(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)
Υπάρχουν κοινοβουλευτικές περίοδοι που καταγράφονται στην Ιστορία για όσα νομοθέτησαν. Άλλες για τις οικονομικές κρίσεις που διαχειρίστηκαν. Άλλες για τις μεγάλες εθνικές αποφάσεις που κλήθηκαν να λάβουν. Η σημερινή Βουλή είναι πιθανό να μείνει στην πολιτική ιστορία για διαφορετικούς λόγους.
Θα μνημονεύεται για την τραγωδία των Τεμπών και την κρίση εμπιστοσύνης που προκάλεσε στους θεσμούς. Για την υπόθεση των υποκλοπών, που επανέφερε στο προσκήνιο κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Για τις συνεχείς συγκρούσεις γύρω από τη λογοδοσία της πολιτικής εξουσίας και τη δοκιμασία της σχέσης κράτους και κοινωνίας. Αλλά είναι πολύ πιθανό να μείνει στην Ιστορία και για κάτι ακόμα.
Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, η σύνθεση της ίδιας της Βουλής μεταβλήθηκε τόσο βαθιά μέσα στην ίδια κοινοβουλευτική περίοδο, ώστε ο σημερινός κοινοβουλευτικός χάρτης να απέχει αισθητά από εκείνον που διαμόρφωσαν οι πολίτες στις εκλογές της 25ης Ιουνίου 2023.
Οι μετακινήσεις βουλευτών ασφαλώς δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία. Η πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από αποχωρήσεις, διαγραφές και διασπάσεις. Για παράδειγμα, η «Αποστασία» του 1965 άλλαξε την πορεία της χώρας. Η περίοδος 1989–1993 χαρακτηρίστηκε από έντονες ανακατατάξεις και κυβερνήσεις συνεργασίας. Το 2015 η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε στη δημιουργία νέου κόμματος και τελικά σε νέες εθνικές εκλογές.
Σε όλες όμως αυτές τις περιπτώσεις υπήρχε ένα κοινό χαρακτηριστικό. Οι πολιτικές μετακινήσεις αντιμετωπίζονταν ως ιστορικά γεγονότα. Προκαλούσαν κοινωνικούς κραδασμούς. Συνοδεύονταν από σοβαρό πολιτικό κόστος. Απαιτούσαν εκτενή ιδεολογική επιχειρηματολογία και κρίνονταν αυστηρά από τους πολίτες.
Σήμερα φαίνεται να συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Οι μετακινήσεις δεν αποτελούν πλέον την εξαίρεση. Τείνουν να γίνονται μέρος της πολιτικής κανονικότητας. Αυτό ίσως είναι το πραγματικά νέο στοιχείο της εποχής μας.
Η Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του 2023 αριθμούσε οκτώ κοινοβουλευτικά κόμματα. Η Νέα Δημοκρατία διέθετε 158 έδρες, ο ΣΥΡΙΖΑ 47, το ΠΑΣΟΚ 32, το ΚΚΕ 21, οι Σπαρτιάτες και η Ελληνική Λύση από 12, η Νίκη 10 και η Πλεύση Ελευθερίας 8.
Μέσα σε τρία μόλις χρόνια, ο χάρτης αυτός ανατράπηκε. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε σχεδόν τους μισούς βουλευτές του. Δημιουργήθηκε νέα κοινοβουλευτική ομάδα και στη συνέχεια διαλύθηκε. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές έφτασαν σε αριθμό πρωτοφανή για τη μεταπολιτευτική περίοδο.
Αυτό δεν αποτελεί απλώς αριθμητική μεταβολή. Αποτελεί πολιτικό φαινόμενο.
Γιατί κάθε μετακίνηση γεννά ένα ερώτημα που δεν απαντάται εύκολα:
Τι ακριβώς ψήφισε ο πολίτης; Το πρόσωπο; Το κόμμα; Το πρόγραμμα; Ή όλα αυτά μαζί;
Η μεγάλη πρόκληση της σύγχρονης δημοκρατίας ίσως δεν είναι ότι οι πολιτικοί αλλάζουν κόμμα. Είναι ότι ολοένα και περισσότερο δημιουργείται η εντύπωση πως οι ιδεολογίες μετακινούνται μαζί τους.
Κάποτε οι πολιτικοί άλλαζαν κόμμα επειδή πίστευαν ότι είχαν αλλάξει οι ιδέες τους. Σήμερα, συχνά, οι ιδέες μοιάζουν να αλλάζουν επειδή έχει ήδη αλλάξει το κόμμα. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά.
Γιατί όταν η ιδεολογία δεν προηγείται της πολιτικής αλλά ακολουθεί τις ανάγκες της, τότε παύει να λειτουργεί ως πυξίδα. Γίνεται αποσκευή. Και όταν η ιδεολογία γίνεται αποσκευή, η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί από σύγκρουση αρχών σε διαχείριση προσωπικών διαδρομών.
Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό αποτύπωμα της σημερινής Βουλής στην πολιτική ιστορία. Όχι οι μετακινήσεις καθαυτές. Αλλά η ευκολία με την οποία αυτές μοιάζουν πλέον να δικαιολογούνται.
Γιατί η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν ένας πολιτικός αλλάζει θέση. Δοκιμάζεται όταν οι θέσεις μοιάζουν να αλλάζουν τόσο εύκολα, ώστε να ακολουθούν την πολιτική διαδρομή αντί να την καθοδηγούν. Τελικώς δεν μιλάμε για ιδεολογίες αλλά για δικαιολογίες.