Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Τσίπρα, Γιάννης Δραγασάκης, αποτελεί εμβληματική μορφή του χώρου του ΣΥΡΙΖΑ και παλαιότερα του Συνασπισμού. Τις τελευταίες ημέρες ήρθε στο προσκήνιο αφού κατέλαβε την κοινοβουλευτική έδρα που έμεινε κενή μετά την παραίτηση της Έφης Αχτσιόγλου.
Στη συζήτηση που είχαμε μαζί του, ο Δραγασάκης εξήγησε την επιλογή του να επιστρέψει στη Βουλή ως ανεξάρτητος βουλευτής, μίλησε για τους στόχους που έχει βάλει σε ό,τι αφορά την κοινοβουλευτική παρουσία της Αριστεράς, αξιολόγησε το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και διευκρίνισε τη στάση του απέναντι στην ΕΛΑΣ. Ανέλυσε, τέλος, την πορεία της ελληνικής οικονομίας, εκφράζοντας την ανησυχία του για τις προοπτικές της.
Ξεκινήσαμε τη συζήτηση με τον Γιάννη Δραγασάκη, ρωτώντας τον για την απόφαση του επιστρέψει στη Βουλή, μετά την παραίτηση της Έφης Αχτσιόγλου. Μας είπε ότι το να γίνει ξανά βουλευτής ήταν εκτός του προγράμματός του, μιας και έχοντας εκλεγεί πρώτη φορά το 1989, θεωρούσε ότι είχε κλείσει ο κοινοβουλευτικός κύκλος του. «Σε αυτές τις περιπτώσεις είτε δέχεσαι να εκπροσωπήσεις τον κόσμο που σε ψήφισε είτε δεν το δέχεσαι. Στη δική μου σκέψη υπάρχει ένα θέμα δημοκρατικού καθήκοντος», ανέφερε. Είπε ακόμα ότι ανεξαρτητοποιήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ με τον οποίο κατέβηκε ως υποψήφιος, δεν υπάρχει πλέον. Ξεκαθάρισε πάντως ότι δεν πρόκειται να είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές.
Ο Γιάννης Δραγασάκης θέλει να συμβάλει στο συντονισμό των ανεξάρτητων αριστερών βουλευτών. Υποστήριξε ότι η συγκρότηση Κοινοβουλευτικής Ομάδα από τους ανεξάρτητους αριστερούς βουλευτές «θα επέτρεπε μια πιο ενεργή παρουσία μέσα στη Βουλή και κυρίως θα έδειχνε ότι οι αριστεροί βουλευτές παρά τις διαφωνίες τους, μπορούν να συνεργάζονται για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της κοινωνίας».
Ο Δραγασάκης αξιολογεί ως θετικό γεγονός την ίδρυση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Εδώ καιρό είχε υποστηρίξει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έκλεισε τον κύκλο του και είχε υπογραμμίσει την ανάγκη για ένα νέο λαϊκό αριστερό κόμμα. «Η εμφάνιση της ΕΛΑΣ αποτελεί μια κίνηση προς τη συσπείρωση του προοδευτικού κόσμου. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να εκπροσωπήσει το σύνολο της Αριστεράς, αλλά θα συσπειρώσει σημαντικές δυνάμεις. Επίσης, θα υποχρεώσει άλλες δυνάμεις είτε να ενταχθούν στην ΕΛΑΣ είτε να βρουν έναν άλλο τρόπο έκφρασης. Σε ένα επόμενο στάδιο μπορεί να υπάρξει κλίμα ευρύτερων συνεργασιών», παρατήρησε.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο παρουσίασε ο Δραγασάκης τη δικιά του σχέση με την ΕΛΑΣ: «Θεωρώ λοιπόν θετικό ότι ιδρύθηκε η ΕΛΑΣ. Τώρα, αν με ρωτήσετε την άποψή μου για τον τρόπο που οικοδομείται το συγκεκριμένο κόμμα ή για τις θέσεις που εκφράζει σε σχέση με την προοπτική της Αριστεράς, εδώ θα κρατήσω την αυτονομία τη δική μου. Υπάρχουν πράγματα που συμφωνώ και υπάρχουν πράγματα για τα οποία έχω διαφορετική προσέγγιση. Άλλωστε, η εποχή μας δεν είναι εποχή ταυτίσεων. Είναι εποχή προσανατολισμών περισσότερο».
