«Να φτιάξουμε τσουρέκια, να μυρίσει το σπίτι», έλεγε πάντοτε ο πατέρας μου αυτές τις μέρες. Μπορεί του ζαχαροπλαστείου να είναι αψεγάδιαστα, μπορεί να έχουν τη «σωστή» υφή – με πολλές ίνες ν’ αποκαλύπτονται καθώς τα κόβεις με το χέρι, αλλά με του ζαχαροπλαστείου το σπίτι δεν μυρίζει.
Πήρε χρόνια να συνειδητοποιήσω πόσο βαθύ νόημα έκρυβε αυτή τη φράση. Η όσφρηση είναι η πιο δυνατή αίσθηση. Όταν μπαίνεις σ’ ένα σπίτι, μπορεί να μη θυμάσαι το χρώμα ή τη διάταξη των επίπλων, θυμάσαι όμως σίγουρα τη μυρωδιά του. Απ’ τη μυρωδιά αναγνωρίζονται οι παλιοί εραστές, ακόμα κι αν ο χρόνος έχει βαρύνει το βλέμμα και τα σώματά τους. Ο αγέρας της θάλασσας μυρίζει ανέμελα χρόνια, κι αν σκύψεις πάνω απ’ τις ανθισμένες πασχαλιές, πετιέται «Πάσχα στο χωριό» από τα γης, κι αντρειεύει και θεριεύει.
Η επιστήμη πια υποκλίνεται στην όσφρηση ως την πιο δυνατή αίσθηση. «Όταν εισπνέεις, τα μόρια των οσμών προσδένονται σε υποδοχείς στη μύτη σου και μεταφέρονται στον οσφρητικό βολβό στο μπροστινό μέρος του εγκεφάλου», εξηγεί το Time. «Σε αντίθεση με την αφή, την ακοή ή την όραση –που όλες περνούν από έναν “σταθμό μεταβίβασης”, τον θάλαμο, πριν τις αντιληφθούμε συνειδητά– η όσφρηση παρακάμπτει εντελώς αυτό το στάδιο και συνδέεται κατευθείαν με το λιμβικό σύστημα. Αυτό είναι το συναισθηματικό κέντρο του εγκεφάλου, που φιλοξενεί την αμυγδαλή και τον ιππόκαμπο, εκεί όπου αποθηκεύονται οι μνήμες».
Γι’ αυτό οι μυρωδιές ξυπνούν μνήμες και δημιουργούν απέραντα συναισθηματικά τοπία.
«Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρύφαλλο», γράφει ο Ελύτης στη Μ. Τρίτη. «Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να:/ η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος./ Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα./ Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα».
Πώς μυρίζουν οι αγαπημένοι μας άνθρωποι; Μην οι γιαγιάδες είναι εκείνο το γλυκό ανακάτωμα από λεμόνι και γιασεμί, από πάστα φλώρα και κεφτεδάκια;
Πώς μυρίζει η χαρά και πώς η θλίψη;
Τι άρωμα έχει η αγάπη;
Μην τα κλεμμένα όνειρα μυρίζουν χυμένο κρασί ή καμένο λάστιχο;
Κι όσα βγήκαν αληθινά, μήπως ευωδιάζουν βανίλια σαν το μητρικό γάλα και κανέλλα απ’ τις κορφές των πιο γλυκών μας χρόνων;
Φυσικά, δεν ταιριάζουν οι ίδιες μυρωδιές σε κάθε άνθρωπο. Ο καθένας μας έχει τις δικές του μοναδικές συνδέσεις. Τα συναισθηματικά τοπία που αποκαλύπτει κάθε μυρωδιά είναι κατάδικά μας.
Από την Εβδομάδα των Παθών φθάνουμε στην Ανάσταση μέσα απ’ την ολάνθιστη φύση. Με τα λουλούδια της προσερχόμαστε στο τελευταίο ξόδι. Μ’ αυτά σηματοδοτούμε μετά τη χαρά.
Δεν τα χρειαζόμαστε όμως μόνο για την ομορφιά, αλλά και για την ευωδιά τους.
