ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Ας μάθουμε πάλι τα βασικά για τον όρο γυναικοκτονία

Η συζήτηση για τον όρο γυναικοκτονία άνοιξε πάλι μετά τις δηλώσεις της δικηγόρου Μαρίας Γρατσία, στενής συνεργάτιδας της Μαρίας Καρυστιανού και στελέχους του κόμματος “Ελπίδα για τη Δημοκρατία”. Η ίδια εμφανίστηκε στην εκπομπή Κοινωνία Ώρα Mega και εξέφρασε επιφυλάξεις για τη χρήση του, υποστηρίζοντας ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής είναι ίδια ανεξαρτήτως φύλου και ότι η εισαγωγή ξεχωριστών όρων στη νομοθεσία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και επαρκή αιτιολόγηση, καθώς ενδέχεται να δημιουργεί διακρίσεις. 

Δεν ξέρω αν η Μαρία Γρατσία αντιλαμβάνεται πόσο παλιό είναι το επιχείρημα που επανέλαβε και ότι αμφισβητεί όρους που γεννήθηκαν για να περιγράψουν υπαρκτές κοινωνικές πραγματικότητες. Υποψιάζομαι πως όχι, γιατί η φράση «η αξία του ανθρώπου είναι ίδια ανεξαρτήτως φύλου, άρα δεν χρειαζόμαστε τον όρο γυναικοκτονία» είναι ίσως το πιο συνηθισμένο επιχείρημα που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια από όσους θεωρούν ότι η αναφορά στο φύλο του θύματος αποτελεί διάκριση. Ακούγεται λογικό, μέχρι να το εξετάσεις για πάνω από 20 δευτερόλεπτα.

Ο όρος γυναικοκτονία δεν δημιουργήθηκε για να πει ότι η ζωή μιας γυναίκας αξίζει περισσότερο από τη ζωή ενός άνδρα, δημιουργήθηκε για να περιγράψει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται με τρομακτική συχνότητα σε όλο τον κόσμο. Γυναίκες που δολοφονούνται επειδή είναι γυναίκες, από άνδρες που θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα πάνω στο σώμα τους, στις επιλογές τους, στη ζωή τους.

Δεν είναι όλες οι δολοφονίες γυναικών γυναικοκτονίες, όπως δεν είναι όλα τα εγκλήματα ρατσιστικά εγκλήματα. Αλλά όταν ένας πρώην σύντροφος σκοτώνει μια γυναίκα επειδή τον χώρισε ή επειδή “τον ντρόπιασε”, όταν μια γυναίκα δολοφονείται επειδή αρνήθηκε μια σχέση ή επειδή προσπάθησε να φύγει από μια κακοποιητική κατάσταση, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια ανθρωποκτονία, αλλά για ένα μοτίβο και οι κοινωνίες χρησιμοποιούν λέξεις για να περιγράψουν τα μοτίβα.

Αν ακολουθήσουμε τη λογική της κυρίας Γρατσία, τότε πρέπει να καταργήσουμε και τον όρο “αντισημιτισμός”, γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια αξία. Να καταργήσουμε τα εγκλήματα μίσους γιατί κάθε θύμα είναι ίσο, να σταματήσουμε να μιλάμε για ρατσιστική βία γιατί η βία είναι βία. Οι κοινωνικές επιστήμες, η εγκληματολογία και το δίκαιο, όμως, δεν λειτουργούν έτσι και δεν εξετάζουν μόνο το αποτέλεσμα μιας πράξης, εξετάζουν και τα κίνητρα, τα μοτίβα και τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Ακριβώς γι’ αυτό ο όρος γυναικοκτονία υπάρχει σήμερα σε δεκάδες χώρες και αναγνωρίζεται από διεθνείς οργανισμούς, πανεπιστήμια, ερευνητές και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αυτό που μου έκανε ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, όμως, δεν ήταν η δήλωση της ίδιας της κυρίας Γρατσία, αλλά το πόσο κοντά βρίσκεται σε μια επιχειρηματολογία που τα τελευταία χρόνια διακινείται μαζικά από κύκλους της λεγόμενης ανδρόσφαιρας. Το καρουζέλ που κυκλοφορεί στα σόσιαλ και επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η γυναικοκτονία είναι διαφορετική από την ανδροκτονία μπορεί να έχει υπερβολές ή απλουστεύσεις σε επιμέρους σημεία, αλλά αγγίζει κάτι ουσιαστικό και αυτό είναι το γεγονός ότι η βία κατά των γυναικών δεν είναι ένα τυχαίο στατιστικό φαινόμενο. Συνδέεται με ιστορικές αντιλήψεις περί ιδιοκτησίας, ελέγχου και ανισότητας. 