Απαντώντας στην ερώτησή μας σχετικά με την άρνηση της ΕΛΑΣ να διαπραγματευτεί τη συνεργασία της με τον ΣΥΡΙΖΑ ή άλλα αριστερά κόμματα, παρατήρησε ότι «είναι κατανοητή η διάθεση του Αλέξη Τσίπρα να μην καταγραφεί η ΕΛΑΣ ως μια συνένωση των θραυσμάτων του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει κάποιος «ρατσισμός» απέναντι σε όσους συμμετείχαν μέχρι σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ».
Στη συνέχεια συζητήσαμε για τη σχέση ΕΛΑΣ-ΠΑΣΟΚ που γίνεται όλο και πιο ψυχρή. Ο Δραγασάκης θεωρεί «πάρα πολύ δύσκολο ένα κόμμα να εκφράσει όλον τον προοδευτικό χώρο. Άρα θα υπάρξουν συνεργασίες, δεν γίνεται αλλιώς». Προσέθεσε ότι «τώρα γίνονται διάφορες κινήσεις για να υπογραμμιστεί η ταυτότητα που θέλει ο Τσίπρας να δώσει στο νέο εγχείρημα. Σε μια επόμενη φάση θα κυριαρχήσει ένα θετικό πρόταγμα για το μέλλον, χωρίς αποκλεισμούς. Η εμπειρία μου από όλα τα ενωτικά εγχειρήματα στα οποία έχω συμμετάσχει, είναι ότι χαράζεις μια ενωτική γραμμή, βάζοντας όρους και προϋποθέσεις. Από εκεί και πέρα είτε έρχονται κάποιοι είτε αυτοαποκλείονται. Δεν χρειάζεται να πεις “δεν θέλω τους τάδε ή δεν θέλω αυτόν”».
Για τον Δραγασάκη όμως υπάρχει και μια άλλη διάσταση. Συγκεκριμένα, παρατήρησε: «Προφανώς η πολιτική, ειδικά στην εποχή μας, γίνεται μέσω προσώπων, διότι υπάρχει αυτή η κρίση των συλλογικών υποκειμένων. Όμως αυτό έχει όρια. Χρειάζεται να περάσει η συζήτηση από τα πρόσωπα στις ιδέες, τις πολιτικές και το ρόλο της κοινωνίας. Αυτό δεν γίνεται στον βαθμό που θα περίμενε κανείς».
Κλείνοντας τη συζήτηση, ρωτήσαμε τον Γιάννη Δραγασάκη πώς βλέπει την πορεία της οικονομίας και αν συμμερίζεται την ευφορία που καλλιεργεί η κυβέρνηση. «Να πάμε στη μεγάλη εικόνα» ανέφερε εισαγωγικά και συνέχισε λέγοντας ότι «η χώρα βρίσκεται σήμερα σε έναν σχετικά ανοδικό κύκλο, ο οποίος άρχισε το 2017-2018 -είναι ο μεταμνημονιακός κύκλος. Τον λέμε ανοδικό, αλλά η άνοδος είναι πολύ μικρή. Είναι γύρω στο 2% -2,5% και η μία μισή μονάδα είναι Ταμείο Ανάκαμψης. Άρα μάλλον πρέπει να μιλάμε για στασιμότητα. Όλοι οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν ότι η επόμενη φάση θα είναι χειρότερη. Κανείς δεν μιλάει κανείς για επιτάχυνση της μεγέθυνσης στην Ελλάδα. Μιλάνε όλοι για επιβράδυνση και πιθανώς ύφεση. Άρα ζούμε λίγο, για να κάνω μια παρομοίωση, σαν να είμαστε περίπου στη μέση της δεκαετίας του 2000».
