ΑΠΕ-ΜΠΕ /ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΜΠΟΥΓΙΩΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
Κάθε φορά που πλησιάζει μια εκλογική αναμέτρηση, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από μεταγραφές. Ποιος φεύγει, ποιος επιστρέφει, ποιον διεκδικεί ποιο κόμμα. Οι μετακινήσεις στελεχών αντιμετωπίζονται σχεδόν ως η σημαντικότερη πολιτική είδηση, λες και από μόνες τους μπορούν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Ίσως το γεγονός ότι συζητάμε διαρκώς για τους ίδιους και τους ίδιους, να αποκαλύπτει μια βαθύτερη αδυναμία του πολιτικού μας συστήματος: τη δυσκολία να αναδείξει νέα πρόσωπα.
Σε μια υγιή δημοκρατία, η ανανέωση δεν θα έπρεπε να είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση. Όχι επειδή κάθε νέος άνθρωπος είναι αυτομάτως καλύτερος από έναν έμπειρο πολιτικό, αλλά γιατί κάθε γενιά φέρνει διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικές προτεραιότητες και μια άλλη ματιά στα προβλήματα της εποχής της. Μια κοινωνία που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα δεν μπορεί να εκπροσωπείται αποκλειστικά από τους ίδιους ανθρώπους και κυρίως τις ίδιες νοοτροπίες.
Κι όμως, στην Ελλάδα η πολιτική εξακολουθεί να μοιάζει περισσότερο με ένα κλειστό κύκλωμα. Σχεδόν όλα τα κόμματα δηλώνουν ότι αναζητούν ανθρώπους από την κοινωνία. Την ίδια στιγμή όμως η ασφαλέστερη διαδρομή προς ένα ψηφοδέλτιο παραμένει, στις περισσότερες περιπτώσεις, η κομματική ανέλιξη. Τα κόμματα επενδύουν σε ανθρώπους που γνωρίζουν τους μηχανισμούς, έχουν χτίσει εσωκομματικές ισορροπίες ή διαθέτουν ήδη έναν εκλογικό μηχανισμό. Είναι μια επιλογή που περιορίζει το πολιτικό ρίσκο, αλλά ταυτόχρονα δυσκολεύει την ανανέωση.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι με επαγγελματική διαδρομή, επιστημονική κατάρτιση ή ουσιαστική παρουσία στην κοινωνία να μην βλέπουν την πολιτική ως έναν χώρο στον οποίο μπορούν πραγματικά να προσφέρουν. Συχνά αισθάνονται ότι, όσο αξιόλογη κι αν είναι η πορεία τους, δύσκολα θα βρουν θέση σε ένα σύστημα όπου οι κομματικές ισορροπίες προηγούνται της αξιολόγησης των προσόντων.
Κι έτσι τα κόμματα επιστρέφουν ξανά και ξανά στη δοκιμασμένη λύση. Στα ίδια πρόσωπα. Στους ίδιους βουλευτές. Στις ίδιες μεταγραφές. Στους ίδιους πολιτικούς που αλλάζουν κομματική στέγη, αλλά παραμένουν σταθεροί πρωταγωνιστές του ίδιου έργου.
Φυσικά, η εμπειρία στην πολιτική έχει αξία. Ένας καλός βουλευτής δεν αποκτά γνώση του κοινοβουλευτικού έργου από τη μία μέρα στην άλλη. Η ανανέωση δεν μπορεί να σημαίνει ότι κάθε τι παλιό πρέπει να απομακρυνθεί. Η δημοκρατία χρειάζεται και θεσμική μνήμη.
Χρειάζεται όμως και κάτι ακόμη: να μη δίνει την εντύπωση ότι η εξουσία αποτελεί προνόμιο ενός περιορισμένου κύκλου ανθρώπων που ανακυκλώνονται διαρκώς. Γιατί όταν ανακυκλώνονται τα ίδια πρόσωπα, συχνά ανακυκλώνονται και οι ίδιες πελατειακές σχέσεις, οι ίδιες εξαρτήσεις και οι ίδιες νοοτροπίες.
Το δίλημμα αυτό δεν αφορά μόνο τα παραδοσιακά κόμματα. Αφορά και τα νέα πολιτικά εγχειρήματα που βρίσκονται σε φάση συγκρότησης. Όλοι μιλούν για ανανέωση, όμως όταν έρχεται η ώρα της κατάρτισης των ψηφοδελτίων η πραγματικότητα γίνεται πιο σύνθετη. Η ανάγκη για πρόσωπα με αναγνωρισιμότητα, εκλογική επιρροή ή πολιτική εμπειρία οδηγεί συχνά στην αναζήτηση στελεχών που έχουν ήδη διαγράψει πολιτική πορεία.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν τα νέα κόμματα θα αντέξουν να επενδύσουν σε νέα πρόσωπα ή αν τελικά θα καταλήξουν κι αυτά να ανακυκλώσουν το ίδιο πολιτικό προσωπικό που υπόσχονται ότι θα ξεπεράσουν.
Κόμματα λοιπόν υπάρχουν, αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν τα κόμματα μπορούν ακόμη να πείσουν έναν ικανό νέο άνθρωπο ότι αξίζει να ασχοληθεί με την πολιτική.
Μέχρι τότε, κάθε προεκλογική περίοδος θα μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα διαρκές παζάρι μεταγραφών. Και η συζήτηση θα εξακολουθεί να αφορά το ποιοι αλλάζουν κόμμα, αντί να αφορά ποιοι πραγματικά μπορεί να αλλάξουν την πολιτική.