Categories: ΠΡΟΣΩΠΑ

Τα «καλά παιδιά» εκεί έξω κάνουν βιασμούς και μπορεί να βρίσκονται στον κύκλο οποιουδήποτε άνδρα

Χωρίς να είναι προγραμματισμένο έτσι, έτυχε την ημέρα που είχα κανονίσει τη συνέντευξη με την Ειρήνη Γεωργή, να έρθει η ώρα για την κατάθεση μου στη δίκη για τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Θεωρητικά μετά από μα τέτοια διαδικασία που εμπεριέχει έκθεση, αναμόχλευση τραυμάτων, ένταση και ψυχική κόπωση, θα ήταν προτιμότερο να υπήρχε κάποιος χρόνος ξεκούρασης και αποφόρτισης. Όταν, όμως, έφτασε η Ειρήνη, μου φάνηκε ότι αυτός ήταν ένα ιδανικός τρόπος αποκατάστασης μιας εξουθενωτικής εμπειρίας, ότι σε μια υπόθεση που δεσπόζει η τοξική αρρενωπότητα τόσο στην τέλεση του εγκλήματος, όσο και στους όρους διεξαγωγής της δίκης από μεριάς των κατηγορουμένων, είναι καταπραϋντικό να κουβεντιάζεις με μια γυναίκα, ειλικρινά και στοργικά.

Την Ειρήνη δεν τη γνώριζα προσωπικά, είχαμε ανταλλάξει, όμως, πολλές καρδούλες στο facebook. Κι αυτό είναι απότοκο της δυνατότητας που προσέφεραν τα social media σε θηλυκότητες να συνδεθούν μεταξύ τους, να μάθει η μια διαβάζοντας την άλλην, να αναζητήσουν βοήθεια, να αντλήσουν δύναμη και αισιοδοξία, να χτίσουν κοινότητες μοιράσματος και αλληλεγγύης που συνεισφέρουν στο εγχείρημα της φεμινιστικής αφύπνισης. Γι’ αυτό στο τέλος μιας χρονιάς – ορόσημο για τα ζητήματα της έμφυλης βίας, την κάλεσα να συζητήσουμε μαζί για πράγματα που μας πληγώνουν και μας θυμώνουν. Ένα ιδιότυπο ξόρκι μήπως μπούμε λίγο πιο ξελαφρωμένες στην επόμενη μέρα ή τουλάχιστον με την ανακουφιστική πεποίθηση ότι πλέον καμία δεν είναι μόνη. 

Ειρήνη ήθελα να συζητήσουμε μαζί στο τέλος της χρονιάς για διάφορα θέματα που αναδύθηκαν, γιατί σκέφτομαι πως ήταν ιδιαίτερη χρονιά. Έχουμε σίγουρα μια αναγέννηση του φεμινιστικού λόγου την τελευταία πενταετία αλλά φέτος νομίζω πως για πρώτη φορά τα έμφυλα ζητήματα μπήκαν με τόσο ορμητικότητα και επιμονή στη δημόσια συζήτηση. Θεωρώ πως έχει τα χαρακτηριστικά τομής αυτό που έχει συμβεί.

Δεν ξέρω αν θα το έλεγα τομής ή αρχής για τα ελληνικά δεδομένα. Έγινε ένα ξεκίνημα. Ακούμε να συζητούνται πράγματα που λέγαμε μόνο μεταξύ μας τα προηγούμενα χρόνια. Ανοίγω την τηλεόραση για ένα δίλεπτο μέχρι να συνδεθώ στο Netflix και παρακολουθώ στις ειδήσεις να μιλούν για γυναικοκτονίες – λένε αυτό το έγκλημα με το όνομα του, και πιο πρόσφατα για τη μη συναινετική πορνογραφία. Είχαμε το metoo που ο Θεός να ‘χει καλά – δεν πιστεύω στον Θεό – τη Σοφία Μπεκατώρου που μίλησε και μετά ήρθαν όλα τα άλλα. Είναι θέματα που απασχολούν ακόμα και άτομα που δεν είχαν καμία σχέση με τον φεμινισμό.  