Υπογράμμισε επίσης ότι «είναι μεγάλος ο κίνδυνος να πιστέψουμε πως θα πηγαίνουμε σιγά σιγά από το καλό στο καλύτερο, με αποτέλεσμα να βρεθούμε πάλι απροετοίμαστοι απέναντι είτε σε μια ενδεχόμενη παγκόσμια κρίση είτε σε έναν αργό οικονομικό θάνατο που βαθμιαία συντελείται. Από αυτή την άποψη, τίθεται το εξής ερώτημα: γιατί χρεοκοπήσαμε; Εάν χρεοκοπήσαμε μόνο επειδή είχαμε δημοσιονομικό πρόβλημα, σήμερα όντως το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι υπό έλεγχο. Έχουμε δημοσιονομικά πλεονάσματα. Άρα δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Όμως, αν το σκεφτούμε λίγο καλύτερα, θα δούμε ότι ο βασικός λόγος που χρεοκοπήσαμε ήταν ότι είχαμε αδύναμη παραγωγική βάση, πολύ άνιση κατανομή των εισοδημάτων και μεγάλο έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Η οικονομία μας εξαρτιόταν πάρα πολύ από τις εισροές ξένων κεφαλαίων. Όσο τα ξένα κεφάλαια ερχόταν, όλα πήγαιναν καλά. Όταν με την παγκόσμια κρίση του 2008, σταμάτησαν οι εισροές κεφαλαίων, κατέρρευσε το σύστημα. Αν το δούμε λοιπόν έτσι, θα διαπιστώσουμε ότι τα δημόσια οικονομικά δεν είναι ο απόλυτος δείκτης για να δούμε πού βρισκόμαστε».
Στη συνέχεια, έκανε λόγω για αφαίμαξη των εισοδημάτων λόγω φορολογίας και πληθωρισμού: «Η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση, βάσει της μεταμνημονιακής εποπτείας από τους Ευρωπαίους, να πετυχαίνει πλεόνασμα γύρω στο 2%. Πέρσι και φέτος πέτυχε πλεόνασμα 4,5%, γύρω στα 11 δισ.. Αυτό προέκυψε διότι δεν μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές. Ο πληθωρισμός αποτελεί μορφή φορολογίας. Πίσω από την εικόνα των θετικών δημοσίων οικονομικών κρύβεται η αφαίμαξη του εισοδήματος των πολιτών, κυρίως των λαϊκών στρωμάτων».
Ο Δραγασάκης τόνισε ότι «η ακρίβεια είναι ένα σωρευτικό φαινόμενο. Αν πέρυσι οι τιμές αυξήθηκαν 2% και φέτος αυξηθούν 1%, είναι 3% το άθροισμα. Επομένως, το σωρευτικό φαινόμενο αυτό πώς το αντιμετωπίζει ο κόσμος; Στην αρχή λέει “Μπόρα είναι και θα περάσει” και δεν αντιδρά. Η επόμενη φάση είναι “Ας κόψω κάτι”. Αρχίζεις και κόβεις το γιατρό, το φάρμακο, τα μαθήματα του παιδιού. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ μόνο 2 στα 10 δέκα φτωχά νοικοκυριά δεν μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Νομίζω ότι ωριμάζει στην Ελλάδα κάτι που αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα μπορεί να οδηγήσει πάλι σε μια κοινωνική έκρηξη».
Η ανάλυση του Δραγασάκη για την πορεία της οικονομίας κατέληξε ως εξής: «Η Ελλάδα για την οποία μιλάμε σήμερα έχει κατά κεφαλήν εισόδημα το ίδιο με της Βουλγαρίας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε πια στην πιο φτωχή ομάδα της Ευρώπης και αποκλίνουμε από αυτή την ομάδα. Η Βουλγαρία, η Ρουμανία και άλλες χώρες έχουν ταχεία ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια.
Κατά τη γνώμη μου, η οικονομία δεν κινδυνεύει άμεσα από ένα καρδιακό έμφραγμα, όπως αυτό που ζήσαμε το 2008 με 2010 -κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο με μια μεγάλη διεθνή οικονομική κρίση. Αλλά και χωρίς τη μεγάλη διεθνή κρίση, ο μεγαλύτερος ίσως κίνδυνος είναι αυτό που ονομάζω αργός θάνατος της οικονομίας».