Από την άλλη πλευρά, ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης έχει αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από την ιδέα ότι οι άνδρες αποτελούν πλέον τη νέα καταπιεσμένη ομάδα, ότι υπάρχει παντού μισανδρία, ότι ο φεμινισμός έχει αποκτήσει υπερβολική δύναμη και ότι οι γυναίκες ευνοούνται συστηματικά. Αυτές οι αφηγήσεις έρχονται από influencers, YouTubers, podcasters και πολιτικούς σχολιαστές που εδώ και χρόνια καλλιεργούν μια εικόνα διαρκούς ανδρικής θυματοποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που γίνεται συζήτηση για τις γυναικοκτονίες, εμφανίζεται σχεδόν αυτόματα η ερώτηση «και οι άνδρες που σκοτώνονται»;

Η απάντηση είναι απλή, φυσικά και έχουν σημασία, φυσικά και η ζωή ενός άνδρα αξίζει όσο και μιας γυναίκας, αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν ανθρωποκτονίες ανδρών δεν ακυρώνει την ύπαρξη γυναικοκτονιών, όπως το γεγονός ότι υπάρχουν λευκά θύματα εγκλημάτων δεν ακυρώνει την ύπαρξη ρατσιστικών εγκλημάτων. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα για την “Ελπίδα για τη Δημοκρατία”. 

Από την ημέρα που ιδρύθηκε, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού προσπαθεί να παρουσιαστεί ως κάτι διαφορετικό από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, ωστόσο, όσο περνά ο καιρός, εμφανίζονται όλο και περισσότερες αντιφάσεις. Άλλοτε πρόκειται για ασαφείς τοποθετήσεις σε κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, άλλοτε για πρόσωπα που εκφράζουν απόψεις οι οποίες μοιάζουν να ανήκουν σε τελείως διαφορετικά ιδεολογικά σύμπαντα και άλλες φορές για δηλώσεις που επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε προοδευτικά και συντηρητικά ακροατήρια χωρίς να παίρνουν καθαρή θέση, ενώ ένα αξιόπιστο κόμμα θα έπρεπε να έχει ένα συνεκτικό αξιακό πλαίσιο. 

Όταν ένα κόμμα μιλά για δημοκρατία, δικαιοσύνη και ανθρώπινα δικαιώματα, κάποια στιγμή καλείται να απαντήσει και σε πιο δύσκολα ερωτήματα. Τι πιστεύει για την έμφυλη βία, για τα δικαιώματα των γυναικών, για τις κοινωνικές ανισότητες ή για τις διακρίσεις; Δεν μπορεί κάθε φορά να απαντά ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και να τελειώνει εκεί η κουβέντα, διότι η ιστορία έχει δείξει ότι οι άνθρωποι δεν ξεκινούν όλοι από την ίδια θέση και η δημοκρατία δεν υπάρχει για να μας θυμίζει απλώς ότι είμαστε ίσοι στα χαρτιά, αλλά για να αναγνωρίζει τις πραγματικές ανισότητες που υπάρχουν στην κοινωνία και να προσπαθεί να τις διορθώσει.

Η γυναικοκτονία, λοιπόν, δεν είναι μια λέξη που χωρίζει τους ανθρώπους σε κατηγορίες αξίας, αλλά μια λέξη που περιγράφει μια πραγματικότητα και αν σταματήσουμε να τη φωνάζουμε με το όνομά της, της επιτρέπουμε να γίνει ακόμα πιο επικίνδυνη. 

Αντιγόνη Πάντα-Χαρβά