Πιστεύεις ότι ακούγοντας την ιστορία σεξουαλικής κακοποίησης ή βιασμού μιας άλλης γυναίκας η καθεμιά από εμάς μπορεί να βρίσκει σπαράγματα της δικής της αλήθειας; Να γυρνάει πίσω και να βρίσκει συμπεριφορές που την τραυμάτισαν αλλά δεν είχε τα εργαλεία να τις αποκωδικοποιήσει και τώρα να τους δίνει όνομα; Ότι λειτουργεί σαν συνειδητοποίηση;

Συμβαίνει 100%. Το ζω από το 2016 που έγραψα ιστορίες metoo δικές μου, που έγραψα γι’ αυτά που μου έχουν συμβεί και άρχισαν να μου έρχονται μηνύματα. Αυτό ακριβώς μου έλεγαν άλλες γυναίκες, για πράγματα που τους έχουν συμβεί και μέχρι τότε τα είχαν βαφτίσει είτε «κακό σεξ», είτε «κακή βραδιά» ή «κάτι δεν πήγε καλά» ή «πέρασα άσχημα». Γιατί το να παραδεχτείς ότι κάποιος σε βίασε είναι κάτι πολύ τραυματικό από μόνο του. Καμία γυναίκα δε θέλει να έχει βιαστεί, καμία γυναίκα δε θα βγει με περηφάνια να πει κι εγώ βιάστηκα. Οι γυναίκες νιώθουν ένοχες που τους έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό λέμε ότι οι ψευδείς καταγγελίες είναι ελάχιστες, διότι μια γυναίκα ξέρει ότι μπαίνει στο στόχαστρο και επίσης η ίδια δεν θέλει να νιώθει θύμα βιασμού. Αλλά πηγαίνοντας πίσω και σκεπτόμενες ότι δεν έδωσα συναίνεση ποτέ ή είπα όχι ή αντιστάθηκα ή με είδε ότι δεν ήθελα, φτάνεις στο σημείο να πεις ότι έχει συμβεί και σε μένα και είναι βιασμός. 

Και σκέφτομαι ότι αν προσεγγίσουμε τον βιασμό σε όλες τις εκδοχές του και όχι μόνο στην άσκηση σωματικής βίας που είναι η πιο στερεοτυπημένη και αποδεκτή μορφή, αν δηλαδή κατανοήσουμε ότι αφορά στη συναίνεση στη σεξουαλική πράξη, σε κάθε σεξουαλική πρακτική και στη δυνατότητα να δώσουμε συναίνεση, τότε ίσως καταλήξουμε στο πολύ στενάχωρο συμπέρασμα ότι συμβαίνει πολύ συχνότερα απ’ όσο η κοινωνία έχει υπόψη της.

Μα εγώ έχω φτάσει ήδη σε τέτοιο συμπέρασμα. Το ζήτημα δεν είναι να ψάξουμε για σημάδια βίας στον βιασμό. Ο βιασμός είναι ήδη βία. Δε χρειάζεται έξτρα βία για να το αποδείξεις. Αν δε θέλεις και ο άλλος το καταλάβει είναι βιασμός, δε χρειάζεται καν να πεις όχι, η συναίνεση όπως λέμε ξανά και ξανά είναι το ενθουσιώδες ναι. Αν δεν είναι ναι, τότε είναι όχι, τότε είναι βιασμός. Οι βιασμοί δεν είναι μόνο αυτοί που γίνονται σ’ ένα σκοτεινό δρομάκι από έναν άγνωστο που παραμονεύει. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό γίνονται από ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να έχουμε βγει ραντεβού, να φλερτάραμε, από συντρόφους ή πρώην συντρόφους, από άτομα του οικογενειακού ή επαγγελματικού περιβάλλοντος. Κάποτε έγραφα αστείες ιστορίες dating που εμπεριείχαν σεξ αλλά εγώ μιλούσα για τα γύρω γύρω που ήταν αστεία και όχι ιδιαίτερα για το σεξ. Ο λόγος που το έκανα αυτό ήταν γιατί το σεξ ήταν τρομακτικό. Έπρεπε να μου έρθει αυτή η αναλαμπή, ότι τα πράγματα για τα οποία δε μιλάς τόσα χρόνια είναι εκείνα για τα οποία πρέπει να μιλήσεις. Δε μιλούσα γιατί επηρέαζαν αρνητικά τη ζωή μου και δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Ένιωθα ότι βρισκόμουν στο κρεβάτι με κάποιον που μου άρεσε άλλα αυτός μου συμπεριφερόταν σαν να μην είμαι ακριβώς άνθρωπος, σαν να είμαι ένα δοχείο που όχι απλώς δεν τον ένοιαζε να με ευχαριστήσει, δεν τον ένοιαζε να μην πονέσω, να μην περάσω φριχτά.

