Οι τελευταίες εξελίξεις στο διπλωματικό μέτωπο ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν αναδεικνύουν μια ανησυχία σε δύο επίπεδα που ίσως είναι μεγαλύτερη από εκείνη που προέρχεται από τα ίδια τα στρατιωτικά πλήγματα: την απώλεια πολιτικού ελέγχου στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον – Τεχεράνης, αλλά και στους στρατηγικούς στόχους των συμμαχικών δυνάμεων ΗΠΑ και Ισραήλ.
Η ανακωχή, ακόμα κι όταν προβάλλεται ως πιθανότητα ή ως προσωρινή διέξοδος, μοιάζει περισσότερο με εύθραυστη παύση μέσα σε έναν πόλεμο που συνεχίζει να εξαπλώνεται παρά με προοίμιο πολιτικής λύσης. Η Τεχεράνη, διά του προέδρου του κοινοβουλίου και βασικού διαπραγματευτή Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γαλιμπάφ, υποστηρίζει πλέον ότι έχει αντιληφθεί πως η Ουάσιγκτον δεν αναζητά ούτε κατάπαυση του πυρός, ούτε διάλογο. Ταυτόχρονα, αν και οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν παύση των επιχειρήσεων κατά του Ισραήλ, προειδοποίησαν πως θα εξαπολύσουν «συντριπτικότερη» απάντηση αν συνεχιστούν τα ισραηλινά πλήγματα στον Λίβανο ή στο ιρανικό έδαφος.
Στο παρασκήνιο, τις ανησυχίες εντείνει μια εικόνα όπου δεν υφίσταται κάποια συμπαγής αμερικανοϊσραηλινή στρατηγική. Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να πιέζει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να σταματήσει τα αντίποινα, φοβούμενος ότι ο κύκλος χτυπημάτων και αντεπιθέσεων μπορεί να ξανασύρει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο από τον οποίο πολιτικά χρειάζεται να απομακρυνθεί. Το Ισραήλ, αντίθετα, μοιάζει να αντιμετωπίζει κάθε παύση ως κίνηση τακτικής, και διόλου ως πραγματική ευκαιρία αποκλιμάκωσης. Η απόσταση ανάμεσα στις ανάγκες επιβίωσης του Νετανιάχου στο εσωτερικό και στις ανάγκες του Τραμπ να παρουσιάσει μια συμφωνία τερματισμού του πολέμου γίνεται πλέον μέρος της κρίσης.
Εδώ βρίσκεται και το βαθύτερο πρόβλημα. Ο πόλεμος που ξεκίνησε με τη ρητορική της ασφάλειας, της αποτροπής και της «εξουδετέρωσης απειλών» να κυριαρχεί, έχει αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά μιας επιχείρησης αλλαγής καθεστώτος χωρίς σχέδιο για την επόμενη μέρα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο πόλεμος ήδη διαχέεται. Ο Λίβανος, η Χεζμπολάχ, οι θαλάσσιοι διάδρομοι από το Ορμούζ ως το Μπαμπ αλ-Μαντέμπ, η Γάζα και η υπόθεση του στολίσκου ανθρωπιστικής βοήθειας συνθέτουν ένα ενιαίο πεδίο αστάθειας.
Και οι εξελίξεις των τελευταίων ωρών δείχνουν ότι αυτή η διάχυση δεν αποτελεί υποθετικό κίνδυνο, αλλά μια πραγματικότητα. Στον Λίβανο, τουλάχιστον επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν από ισραηλινό πλήγμα στη Ζέφτα, στην επαρχία Ναμπατίγια, ενώ άλλοι πέντε σκοτώθηκαν σε επίθεση εναντίον αυτοκινήτου στην Τύρο, όπου τραυματίστηκαν και τέσσερις διασώστες. Το υπουργείο Υγείας του Λιβάνου ανεβάζει πλέον στους 3.637 τους νεκρούς από τις ισραηλινές επιθέσεις από τις 2 Μαρτίου. Στον Κόλπο του Ομάν, οι αμερικανικές δυνάμεις ακινητοποίησαν με πύραυλο ακριβείας πετρελαιοφόρο με σημαία Παλάου, υποστηρίζοντας ότι κατευθυνόταν προς το Ιράν και δεν υπάκουσε στις αμερικανικές εντολές.
Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατζ δηλώνει ότι ο στρατός θα συνεχίσει να χτυπά τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και τη Βηρυτό αν υπάρξουν επιθέσεις κατά του Ισραήλ. Την ίδια ώρα, στη Γάζα, ισραηλινά πλήγματα σκότωσαν τρεις Παλαιστίνιους, ανάμεσά τους ένα παιδί, στην Τζαμπάλια, ενώ γυναίκες και παιδιά τραυματίστηκαν στην Πόλη της Γάζας. Ακόμα και ο Αμερικανός πρέσβης στον Λίβανο, Μισέλ Ίσα, παραδέχεται ότι ο Τραμπ «παραλίγο να έρθει στα χέρια» με τον Νετανιάχου για τον Λίβανο.
Με άλλα λόγια, ο πόλεμος δεν κινείται προς ένα τέλος. Κινείται προς περισσότερα μέτωπα, περισσότερους νεκρούς, περισσότερες εντάσεις γύρω από συγκεκριμένους δρώντες που προσποιούνται ότι ελέγχουν μια φωτιά, η οποία εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο. Και η κάθε συζήτηση για ανακωχή φαίνεται ότι λειτουργεί ως ανάσα για το επόμενο πολεμικό χτύπημα και όχι ως time out για ένα επόμενο διπλωματικό επεισόδιο ειρήνευσης.