Categories: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

O Πωλ Βιττωρούλης είχε την ευχή και την κατάρα να βλέπει την ιστορία να περνάει από μπροστά του

Το ραντεβού για τη συνέντευξη με τον Πωλ Βιττωρούλη έγινε στο γραφείο του, ανάμεσα σε καλάσνικωφ, δημοσιογραφικές ταυτότητες, σφαίρες, τηλεγραφήματα και βραβεία. Όλα σημαντικά στοιχεία από το πολύτιμο αρχείο του που μαρτυρά την πολυετή δράση του σαν πολεμικός ανταποκριτής του CBS. Είναι τόσα πολλά τα αντικείμενα της συλλογής του που άνετα θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα μουσείο για να το επισκέπτονται μαθητές, ιστορικοί και εκκολαπτόμενοι δημοσιογράφοι. Αντί για αυτό, προτίμησε να διηγηθεί τις εμπειρίες του μέσω ενός βιβλίου και να διαθέσει τα έσοδα, μέσω του οργανισμού «Forever giving», στα υποσιτισμένα παιδιά που έβλεπε στα ρεπορτάζ του τους γύπες να περιμένουν να τα αρπάξουν.

Γεννήθηκα το 1940 στην Κάρπαθο. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο και απέκτησα πατριό. Ο αδερφός του μετανάστευσε στον Καναδά όπου έξι μήνες αργότερα πήγαμε με τον αδελφό μου. Δούλεψα λαντζέρης σε εστιατόρια, αλλά δεν άντεχα τη σκλαβιά της δουλειάς. Πριν φύγω από το τελευταίο εστιατόριο, γνώρισα μια κοπέλα που δούλευε σε φωτογραφείο και με προέτρεπε να αγοράσω κάμερα, ώσπου πήρα μια Bolex 8mm. Τράβηξα μια μικρή αεροπορική εταιρεία φίλων μου που μετέφερε κυνηγούς και ψαράδες σε παγωμένες λίμνες. Είδαμε το φιλμ σ’ έναν προτζέκτορα με το αφεντικό. Του άρεσε και με παρακίνησε να αρχίσω.

Πεντακόσια μίλια βορειότερα, στο Τσώρτσιλ, δούλεψα σε μια μπυραρία όπου έρχονταν συνεργεία από τα μεγαλύτερα ΜΜΕ γιατί τότε στέλνανε ρουκέτες με αρκούδες στο διάστημα  προετοιμάζοντας  τον άνθρωπο για το φεγγάρι. Ρώτησα ένα συνεργείο  πώς μπορούσα να ξεκινήσω δουλειά και είπαν ότι στο βόρειο μέρος  δεν είχανε ανταποκριτή. Ρώτησαν αν είχα κάμερα, αλλά ντράπηκα να πω ότι είχα μία των 8mm. Πρότειναν να πάρω κάμερα, να τραβήξω ένα θέμα, να το στείλω και σίγουρα θα γινόμουν ανταποκριτής τους. Εκείνο τον χειμώνα, λόγω ψύχους, πάγωσαν οι σωληνώσεις του νερού και κάλυψα το θέμα  δείχνοντας την ταλαιπωρία των κατοίκων και δύτες να βουτούν για να αποκαταστήσουν τη βλάβη. Τελικά, ήρθε μια επιταγή 15 δολαρίων και ένα γράμμα που με όριζε αντιπρόσωπο του καναλιού στο βόρειο μέρος του Καναδά.


Το ’65 επιστρέφοντας από την Ελλάδα, πήγα στη Νέα Υόρκη και όχι στον Καναδά. Τα χρήματα ήταν λίγα στο βόρειο μέρος και το κρύο τόσο έντονο που μια μέρα κόντεψα να χάσω τη μύτη και τα αυτιά μου. Στον Λευκό Οίκο φωτογράφισα μια αντιπροσωπεία Σπαρτιατών που ήρθε να βραβεύσει τους Άγκνιου και Νίξον. Πήγα δωρεάν με σκοπό να ζητήσω σύσταση του Νίξον για να μπω στην ένωση κάμερα μεν της Νέας Υόρκης.  Αφού τελειώσαμε, τον ενημέρωσα για τις δυσκολίες που συναντούσα. Η γραμματέας του κράτησε τα στοιχεία μου και σε δύο μέρες, μου έστειλε μια συστατική επιστολή που την έχω ακόμα. Μ’ αυτό το γράμμα φτάνω στην ένωση και ζητώ να γίνω μέλος, μη γνωρίζοντας ότι η συμμετοχή πήγαινε από πατέρα σε γιο. Έβγαλαν αντίγραφο της επιστολής και είπαν «Μη μας πάρεις. Θα σε πάρουμε εμείς». Ε, ακόμα περιμένω.