Στη σειρά I may destroy you, υπάρχει μια σκηνή που η πρωταγωνίστρια κάνει σεξ με κάποιον που ήθελε, κάποια στιγμή όμως που η ίδια δεν έχει ορατότητα εκείνος αφαιρεί το προφυλακτικό χωρίς να τη ρωτήσει. Όταν ολοκληρώνεται η πράξη και η Αραμπέλα διαπιστώνει ότι έχει αφαιρέσει το προφυλακτικό τον ρωτάει εκνευρισμένη. Εκείνος απαντά «Νόμιζα πως το είχες καταλάβει». Τη δείχνει να δυσφορεί αλλά να μην το συνεχίζει. Κοιμούνται μαζί, ξυπνούν μαζί σε εύθυμη διάθεση, μετά η Αραμπέλα ακούει ένα podcast για τη συχνότητα του stealthing και τις πανομοιότυπες δικαιολογίες των ανδρών. Μετά απευθύνεται σε μια εξειδικευμένη ερευνήτρια που της επιβεβαιώνει ότι αυτό είναι βιασμός και βρίσκει τη δύναμη να τον καταγγείλει. Εννοώ ότι η συνειδητοποίηση δεν είναι πάντα στιγμιαία, είναι μια πορεία που διανύουμε και όχι πάντα ευθύγραμμη.

Μου έχει συμβεί το ίδιο χωρίς να το καταγγείλω. Αηδιάζω που σκέφτομαι ότι μου απάντησε «πώς γίνεται να μην το κατάλαβες», σαν να μου έκανε shaming που δεν το κατάλαβα. Δεν έκοψα τη σχέση. Συνέχισα να τον βλέπω. Tο θεώρησα κάτι σάπιο εκ μέρους του αλλά δεν συνειδητοποίησα αμέσως πόσο φρικαλέο ήταν και ότι βασικά είναι παράνομο. Κάτι για το οποίο δε μιλάμε αρκετά είναι η συναισθηματική αντιφατικότητα που μπορεί να έχουμε για τύπους που μας έχουν φερθεί άσχημα. Εγώ έχω στο μυαλό μου και ωραίες αναμνήσεις από τους ανθρώπους που με βίασαν. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστούμε τα αντικρουόμενα συναισθήματα, πονάει περισσότερο. Το να μισείς κάποιον 100% είναι κάτι σαφές, το να τον θέλει ένα κομμάτι σου ή να τον θεωρεί ελκυστικό έχει μια διαφορετική δυσκολία. Χρειάζεται όμως να κατανοήσουμε ότι αυτά τα «καλά παιδιά» εκεί έξω κάνουν βιασμούς, ότι μπορεί να βρίσκονται στον κύκλο οποιουδήποτε άνδρα.

Στην ίδια προβληματική, καταλαβαίνω κιόλας ότι η συναισθηματική σύνδεση με τον κακοποιητή, ότι πρόκειται δηλαδή για κάποιον που έχουμε ερωτευτεί και αγαπήσει, είναι ένας ακόμα παράγοντας που δυσχεραίνει τον απεγκλωβισμό από μια κακοποιητική σχέση.

Το τι συμβαίνει στις σχέσεις που είναι ψυχικά κακοποιητικές είναι πολύ περίπλοκο. Για ένα διάστημα μπορεί να υπήρξες ευτυχισμένη, για μένα έτσι ήταν σε σχέση που είχε ψυχολογική κακοποίηση αλλά όχι σωματική κακοποίηση. Η σωματική κακοποίηση για κάποιες είναι καμπανάκι, λες «αυτό δεν έπρεπε να γίνει». Για την ψυχολογική κακοποίηση δεν ξέραμε καν να αναγνωρίζουμε τα σημάδια μέχρι να γίνουν τα πρόσφατα γεγονότα στην ελληνική επικαιρότητα. Διότι αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν πώς να σε κερδίζουν και να σε χειραγωγούν. Τους ερωτεύεσαι και μετά αρχίζουν να σε τρώνε από μέσα, να ροκανίζουν την αυτοπεποίθηση σου και την αξία σου. Παγιδεύεσαι. Χάνεις τον εαυτό σου.

Θυμάμαι ότι σε δύο κακοποιητικές σχέσεις που είχα – η μια με στοιχεία και σωματικής κακοποίησης και η άλλη με στοιχεία αιχμαλωσίας – ακόμα κι όταν κατόρθωσα να φύγω ύστερα από κάποιο επεισόδιο κλιμάκωσης της βίας, για ένα διάστημα μετά υπήρχαν στιγμές ενοχικότητας που αναρωτιόμουν «μήπως ήμουν πολύ σκληρή; Μήπως έπρεπε να δώσω μια ακόμα ευκαιρία γιατί μ’ αγαπούσε πολύ;». Πιστεύω ότι το πάθαινα αυτό γιατί γαλουχήθηκα με τη μπούρδα ότι πολλή ζήλεια, έλεγχος, κτητικότητα σημαίνει μεγάλος έρωτας, ότι το να έρχεται κάποιος απροειδοποίητα στο σπίτι σου είναι ρομαντισμός ενώ στην πραγματικότητα είναι μια παραβίαση του χώρου και παρενόχληση.

