένα άλλο που μάθαμε είναι η ανθούσα σύγχυση μεταξύ σεξ και εξουσίας στις συζητήσεις γύρω από το #MeToo, όπως αποτυπώνεται στην εύστοχη ανάλυση της Melissa Gira Grant που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στη New York Books. Η Grant υπογραμμίζει ότι η συχνή έμφαση στο «σεξ» και σε μία «κακή ερωτική συμπεριφορά» στις σχετικές συζητήσεις παρουσιάζει το πρόβλημα ως δια-προσωπικό – ακριβώς, ως μία «ανάρμοστη συμπεριφορά» που μπορεί να διορθωθεί με υποδείξεις. Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποκρύπτει άρα τον συστημικό χαρακτήρα του προβλήματος, το πρόβλημα ως δομικό στοιχείο ενός συστήματος με case study το εργασιακό περιβάλλον. Το πρόβλημα προκύπτει μέσα από ένα πολυ-θεσμικό οικοδόμημα όπου βρίσκουμε «το αφεντικό», «τα τμήματα Ανθρώπινου Δυναμικού», και «την κουλτούρα γραφείου» ως ξεκάθαρη ιεραρχία  – πάντα για το «καλό της επιχείρησης» και την ‘επιτυχή ολοκλήρωση’ του κάθε πρότζεκτ που απαιτεί την όποια θυσία, γιατί κάπως πρέπει αυτό το περιβάλλον να χαλαρώνει. Στην ανάλυση της Grant, γίνεται σαφές ότι η σεξουαλική παρενόχληση στο εργασιακό περιβάλλον (όπου επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό το #MeToo) είναι άσκηση πειθαρχίας: «όταν οι άντρες χρησιμοποιούν το σεξ για να σπρώξουν τις γυναίκες σε κατώτερες, υποδεέστερες και αόρατες θέσεις, αυτό δεν είναι ερωτισμός, είναι τιμωρία. Πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι η σεξουαλική παρενόχληση έχει ως μέτρο το πόσο σεξουαλικά παραβιασμένο αισθάνεται το θύμα (ή όπως της λένε ότι πρέπει να αισθάνεται). Η σύγκρουσή μας δεν έχει στόχο το σεξ, ούτε τους άντρες ειδικά ή γενικά, αλλά την εξουσία.» Μόνο που – και αυτό δεν το λέει η Grant – σε εποχές έξαρσης των ιδεολογιών του ‘φασιστικού matrix’, όπως αποκάλεσε την δική μας ο ιστορικός Enzo Traverso, η εξουσία σαγηνεύει.

Το τρίτο σημαντικό μάθημα που δίδαξε το #MeToo είναι η συνεχιζόμενη κουλτούρα ενδο-φεμινιστικής κόντρας. Ακούσαμε επιχειρήματα, ειδικά τις πρώτες μέρες, (α) ότι «αυτά» αφορούν τις προνομιούχες γυναίκες της show biz, (β) ότι η εκστρατεία έλαβε δημοσιότητα μόνο επειδή την υποστήριξε ο «λευκός φεμινισμός», (γ) ότι οι άντρες είναι αυτοί που οφείλουν να προβούν στις εξομολογήσεις «κι εγώ το έκανα» και όχι πάλι οι γυναίκες να αυτο-θυματοποιηθούν με το «μου το έκαναν». Αυτό το μάθημα είναι απ΄τα δύσκολα. Το (α) αποδείχτηκε εμπειρικά λάθος, όμως οι ταξικές διαφορές υφίστανται. Το (β) αναπαράγει ένα γνωστό ρήγμα που θέτει σε πρώτο πλάνο το ζητούμενο των κοινών στόχων, και δεν πρόκειται να εκλείψει στις ρατσιστικές μας κοινωνίες. Το (γ), παρά τις ευγενείς προθέσεις, οραματίζεται μια αδύνατη επανάσταση: το να περιμένουν οι γυναίκες τους άντρες να ξεκινήσουν ένα μαζικό «κι εγώ το έκανα» είναι σα να περιμένει η εργατική τάξη τον ξεσηκωμό των βιομηχάνων ενάντια στην καταπίεση κι εκμετάλλευση των εργαζομένων.

Αν παραβλέπει άρα κάτι η Grant ως προς την εξουσία (το οποίο δείχνει πόσο εύκολα προβαίνουμε σε αντιφάσεις) είναι ότι δεν διαχέεται αφηρημένα στην κοινωνία, αλλά ότι κάποιοι την εξασκούν συγκεκριμένα σε βάρος κάποιων. Κοινώς, δεν υπάρχει εξουσία χωρίς εξουσιαστές και εξουσιαζόμενες, και ευχόμεθα διά το 2018 εμβάθυνση της συνειδητοποίησης ότι το να μιλάς με θάρρος για τις πραγματικές συνθήκες της ζωής σου και της εργασίας σου δεν σε καθιστά θύμα αλλά πολιτικό ον.

Άντζελα Δημητρακάκη

Share
Published by
Άντζελα Δημητρακάκη