Μ’ έναν φίλο ήρθαμε στην Ελλάδα όταν ξεκινούσε η τηλεόραση. Ασχοληθήκαμε με την ΥΕΝΕΔ, αλλά χωρίς  καλά χρήματα. Ήθελα μεγάλα θέματα και δράση.  Έτσι, πήγα ξανά στη Νέα Υόρκη, κατευθείαν στο CBS βρίσκοντας τον αρχισυντάκτη διεθνούς ρεπορτάζ και ζητώντας να πάω στο Βιετνάμ. Όλοι όμως επέστρεφαν και δεν θα έστελναν άλλους εκεί. Μου πρότεινε να έρθω στην Ελλάδα. Σε δεκαπέντε λεπτά μου ετοίμασαν κάρτα «CBS News» και δύο κιβώτια που περιείχαν films,  labels και ό,τι άλλο χρειαζόμουν. Επίσης, γράψανε επιστολή για το υπουργείο προεδρίας συστήνοντάς με σαν επίσημο ανταποκριτή του CBS στην Ελλάδα.

Με τον δημοσιογράφο Ντιν Μπρέλης μπήκαμε στο Σιδηρούν Παραπέτασμα  το 71,στις πρώτες εκλογές  μετά τη σοβιετική εισβολή. Στην Πράγα μας ζητήσανε βίζες. Πού να τις βρεις; Έπρεπε να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, αλλά δεν είχε αεροπλάνο μέχρι το επόμενο μεσημέρι και μας έστειλαν να διανυκτερεύσουμε σε ξενοδοχείο με συνοδό. Στο τελωνείο ήταν Ρώσοι και χάρηκαν όταν είδαν Έλληνες. Ο ένας ζήτησε να κάνει έλεγχο. Μόλις είδε την κάμερα είπε «Σίνεμα;». Νόμιζα ότι θα κρατούσαν όλο τον εξοπλισμό, αλλά μόλις απάντησα «ναι», περάσαμε. Την επόμενη μέρα ήταν οι εκλογές και σχεδιάζαμε πώς θα βγαίναμε στην πόλη για γύρισμα. Πήρα σε ένα ταγάρι μια καμερούλα 16mm που χρησιμοποιούσαμε σαν εφεδρική και πέντε ρολά φιλμ, παριστάνοντας τον τουρίστα. Έδωσα σ’ έναν πιτσιρίκο ένα εκατοδόλαρο και βγήκα από την κουζίνα γιατί στην έξοδο ήταν ο συνοδός μας. Λέω στον ταξιτζή “Center Praga”, στα τανκς. Τραβούσα τα εκλογικά τμήματα και τον κόσμο που χάζευε στα παζάρια, αλλά άργησα και ο Ντιν ανησύχησε. Μάζεψα όμως αρκετό υλικό, ακόμα και αν δεν παίρναμε τίποτα άλλο. Έμενε μόνο να βγει ο Ντιν με μικρόφωνο σε ένα καλό μέρος. Το πρωί ο συνοδός μας είχε εξαφανιστεί. Είπαμε στον ταξιτζή ότι θέλαμε να κάνουμε τουριστικά πλάνα μέσα  από το αυτοκίνητο. Έκατσα πίσω και τραβούσα. Τώρα έπρεπε να πει ο Ντιν στην κάμερα ότι βρισκόμαστε στην Πράγα. Βρήκαμε ιδανικό φόντο στη μεγαλύτερη γέφυρα του ποταμού Μολδάβα με σφυροδρέπανα και ρωσικές σημαίες κάνοντας το γύρισμα μια και έξω. Αλλιώς, θα μας έπιαναν. Επίσης, ένας άνθρωπος δίπλα μας τάιζε γλάρους στο ποτάμι. Τον ρωτάει ο Ντιν γιατί έριχνε ψωμί. «Είναι η μόνη ελευθερία που έχουμε σε αυτή τη χώρα, να ερχόμαστε κάθε Κυριακή και να ταΐζουμε τα πουλιά», είπε. Πηγαίνοντας στο αεροδρόμιο, ο ταξιτζής μάς κατάλαβε και έβγαλε όπλο ζητώντας  200 δολάρια. Τα δίνουμε, μπαίνουμε στο αεροδρόμιο, παίρνουμε τα διαβατήρια και φεύγουμε. Φτάνοντας Φρανκφούρτη, πανηγυρίζαμε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στην απόβαση της Κύπρου ήμασταν στο Ledra όπου εγκλωβιστήκαμε 150 δημοσιογράφοι, ο ένας επάνω στον άλλον για περισσότερες από 24 ώρες. Τρόφιμα και νερό τελείωναν, αλλά δραπέτευσα. Με βοήθησε ένας ταξιτζής, ο Ματθαίος Μαύρος που εγκλωβίστηκε όταν ήρθε να πάρει τουρίστες για το αεροδρόμιο. Πρότεινε να φορτώσουμε τα μηχανήματα και να φύγουμε κάνοντας μια διαδρομή 300 μέτρων. Ο Ματθαίος βγάζει το άσπρο πουκάμισό του και μου το δίνει να το κουνάω έξω από το αμάξι. Αν άκουγε πυροβολισμό, θα σταματούσε αμέσως. Φτάσαμε στο Χίλτον όπου οι Εγγλέζοι φυγάδευαν κόσμο με φορτηγά από το Ακρωτήρι. Ο Ματθαίος φοβόταν για το σπίτι του. Πήγαμε εκεί και ήταν όλα άνω κάτω. Μόνο ένα σημείωμα από τη γυναίκα του έλεγε να μην ανησυχεί γιατί ήταν στο χωριό με τα παιδιά. Εκείνη την ημέρα βομβαρδίσανε το αεροδρόμιο.