Έχουμε μεγαλώσει με πρότυπα έρωτα που δεν είναι υγιή, με επίκεντρο τον άνδρα που επιμένει και συνεχίζει να διεκδικεί. Τι διεκδικείς; Σου είπε όχι; Φύγε. Η ζήλεια και η κτητικότητα δικαιολογούνται ως δημιουργήματα του ρομαντισμού, ενώ θα έπρεπε να μας τρομάζουν, να μας προειδοποιούν ότι η κατάσταση δεν είναι ισοδύναμη. Έχουμε θεοποιήσει το υποτιθέμενο πάθος αλλά στην πραγματικότητα η αγάπη θα έπρεπε να είναι ηρεμία και ασφάλεια χωρίς μεγάλα σκαμπανεβάσματα που τη μια σε ανεβάζουν στα ουράνια και την άλλη σε ρίχνουν στα τάρταρα, διαμορφώνοντας μια τοξική και εθιστική συνθήκη. 

Άρα, πρέπει να επινοήσουμε άλλους τρόπους, καλύτερους, για να φλερτάρουμε και να ερωτευόμαστε, γιατί νιώθω πως μερικές φορές απαντάμε πολύ αμυντικά στην καμουφλαρισμένα σεξιστική επίκριση ότι ο φεμινισμός «θα ποινικοποιήσει το φλερτ».

Απόλυτα σύμφωνοι, δεν ξέρω πως θα το κάνουμε αλλά πρέπει να το σκεφτόμαστε και να το προσπαθούμε. Το φλερτ είναι πιο εύκολο να το δούμε διαφορετικά Οι άνδρες σκέφτονται ότι φλερτ σημαίνει να κυνηγήσω, ποιον κυνηγάς; Είναι θήραμα, ζώο για να κυνηγήσεις; Αυτό πρέπει να κοπεί από τη ρίζα. Το φλερτ είναι κάτι που έχει αμοιβαιότητα σε κάθε βήμα, είναι παιχνίδι με βλέμματα, αγγίγματα όταν έρθει η ώρα, δεν μπορείς να παίξεις με έναν άνθρωπο που δε θέλει να παίξει. Αυτοί που νομίζουν ότι θα ποινικοποιήσουμε το φλερτ δε μιλάνε για φλερτ, μιλάνε για παρενόχληση, διότι το φλερτ εξ ορισμού είναι αμοιβαίο. Δεν ξέρω πως θα μάθουμε να ερωτευόμαστε διαφορετικά.

Σ’ αυτό θεωρώ ότι έχει παίξει ρόλο και ο τρόπος που έχουν λοιδορηθεί οι μη τοξικές αρρενωπότητες, οι οποίες επίσης καταπιέζονται στην πατριαρχία. Ένας άνδρας που δεν είναι μάτσο, δεν πιέζει, δεν κάνει πομπώδεις κινήσεις και δηλώσεις, είναι ευγενικός, συντροφικός κλπ χλευάζεται ως βαρετός ή ως λιγότερο άνδρας.

Και σε πολλές κοινότητες τους λένε beta και τους βρίζουν. Υπάρχουν τα alpha males και τα beta. Οι άνδρες που αποτελούν το πρότυπο είναι οι άνδρες που κυνηγούν, κατακτούν, που έχουν τις γυναίκες στα πόδια τους, που βλέπουν τις γυναίκες σαν παιχνίδια. Η δική τους σεξουαλικότητα είναι θεοποιημένη. Γιατί υποτίθεται ότι αυτό πρέπει να είναι ο άνδρας στην πατριαρχία, να είναι απαιτητικός, να είναι επιθετικός και να παίρνει αυτό που θέλει. Ο άνδρας που δεν το κάνει αυτό, που είναι γλυκός,  έχει θηλυκά στοιχεία, υφίσταται shaming, επειδή «ο σωστός άνδρας», σύμφωνα με την πατριαρχία, είναι όσο πιο μακριά γίνεται από τη θηλυκότητα.

