Categories: POP ID

Ο Θέμος Σκανδάμης παίζει γουότερ τάβλι και υποβρύχιο σκάκι

ΜΟΥΣΙΚΗ: Ο Λέοναρντ  Κοέν διδάσκει την αρχοντιά στο στίχο και στην έκφραση. Την ευγένεια της ρίμας, το αναπάντεχο που δημιουργείται από το αναμενόμενο, τον ερωτισμό ως πνευματικότητα, την αυστηρότητα ως ανθεκτικό δοχείο της τρέλας. Ο Τσιτσάνης στέκεται εκεί ψηλά και απελπίζει, και καλά θα κάνει να απελπίζει, όποιον επιχειρεί τραγουδοποιία στα ελληνικά, είναι όμως ταυτοχρόνως και ο φάρος, ο οδηγός. Αμεσότητα, απλότητα, μέγεθος, ευελιξία, τσαχπινιά. Ο Μάρκος είναι βράχος, αιώνιος, ακίνητος, σκυθρωπός και γλυκύτατος επιτρέπει στα παιδάκια να τον σκαρφαλώσουν, να παίξουν επάνω του, να πηδήξουν στη θάλασσα ή να πετάξουν πετονιά να δουν τι ψάρια πιάνουν. Ο Κομπέιν σαν σειρήνα ασθενοφόρου που κόβει ξέφρενα βόλτες, χωρίς να  ξέρει σε ποιο νοσοκομείο πρέπει να μεταφερθεί ο ασθενής της εφηβείας μας, θα ουρλιάζει  για πάντα μέσα μου. Ο Σαββόπουλος μονίμως μου θυμίζει πως η τόλμη είναι καλλιτεχνικό προσόν, πως τα γεγονότα δεν συγκροτούν την αλήθεια, πως τα βουνά τα κουνάει η πίστη, πως μπορεί κανείς να είναι ασπρόμαυρος και πολύχρωμος ταυτόχρονα. Ο Τζιμάκος, από τους πιο θλιμμένους κλόουν που γνωρίσαμε, μου έχει σώσει τη ζωή, και μάλιστα ακριβώς τότε που οι μαγικές πολιτείες του Νιόνιου μου φαίνονταν μάταιες. Μου έμαθε να αντέχω το τώρα με στυλ, να απαισιοδοξώ με χάρη. Μου έδειξε πως το χιούμορ είναι σοβαρή υπόθεση και πως τα πιο σοβαρά πράγματα λέγονται στ’ αστεία. Τα κεφτεδάκια από τη Σμύρνη, σκατά στης Μπάρμπι το μπικίνι.  Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι αξίζει να έχει γεννηθεί κανείς και να ζει σε αυτή την ξεχαρβαλωμένη χώρα, μόνο και μόνο για να μπορεί  να καταλάβει το χιούμορ του Τζιμάκου. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου άρχισε σαν παιδί να σηκώνει τις πέτρες ενός κάμπου που φαινότανε κατά τα άλλα  μονότονος, και ανακαλύψαμε  όλοι έκθαμβοι από κάτω αρχαίους  πολιτισμούς, πολύτιμες πέτρες, σοφές επιγραφές, και αστρονομικά όργανα ξεχασμένα από καιρό. Οι Velvet Underground, ο Τομ Γουέιτς, οι Beatles, η Nίνα Σιμόν, o Μάνος Χατζιδάκις, το Τρίτο πρόγραμμα όλη μέρα στο ραδιόφωνο, να κάνει καλό στο σπίτι όπως έκανε με το θυμιατό η γιαγιά μου.

ΒΙΒΛΙΑ:  Μεγάλωσα σε σπίτι γεμάτο βιβλία, και από μικρός είχα τη συνήθεια να σκαλίζω τη βιβλιοθήκη των γονιών μου, για την οποία τους είμαι ευγνώμων. Έχω διαβάσει περισσότερα βιβλία από όσους δίσκους έχω ακούσει. Το σύστημά μου από τότε είναι χαοτικό και είναι το ίδιο. Διαβάζω ότι πέσει στα χέρια μου και του δίνω ένα περιθώριο λίγων σελίδων μέχρι να «ακούσω» τη φωνή του συγγραφέα. Υπάρχουν όμως κάποια που σε παίρνουν απ’ τα μούτρα με τη μία. Το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Σελίν, από τον οποίο έχω κλέψει τον όρο «αυτοσαρκαζόμενος λυρισμός», προκειμένου να περιγράψω τη δική μου δουλειά. Ο Μπουκόφσκι ως διηγηματογράφος, μα πρωτίστως ως ποιητής. Ο κινηματογραφικός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. O περιπλανώμενος ιππότης ο Δον Κιχώτης. Τα ποιήματα του Νίκου Καρούζου. Το Ταό Τε Κινγκ. Ο κινέζος ποιητής Λι Τάι Πο. Ο Κάφκα, ο Πεσσόα, ο Σαίξπηρ, ο Ευριπίδης, ο Μπόρχες.