Μας έστειλαν στην Αιθιοπία, να δούμε το καθεστώς Μεγγίστο. Κάποια στιγμή λέει ο οδηγός μας «Θέλετε να  βγούμε 50 χιλιόμετρα από την Αντίς Αμπέμπα να δείτε κάτι που δεν γνωρίζει ο κόσμος;».  Ήταν ένας καταυλισμός που δίπλα είχε ένα νεκροταφείο ζώων με σκελετούς, λόγω της οκταετούς ανομβρίας.  Τα παιδιά πέφτανε μπροστά στην κάμερα από ασιτία. Τα κεφάλια τους ήταν πρησμένα, οι κοιλιές φουσκωμένες και τα άκρα τους σκελετωμένα, ενώ χιλιάδες μύγες βρίσκονταν επάνω στα μάτια και τα χείλη τους. Ήταν τόσο φρικιαστικό που απέφυγα να κάνω πολύ κοντινό πλάνο γιατί δεν θα μπορούσαμε να το δείξουμε. Επάνω πετούσαν γύπες και μόλις χαμήλωσα για να τους τραβήξω πλάνο, ο οδηγός με κλώτσησε να σηκωθώ για να μη μου επιτεθούν. Μια μέρα, μας πήραν μαζί με  καλλιτέχνες της Αμερικής στην Ερυθρά Θάλασσα για να μας δείξουν πού  συγκέντρωναν τη βοήθεια που ερχόταν από τα έσοδα του δίσκου USA for Africa. Ψάχνοντας για νερό, βρεθήκαμε σε ένα ελληνικό καράβι. Πριν φύγουμε, ο καπετάνιος μάς πήρε στην άλλη μεριά του καραβιού για να μας δείξει κάτι σημαντικό. Όλη η βοήθεια που ερχόταν στην Αφρική, φορτωνόταν σε ρωσικό καράβι και την αντάλλασαν με όπλα. Το τράβηξα και έκρυψα την κασέτα σε  μια θήκη στην κάλτσα, βάζοντας μια άδεια μέσα στην κάμερα. Όταν ο άνθρωπος που μας συνόδευε, ζήτησε την κασέτα, του δώσαμε την άδεια.

Το Κόρεμ είναι ένα οροπέδιο της Αιθιοπίας με πολύ κρύο και περίπου 5.000 ανθρώπους, οι περισσότεροι γυμνοί. Ήθελα να κάνω πρωινό πλάνο για το πώς ξυπνάει το οροπέδιο. Από τον Ερυθρό Σταυρό είπαν ότι δεν θα έβλεπα τίποτα γιατί το πρωί ανεβαίνει μια άχνα, από τις αναπνοές των ανθρώπων. Τρελάθηκα και σκεφτόμουν πώς θα το αποτύπωνα για να μη φαινόταν σαν μια απλή ομίχλη. Οι περισσότεροι κοιμόνταν έξω και όποιος δεν ξυπνούσε θεωρούταν πεθαμένος. Για φαγητό, είχαμε μαζί σάντουιτς και ο συνεργάτης μου είπε να τα φάμε. Του λέω «Είσαι τρελός;». Τριγύρω μας ήταν 150 πεινασμένα παιδιά με μάτια και χείλη γεμάτα μύγες. Δεν αγγίξαμε καν τα σάντουιτς.  Σηκώθηκα νωρίς το πρωί, έβαλα την κάμερα στο τρίποδο και έβλεπα εντυπωσιασμένος τα χνώτα να ανεβαίνουν αργά.