Πέρα από αυτό που έχει τονιστεί αρκετά σχετικά με την αυξημένη ορατότητα των περιστατικών έμφυλης βίας, πιστεύω ότι έχουμε και έξαρση, αρκετά διεθνή δεδομένα συντείνουν σε αυτό. Ποιες παράμετροι θεωρείς ότι έχουν σημασία για την κατάσταση;

Κάθε κρίση οικονομική εντείνει την έμφυλη βία. Όταν ο κόσμος είναι δυσαρεστημένος με το οτιδήποτε ξεσπάει πάνω στον πιο αδύναμο και μέσα στα σπίτια αδύναμες είναι οι γυναίκες. Εννοείται ότι πανδημία σημαίνει περισσότερη έμφυλη βία. Οτιδήποτε εξωτερικό αντανακλάται και καθρεφτίζεται μέσα από το σπίτι. Ο γυναίκες περνάνε καλά όταν οι κοινωνίες είναι ευτυχισμένες και σε ευημερία – δεν έχει συμβεί αυτό, το περιμένουμε. Βέβαια υπάρχει όλο το παγκόσμιο νεοσυντηρητικό κλίμα, η επιστροφή που επιθυμούν πολλοί στις πατροπαράδοτες αξίες, που συνεπάγεται περισσότερη έμφυλη βία, διότι βασίζεται στο δόγμα «εγώ είμαι ο άνδρας και θα χτυπήσω το χέρι και θα ρίξω κι ένα χαστούκι». Όλα αυτά συμβάλλουν σίγουρα. Πολύς κόσμος νιώθει ότι απειλείται από τα δικαιώματα των άλλων, από το ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα, από τον φεμινισμό, από πολύ απλά πράγματα όπως το ότι οι γυναίκες έχουν φωνή, από την πολιτική ορθότητα. Δεν ξέρει ποια θα είναι η θέση του σ’ αυτόν το νέο κόσμο που ελπίζουμε ότι έρχεται. Ψάχνει να πιαστεί από τα χειρότερα πράγματα που έχει να επιδείξει η κοινωνία για τις γυναίκες. Θέλει να επανέλθει σ’ αυτά που του έμαθαν οι παππούδες του.

Φέτος είχαμε αύξηση των γυναικοκτονιών, ειδικά τον τελευταίο μήνα καταγράφηκαν τέσσερις γυναικοκτονίες. Νιώθεις πιο οξυμένα τον φόβο στον δημόσιο και στον ιδιωτικό σου ίσως χώρο;

Ούτως ή άλλως έχουν απειλήσει τη ζωή μου, οπότε δεν έχω αισθανθεί ασφαλής. Πήραν τηλέφωνο στο σπίτι της μητέρας μου και το σήκωσε η μητέρα μου στις 4 το πρωί τη μέρα που βγήκε η απόφαση στη δίκη για τον βιασμό και τη γυναικοκτονία της Τοπαλούδη και είπαν «θα δεις τι θα πάθει η πουτάνα η κόρη σου κι εσύ η πουτάνα η μάνα της». Μας θυμίζει η επικαιρότητα κάθε μέρα ότι μπορεί να είμαστε οι επόμενες και ότι από θαύμα δεν είμαστε εμείς στη θέση αυτής που έφυγε. Είναι τρομακτικό. Μ’ αυτήν την έννοια είναι συλλογικό τραύμα. Όλες το νιώθουμε.

Και προσωπικά με θυμώνει ιδιαίτερα το γεγονός ότι κάποιες από αυτές τις γυναίκες ενώ είχαν κάνει το βήμα να φύγουν που είναι πολύ δύσκολο, δεν προστατεύτηκαν από την Πολιτεία.

Έχω συνηθίσει να μην περιμένω πράγματα από την Πολιτεία αλλά έχεις απόλυτο δίκιο. Οι γυναίκες  από τη μια ακούν το «γιατί δεν έφυγες», φεύγουν και τότε τις σκοτώνουν. Είναι απόλυτο αδιέξοδο, θα κάτσεις και θα πεθάνεις ή θα φύγεις και θα πεθάνεις. Πρέπει να προστατευτούν αυτές οι γυναίκες, γι’ αυτό δίνω έμφαση σ’ αυτό που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους μέχρι να κινητοποιηθεί η Πολιτεία. Θα ήθελα όλοι οι άνθρωποι που έχουν στο περιβάλλον τους μια γυναίκα που λέει «μου κάνει κακό, πρέπει να φύγω», να μπουν ασπίδα, να μην είναι μόνη της, ούτε χωρίς να έχει που να πάει. Πρέπει οι θύτες να εξοστρακιστούν και όχι να μένουν οι γυναίκες μόνες. Από κει και πέρα χρειάζονται λεφτά και δομές. 