ΤΑΙΝΙΕΣ:  Καταναλώνω ταινίες μανιωδώς, ανεξαρτήτως ποιότητας είναι η αλήθεια. Στην αίθουσα ωστόσο, την οποία θεωρώ ακόμα ιερή δεν πηγαίνω παρά μόνο για τους πραγματικά αγαπημένους. Άκι Καουρισμάκι, Τζιμ Τζάρμους, Τακέσι Κιτάνο, σχεδόν οτιδήποτε φέρνει το Άστυ. Και συχνά ξαναβλέπω τον Αντρέι Ρουμπλιόφ του Ταρκόφσκι, τον Ασικ Κερίμπ του Παραντζάνοφ, το κατά Ματθαίον του Παζολίνι, Το θαύμα στο Μιλάνο του ντε Σίκα, τον Θανάση Βέγγο ανεξαρτήτως ταινίας.

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ: Δεν έχω από το 2006, που ο συγκάτοικός μου είχε μια μικρούλα στην οποία έβλεπε μαστουρωμένος μπάλα στο μιουτ ενώ άκουγε τρίτο πρόγραμμα. «Είναι πολύ ωραία, χαλαρώνουνε και οι παίκτες» μου είχε πει.  Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη σοβαρή χρήση της, παρ’ ότι ή ακριβώς επειδή αν υπάρχει οθόνη στο χώρο «κολλάω» άσχημα και παρακολουθώ μόνο αυτήν.

ΊΝΤΕΡΝΕΤ:  Και τη γλύτωσα από την τηλεόραση για να την πατήσω με το ίντερνετ. Πολλές ώρες χαμένες, ιδιαίτερα σε καταθλιπτικές φάσεις, αλλά σιγά σιγά το ελέγχω. Φυσικά και μου είναι χρήσιμο και βλέπω, και διαβάζω , και ακούω, και εμπνέομαι. Το ίντερνετ είναι ένας θεός σε νηπιακή ηλικία, στου οποίου τα απρόβλεπτα χέρια, έχουμε αφελώς εμπιστευτεί πολιτισμό αιώνων. Θα δούμε…

ΣΠΟΡ: Γουότερ τάβλι και υποβρύχιο σκάκι.

ΤΑΞΙΔΙΑ:  Είμαι αθηνόσαυρος. Έχω ταξιδέψει πολύ λίγο στη ζωή μου, αν και πάντα το απολαμβάνω, όταν συμβαίνει. Θέλω στο μέλλον να καλύψω μερικά μίλια παρά πάνω. Θα πάω στη Νέα Υόρκη και στην Ιαπωνία, θα πάω στην Ουρουγουάη και στην Κούβα. Λονδίνο, Παρίσι και Βερολίνο τα αφήνω τελευταία για την επιστροφή.

ΓΕΙΤΟΝΙΑ: Μένω στο κέντρο τα τελευταία δώδεκα χρόνια και αυτό θεωρώ γειτονιά μου. Έχω την τάση να συνδέομαι χωρίς να το καταλάβω με τους γειτόνους. Τον περιπτερά, τον καφετζή, τον μανάβη ή έναν πλανώδιο που πουλάει κάλτσες στην Πατησίων, και μετά νοιώθω καταπιεσμένος και κάνω κύκλους, προκειμένου να φτάσω σπίτι χωρίς να τους συναντήσω. Είναι γελοίο.

ΤΩΡΑ: Την Κυριακή που έρχεται στις 22 Απριλίου θα παίξουμε στο Six Dogs. Η ορχήστρα είναι καταπληκτική, και το πρόγραμμα αποτελείται από καινούργια και παλιά μου τραγούδια, αναφορές σε μεγάλες αγάπες, ιστορίες για αγρίους, ψυχαναγκαστικές γοργόνες και χεσμένους στα βρακιά τους μάγκες. Θα περάσουμε πολύ ωραία!

Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Share
Published by
Λίνα Ρόκου