epa13095063 Turkish President Recep Tayyip Erdogan welcomes US President Donald Trump at Esenboga Airport ahead of the 2026 NATO Heads of State and Government Summit in Ankara, Turkey, 07 July 2026. The summit will take place on 07 and 08 July, focusing on strengthening defense industrial production and securing long-term military aid for Ukraine. EPA/DOGUKAN KESKINKILIC / POOL
Στην Άγκυρα, στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ, ο Ντόναλντ Τραμπ μπροστά στον Ταγίπ Ερντογάν άφησε ανοιχτή την επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 και προανήγγειλε άρση των αμερικανικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν το 2020 για την αγορά των ρωσικών S-400. Για χρόνια τα F-35 ήταν το αγκάθι στις σχέσεις των δύο χωρών.
Η Τουρκία μπορεί να είχε μπει στο πρόγραμμα και να είχε βιομηχανική συμμετοχή, όμως η αγορά των S-400 από την Ρωσία άλλαξε τα πάντα. Η Ουάσινγκτον θεώρησε πως, λόγω της συνύπαρξης των ρωσικών συστημάτων με τα πολεμικά αεροσκάφη στην Τουρκία, η αμερικανική τεχνολογία θα βρίσκεται εκτεθειμένη απέναντι στη Μόσχα. Έτσι η Άγκυρα δεν άργησε να βγει τελικά από το πρόγραμμα, η παραγγελία των αεροσκαφών να παγώσει και να τεθούν σε εφαρμογή οι κυρώσεις CAATSA για την τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Όμως μετά τον πόλεμο στο Ιράν και τη στάση των ευρωπαίων συμμάχων της Τουρκίας που την ανέμενε διαφορετική, τα πράγματα φαίνεται ότι έχουν αλλάξει. Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε την υπόθεση με το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ, επέπληξε Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία για τη στάση τους απέναντι στις αμερικανικές κινήσεις και παρουσίασε την Τουρκία ως πιο «πιστό» και πιο χρήσιμο εταίρο.
Φαίνεται πως ο Αμερικανός πρόεδρος θυμήθηκε ξαφνικά το τουρκικό επιχείρημα πως η Άγκυρα, σε περίπτωση παρατεταμένου αποκλεισμού από τα αμερικανικά μαχητικά, θα αναζητούσε λύσεις σε Ρωσία ή Κίνα, με αποτέλεσμα μια νέα, πολύ βαθύτερη κρίση για το ΝΑΤΟ. Η άρση των κυρώσεων θα έστελνε μήνυμα ότι η Ουάσινγκτον προτιμά να κρατήσει την Άγκυρα μέσα στο δυτικό οπλοστάσιο, αντί να τη σπρώξει προς ρωσικές ή κινεζικές λύσεις.
Πάντως ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, μιλώντας στο Fox News, εξέφρασε δημόσια τη δυσαρέσκειά του στην ιδέα παραχώρησης F-35 ή κινητήρων μαχητικών αεροσκαφών στην Τουρκία. Το επιχείρημά του ήταν πως μια τέτοια απόφαση θα άλλαζε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, η οποία στηρίζεται, κατά την ισραηλινή ανάγνωση, στην αεροπορική υπεροχή του Ισραήλ και στη στρατηγική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.
Η απάντηση της Άγκυρας ήρθε σε υψηλούς τόνους. Κατά την τουρκική ανακοίνωση, οι ισραηλινές επιθέσεις επιχειρούν να αλλάξουν την ατζέντα, να αποσπάσουν τη διεθνή προσοχή από τη Γάζα και να παρουσιάσουν την Τουρκία ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα.
Υπάρχει όμως και μια ευρωπαϊκή ανάγνωση που ξεπερνά τις ΗΠΑ, την Τουρκία και το Ισραήλ. Όσο η Ευρώπη αγοράζει ολοένα περισσότερα κρίσιμα οπλικά συστήματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο η ασφάλειά της περνά μέσα από αμερικανικές αλυσίδες παραγωγής. Τα F-35 είναι ίσως το πιο καλό παράδειγμα για να δείξει κανείς την ευρύτερη εξάρτηση των ευρωπαϊκών χωρών στις ΗΠΑ.
Αυτό δίνει στην Ουάσινγκτον περισσότερες και ισχυρότερες δυνατότητες πίεσης. Σήμερα προς την Τουρκία, αύριο προς μια ευρωπαϊκή κυβέρνηση. Η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες, αλλά μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης επιστρέφει στην αμερικανική βιομηχανία και, έτσι, η δική της ελευθερία κινήσεων διευρύνεται πιο αργά.
Η υπόθεση Τουρκίας–F-35 υπενθυμίζει πως ο κόσμος ερμηνεύεται πρώτα μέσα από τις ισορροπίες ισχύος. Πίσω από κάθε δήλωση για αξίες, σταθερότητα και ειρήνη υπάρχει το ερώτημα ποιος κερδίζει περισσότερα σε ασφάλεια, ποιος χάνει σε οικονομική επιρροή, ή ποιος αποκτά πλεονέκτημα στον αέρα, στο έδαφος και στη θάλασσα.