Είναι τραγικό. Έβλεπα το Maid που θεωρώ ότι αποτυπώνει με εξαιρετική διαύγεια πως αυτό το σύστημα δεν είναι φτιαγμένο για να σε βοηθάει να φεύγεις και αναλογιζόμουν πως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ούτε αυτές οι πενιχρές παροχές, δεν υπάρχει καν νομική κάλυψη ενώ είναι πιθανό μια γυναίκα να μη βρει εύκολα θέση σε ξενώνα κακοποιημένων γυναικών. Καταλήγω δηλαδή στο ότι προφανώς η έμφυλη βία απειλεί όλες τις γυναίκες αλλά η ταξική θέση της καθεμιάς μπορεί να καταστήσει το εγχείρημα της σωτηρίας λιγότερο ή περισσότερο εφικτό.

Τίποτα από αυτά που συζητάμε δεν είναι έξω από το ταξικό. Από τη δυνατότητα νομικής κάλυψης μέχρι το πόσο σοβαρά θα μας πάρουν όταν καταγγείλουμε το οτιδήποτε, το ταξικό παίζει ρόλο.

Ένα άλλο θέμα που θεωρώ ότι υποβόσκει σε κάποιες γυναικοκτονίες είναι η αποθηλυκοποίηση της ηλικιωμένης γυναίκας. Οι ηλικιωμένες γυναίκες που δολοφονήθηκαν από τους γιους ή τους συζύγους τους, δεν είχαν ανάλογη μνεία στον δημόσιο λόγο.

Μα σκέψου ότι μεγαλώσαμε με αστεία για «γριές». Η «γριά» δεν είναι πια γυναίκα αλλά κάτι που της αξίζει περιφρόνηση. Οι γυναίκες περνάνε από μια φάση τρομερής σεξουαλικοποίησης μέχρι μια Χ ηλικία, μετά γίνονται τελείως αόρατες και μετά γίνονται αντικείμενο χλευασμού και επιθέσεων. Αυτή είναι η πορεία μας. Το να χρειάζεται μια γυναίκα φροντίδα μεταφράζεται σαν το χειρότερο που μπορεί να κάνει σε μια κοινωνία, σαν να προδίδει το ρόλο της.

Επομένως, ο ηλικιακός ρατσισμός πλήττει πολύ περισσότερο τις γυναίκες.

Σκέψου πως με όρους Χόλυγουντ μπορεί να δούμε έναν 60άρη να τα έχει με μια εικοσάχρονη και να προβάλλεται ως νορμάλ αυτό αλλά οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας θα υποδύονται μόνο ρόλους μητέρας ή γιαγιάς. Η κοινωνία θεωρεί ότι μια γυναίκα πρέπει να παντρευτεί μέχρι τα 30, ότι «κανείς δε θα κοιτάξει τη 40άρα» και σοκάρεται αν μια πενηντάχρονη έχει σεξουαλικότητα. Μια γυναίκα όταν μεγαλώνει περνάει στη σφαίρα της «τρίτης ηλικίας» και κάνει μόνο για γιαγιά. Φυσικά είναι τραυματικό γιατί έχεις μάθει να βλέπεις τον εαυτό σου μόνο μέσα από το ανδρικό βλέμμα. Ακόμα και μόνη σου βλέπεις πάλι τον εαυτό σου μέσα από αυτό το βλέμμα. Έχεις μάθει η εικόνα σου να είναι σεξουαλικοποιημένη και κάποια στιγμή αυτό στο παίρνουν, σου λένε δεν ανήκεις πια εδώ. Είναι μια μετάβαση στην αορατότητα. Βέβαια, σε κάποιους φεμινιστικούς κύκλους το να είσαι αόρατη λειτουργεί απελευθερωτικά ως προς τις κοινωνικές συμβάσεις και σε κάνει να νιώθεις πιο ασφαλής. Θέλει πολλή δουλειά, όμως, για να φτάσεις εκεί όταν έχεις εμπεδώσει ότι η αξία σου σαν άνθρωπος συνδέεται με τη σεξουαλική σου αξία.

Αντιστοίχως, θεωρώ πως είναι ακόμα ταμπού το να μην θέλει μια γυναίκα να κάνει παιδιά. Εκλαμβάνεται ως ψυχρή καριερίστρια ή ως δυστυχισμένη. Σε κάθε περίπτωση, ως ανολοκλήρωτη. Η δική της επιθυμία δε λαμβάνεται υπόψη. Θα υπάρξει πάντα κάποιος που θα προβάλλει τη δική του κοσμοθεωρία ή το δικό του στερεότυπο πάνω της.