Όταν μυρίζεις ένα λουλούδι για 30 δευτερόλεπτα –λέει πάλι η επιστήμη– η καρδιά μαλακώνει κι αρχίζει να χτυπά πιο αργά, το νευρικό σύστημα μεταβάλλεται κι η διάθεση βελτιώνεται. Ο εγκέφαλός μας είχε φτιαχτεί για να ανταποκρίνεται στις μυρωδιές πολύ πριν υπάρξει λογική σκέψη. Δημιουργήθηκε για να μας βοηθήσει να επιβιώσουμε: να προσανατολιζόμαστε, να εντοπίζουμε έγκαιρα κινδύνους, να αντιλαμβανόμαστε ποιες τροφές είναι καλές και ποιες όχι.
Με κάποιο μαγικό τρόπο αυτή η μοντέρνα γνώση είναι ενσωματωμένη βαθιά σε πανάρχαιες ιεροτελεστίες για τα σπουδαιότερα γεγονότα της ζωής – και για τον θάνατο. Ιεροτελεστίες μελετημένες στην τελευταία λεπτομέρεια.
Μπορεί τον πόνο της μάνας Παναγιάς να μην απαλαίνει τίποτε, κι η ολάνθιστη φύση να κάνει ακόμα πιο σκληρή αντίθεση με την αδυσώπητη μοίρα. Ταυτόχρονα, όμως, οι ευωδιές της άνοιξης δημιουργούν ένα προστατευτικό λίκνο για τη σπασμένη καρδιά της μάνας: επιβραδύνοντας τον ρυθμό της, τη βοηθούν ν’ αντεπεξέλθει.
Έπειτα, στην Ανάσταση, εξυψώνουν την ανείπωτη χαρά στα ουράνια.
Κι αν η ζωή μας έχει γίνει σήμερα πιο βαριά, είναι γιατί τα μεγάλα γεγονότα της ζωής δεν έχουν αγριολούλουδα – και τα περισσότερα λουλούδια του ανθοπωλείου δεν μυρίζουν. Πόσες φορές έσκυψες να μυρίσεις το μπουκέτο που αγόρασες, δοκιμάζοντας μια από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις της ζωής σου; Για παράδειγμα, τα περισσότερα τριαντάφυλλα που καλλιεργούνται για την αγορά κομμένων λουλουδιών δεν μυρίζουν. Για να τα κάνουν πιο ανθεκτικά, οι καλλιεργητές τούς αφαιρούν το γονίδιο που χαρίζει τη γνωστή μεθυστική ευωδιά.
Τα άγρια τριαντάφυλλα όμως δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς το άρωμά τους – αυτό προσελκύει τις μέλισσες για να επικονιάσουν τα άνθη τους.
Κι εμείς μάλλον θα πεθαίναμε από θλίψη σ’ έναν κόσμο χωρίς μυρωδιές (αλήθεια, μπορείτε να τον φανταστείτε;)
Τις μέρες αυτές, ας δημιουργήσουμε μυρωδιές που μας επιστρέφουν σε αγαπημένα συναισθηματικά τοπία.
Ας τις αναζητήσουμε, καταρχάς αποκολλώμενοι από τον ψηφιακό κόσμο: δεν μυρίζει τίποτε μέσα απ’ τις οθόνες, πρέπει λοιπόν να συναντηθούμε στον πραγματικό.
Ας ακολουθήσουμε την ευωδιά απ’ το τσουρέκι που ψήνεται, αυτή φέρνει καρέκλες στο τραπέζι για όσους μας λείπουν. Και δημιουργεί ανάμνηση στα πιτσιρίκια. Για όταν θα λείπουμε εμείς.
Ας αναζητήσουμε τ’ αγριολούλουδα, ακόμα και στις ρωγμές των πόλεων. (Κοντοσταθείτε δυο λεπτά. Σκύψτε να τα μυρίσετε. Επιτρέψτε τους να σας απαλύνουν την ψυχή).
Αυτό το Πάσχα, ας κυνηγήσουμε τις μυρωδιές που θα μας μεταφέρουν στα ανθισμένα λιβάδια της παιδικής μας ηλικίας.