Κάλυψα τις 444 ημέρες ομηρίας των Αμερικανών στην Τεχεράνη, μια ιστορία που γυρίστηκε ταινία με τον Μπεν Άφλεκ. Με παραξένεψε η ευκολία της επιχείρησης Argo. Καταλαβαίνω ότι είναι μια χολιγουντιανή ταινία, αλλά είναι μεγάλη φράση το “based on a true story”. Ήταν αληθινή ιστορία, αλλά όχι όπως τη δείξανε. Τους ομήρους  τους φυγάδευσε η καναδική πρεσβεία με τα πόδια, από Ιράν για Τουρκία και όχι από το αεροδρόμιο της Τεχεράνης με αεροπλάνο.

Το βιβλίο του Πωλ Βιττορούλη κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία.

Στον πόλεμο του Κόλπου βραβευτήκαμε με το βραβείο ΣΔΧ. Όλες οι μάχες γίνονταν μέσα στη θάλασσα. Έτσι, κάναμε 6-7 ώρες ημερησίως με ελικόπτερο, από το Χορμούζ μέχρι τη Σαουδική Αραβία. Όπου βλέπαμε καπνό, πηγαίναμε, ενώ οι Ιρανοί συνεχώς μας απειλούσαν. Απαντούσαμε “Allahu Akbar” και σταματούσαν. Μια μέρα ακούμε Mayday και σηκωνόμαστε για ένα νησί απέναντι από το Ντουμπάι όπου βλέπουμε ένα φλεγόμενο τάνκερ του Χατζηιωάννου και ένα αμερικάνικο Destroyer που προσπαθούσε να βοηθήσει. Φωνάζουν από ένα αντιτορπιλικό ότι έχουν σύστημα 5 μιλίων με πυραυλάκια και αν το παραβούμε, θα μας ρίξουν. Βλέπαμε όμως ότι για αρκετή ώρα πήγαινε ένα ελικόπτερο και έπαιρνε έναν άνθρωπο κάθε φορά από το τάνκερ. Ζητήσαμε άδεια  να βοηθήσουμε και μόλις την πήραμε κατεβήκαμε στο καράβι όπου βρήκαμε πενήντα Βορειοκορεάτες και τρεις Έλληνες. Μόλις ανοίξαμε πόρτες ήρθαν σαν σμήνος για να μπουν, αλλά μπορούσαμε να πάρουμε μέχρι πέντε. Πήραμε τους πρώτους κάνοντας πλάνο μαζί τους και γυρίσαμε στο τάνκερ σώζοντας συνολικά 39 άτομα. Ο καπετάνιος άκουσε να μιλάμε ελληνικά και είπε ότι δεν εγκατέλειπε το καράβι. Η φωτιά βρισκόταν στη δεξαμενή 3 και αν πήγαινε στην 4, θα γινόταν έκρηξη. Δεν δώσαμε σημασία. Του πήραμε και συνέντευξη. Ανεβήκαμε στο ελικόπτερο βλέποντας δύο πυροσβεστικά του Λάτση που σβήσανε τη φωτιά. Εκείνο το βράδυ, οι ανταγωνιστές μάς στείλανε ένα κιβώτιο σαμπάνια και μια ανθοδέσμη στον καθένα μας. Τέσσερις μέρες αργότερα, πετώντας για Αθήνα με τον καπετάνιο είδαμε αγκυροβολημένο το καράβι στο Ντουμπάι. Ο Χατζηιωάννου όμως δεν ήθελε να το σώσουν και μόλις ο καπετάνιος πήγε στον Πειραιά, τον έδιωξε.

Ποτέ δεν έπαθα κάτι. Ίσως επειδή η μητέρα μου ξημερωνόταν προσευχόμενη μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας. Το ’95 σταμάτησα. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και αντιδρούσαν. Τότε γνωρίστηκα με τον κουμπάρο μου που δούλευε για την Forever Living. Πήγα σε μια παρουσίαση της εταιρείας και σήμερα έχω αναλάβει τη γενική διεύθυνση. Παράλληλα,  στη Φλόριντα αγοράσαμε με τα παιδιά μου το εστιατόριο με το όνομα του Γουίλτ Τσάμπερλεν. Όλο το μαγαζί με δικά του ενθύμια (φανέλες, τρόπαια κλπ.).Πήγε καλά. Ασχοληθήκανε τα παιδιά μου, μέχρι που μια μέρα αποφάσισαν να γυρίσουν Ελλάδα. Ε, γυρίσαμε κι εμείς να είμαστε κοντά τους και να απολαύσουμε την Κάρπαθο. Προσωπικά, την προτιμώ από το Μαϊάμι.

Γιώργος Κοβός

Share
Published by
Γιώργος Κοβός