Είμαι και όλα αυτά λοιπόν. Ήξερα από πάντα ότι δεν ήθελα παιδιά. Άκουγα ότι θα μεγαλώσω και θα αλλάξω γνώμη. Ωστόσο, δεν άλλαξα γνώμη. Το ότι δεν έχω ακούσει τρομερή κριτική -που έχω ακούσει αλλά όχι αβάσταχτη- ήταν ακριβώς εξαιτίας των προνομίων μου. Άλλο να είμαι η επαγγελματίας μπιτσάρα -που είμαι- και να ακούω την κριτική που δεν έχω παιδιά και άλλο να είμαι η εργαζόμενη των 600 ευρώ και να μη θέλω παιδιά. Ξέρω πως θα μπορούσα να είμαι σε χειρότερη κατάσταση και να βιώνω ασφυκτική πίεση. Βιώνει την πίεση ακόμα και ο περίγυρος των γυναικών γιατί π.χ. η μητέρα σου μπορεί να θέλει να κάνεις παιδιά αλλά και η ίδια τρώει πίεση από τη γειτόνισσα, από τον μπακάλη. Επειδή δεν είναι φεμινιστικά αφυπνισμένη, νιώθει την πίεση, δε μπορεί να την αντέξει και την περνάει στα παιδιά της. Προσωπικά η απόφαση του να κάνεις παιδιά μου φαίνεται πιο παράλογη από την απόφαση να μην κάνεις παιδιά. Θα έπρεπε να έχουμε λόγους για να κάνουμε παιδιά και συνθήκες. Σε τι κόσμο ακριβώς φέρνεις τώρα ένα παιδί; Η κλιματική κρίση είναι καταστροφική και αν κάτσεις να μιλήσεις για το τι περνάει ένας γονιός, θα βάλεις τα κλάματα. Δε θα τα πω αυτά σε κάποιον που έχει παιδιά αλλά θα έπρεπε να το βλέπουμε ουδέτερα. Ήθελες να κάνεις παιδί και έκανες; Μπράβο. Δεν ήθελες να κάνεις παιδί και δεν έκανες; Μπράβο.

Από την άλλη και το να μιλήσεις ως γυναίκα και ως μητέρα για τα δυσάρεστα και εξοντωτικά σημεία αυτής της ιστορίας, από την εγκυμοσύνη μέχρι το μεγάλωμα των παιδιών, είναι επίσης ισχυρό ταμπού. Στην πατριαρχία που η μητρότητα είναι το ύψιστο καθήκον, οι γυναίκες οφείλουν να δηλώνουν «πολύ ευτυχισμένες» και ότι «το παιδί τους είναι η ζωή τους», ειδάλλως θα κατηγορηθούν ως κακές μητέρες.

Έχει ξεκινήσει η απενεχοποίηση του τι σημαίνει να είσαι μητέρα, όχι, όμως, σε ολόκληρη την κοινωνία. Είναι πολλές μητέρες που νιώθουν υποχρεωμένες να διατηρήσουν το προσωπείο της απόλυτης ευτυχίας και ολοκλήρωσης και για κοινωνικούς λόγους και για να καθησυχαστούν γι’ αυτό που βιώνουν. Δεν έχουμε μιλήσει ακόμα για τη μητρότητα έτσι όπως θα έπρεπε, του τι σημαίνει να κυοφορείς, να γεννάς, για την επιλόχεια κατάθλιψη και μετά για όλο το τεράστιο βάρος του να είσαι μητέρα και ότι το μοιράζεσαι τελείως άνισα με τον σύντροφο – αν τον έχεις δίπλα σου.

Πέτυχα μια ενημερωτική εκπομπή όπου μια γυναίκα παρουσιάστρια είχε καλεσμένους τέσσερις άνδρες για να συζητήσουν για την έμφυλη βία μέσω διαδικτύου. Εκτός από το περιεχόμενο που ήταν πολύ κακό γιατί π.χ. ένας από αυτούς είπε «μα καλά με αυτόν βρήκε να πάει;» και η ίδια η αρχιτεκτονική της συζήτησης μου φάνηκε εντελώς προβληματική και παρωχημένη. Γενικά έχω μπουχτίσει με τα ανδρικά πάνελ.

Είναι τόσο αστείο που έχουμε τους άνδρες να κρίνουν πράγματα που αφορούν γυναίκες σε όλο το φάσμα της ύπαρξης μας, να κρίνουν πώς πρέπει να φερόμαστε και με ποιον να κάνουμε σεξ, που να πηγαίνουμε, τι θα κάνουμε με το σώμα μας. Να σημειώσω από την αρχή για όσα λέγονται τύπου «με αυτόν βρήκε να πάει», εμένα μου φαινόταν πάντα συμπαθής. Το λέω αυτό διότι πρέπει να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι που φαίνονται άκακοι και συμπαθέστατοι μπορεί να είναι είτε βιαστές, είτε κακοποιητές, είτε να έχουν διαπράξει πράγματα κατάπτυστα και εγκληματικά. Δεν έχει τίποτα να κάνει η εμφάνιση κάποιου με το τι κάνει σε γυναίκες. Πρέπει να το αποδεχτούμε ότι είναι ο άνδρας της διπλανής πόρτας. Η μη συναινετική πορνογραφία είναι κάτι πολύ τραυματικό προς τα θύματα. Κάτω από τέτοια είδηση βλέπεις στα σχόλια «καλά να πάθει», δημοσιοποιούνται τα στοιχεία της γυναίκας, υφίσταται παρενόχληση, χάνει τη δουλειά  της. Στο βαθύτερο υπόστρωμα θα βρούμε την πεποίθηση της κοινωνίας ότι η γυναίκα που κάνει σεξ, πρέπει να τιμωρείται. Για τη χριστιανική ηθική το να κάνει μια γυναίκα σεξ θεωρείται από μόνο του ντροπιαστικό, μειώνεται η αξία της γυναίκα, ταξινομείται ως τσούλα. Δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί τίποτα άλλο απ’ το να αποδοθεί η ευθύνη σε εκείνον που βιντεοσκόπησε ή διέρρευσε βίντεο χωρίς της συναίνεση μιας γυναίκας. Μας απασχολεί περισσότερο γιατί όλο αυτό σχετίζεται με τον τρόπο που αντιμετωπίζει η κοινωνία τη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Σε μια από τις παρουσιάσεις του βιβλίου μου βρίσκονταν στο κοινό μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας που περιέγραψε με πίκρα πόση μοναξιά αισθανόταν ως φεμινίστρια στα χρόνια υποχώρησης του φεμινισμού. Επειδή έτυχε να έρθω σε επαφή με τη φεμινιστική θεωρία σε πολύ μικρή ηλικία, έχω περάσει από το στάδιο που δεν έπαιρνε κανείς σοβαρά αυτά που έλεγα, σ’ εκείνο της ειρωνικής προσοχής «έρχεται η Μαρία, μην το πεις αυτό, θα νευριάσει» και πλέον – ευτυχώς – στο στάδιο που καμιά μας δε νιώθει μόνη όταν μιλάει για γυναικεία δικαιώματα. Έχεις βιώσει κάποια αντίστοιχη περίοδο μοναξιάς;

Αρχικά να σου πω ότι αν δεν υπήρχε το ίντερνετ δεν θα είχα συνειδητοποιήσει ποτέ τίποτα ή θα ήμουν τελείως μόνη μου κι αν είχα φτάσει με κάποιον μαγικό τρόπο στη συνειδητοποίηση, δεν θα είχα κανέναν στο περιβάλλον μου για να μπορώ να μιλήσω. Έχω χωρίσει με φίλους για κοινωνικά ζητήματα, έχω ζήσει το ότι γίνομαι η γραφική και κανείς δε θέλει να με ακούσει, στη δουλειά έχω ζήσει να ακούω ότι «δεν θα πω αυτό το αστείο γιατί δεν θα αρέσει στην Ειρήνη». Δε μπορώ να φανταστώ πόσο δύσκολο ήταν για τις γυναίκες πριν από αυτή την εποχή, γιατί εμένα οι συνειδητοποιήσεις μου έγιναν σε μεγάλη ηλικία. Τώρα αν αρχίσουμε να μιλάμε κάπου θα δούμε μια γυναίκα να γνέφει θετικά. Πριν πέντε χρόνια δε συνέβαινε αυτό παρά μόνο σε συγκεκριμένες κοινότητες. Τώρα γίνεται η αλλαγή. Νιώθω ευγνωμοσύνη που έχουμε χτίσει μια κοινότητα στα social media και έξω από αυτά και δε νιώθουμε μόνες. Είναι μια χαραμάδα. Επίσης, χαραμάδα θα είναι οι άνδρες να ακούν τις γυναίκες και να παρεμβαίνουν στον δικό τους ανδρικό κύκλο κατά της έμφυλης βίας. Πρέπει να τελειώσει αυτή η ιστορία.

Μαρία Λούκα

Share
Published by
Μαρία Λούκα