Categories: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ένα απόγευμα με τη Χίλντα Παπαδημητρίου και μια γάτα που τη λένε Νίτσα

H Χίλντα Παπαδημητρίου με υποδέχεται στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη μαζί με τη γάτα της, τη Νίτσα. Έχοντας κυκλοφορήσει πρόσφατα το τρίτο αστυνομικό της μυθιστόρημα με ήρωα τον αστυνόμο Χάρη Νικολόπουλο, με τίτλο «Η συχνότητα του θανάτου» (εκδ. Μεταίχμιο), μιλάει με ήρεμη φωνή που όμως αποπνέει αγάπη για τον Leonard Cohen, τον Woody Allen, τις φίλες από τις γυναικείες ομάδες της Νομικής, το δισκάδικο μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Όσο μιλάει, η Νίτσα κοιμάται ανάμεσα μας κι εγώ ξεχνάω να πιω το τσάι που η Χίλντα φρόντισε να μου φτιάξει. Ναι, χαίρεσαι να την ακούς.

Μεγάλωσα στην Καλλιθέα μέχρι το 1970. Όταν ήμουν 12 άνοιξε ο πατέρας μου δισκάδικο στη Νέα Σμύρνη και μετακομίσαμε. Πριν είχε ένα ρολογάδικο-χρυσοχοΐο στην Πανεπιστημίου, στη στοά Χατζηχρήστου, ενώ γυρνούσε και στην επαρχία για να πουλήσει ρολόγια. Ήταν αυτό που λέμε γεννημένος έμπορος, θα μπορούσε να πουλήσει και την Ακρόπολη. Αποφάσισε να ανοίξει το μαγαζί στη Νέα Σμύρνη γιατί δεν υπήρχαν άλλα εκεί. Έτσι εγώ μεγάλωσα μέσα στο δισκάδικο.

Άκουγα ούτως ή άλλως μουσική από το τρανζίστορ αλλά όπως καταλαβαίνεις ήταν περιορισμένες οι επιλογές εκείνα τα χρόνια. Με εντυπωσίασε πάρα πολύ ένας πωλητής της δισκογραφικής Λύρα που μου έφερε να ακούσω το After the gold rush του Neil Young και το Sweet Baby James του James Taylor. Μου άνοιξε πραγματικά έναν καινούριο κόσμο. Μετά μου έφερε τον διπλό δίσκο των Al Kooper και Mike Bloomfield, το Super Session, και άρχισα να ακούω blues, Zeppelin, Who

Μικρή είχα μια φίλη που ακούγαμε μαζί Βeatles. Η εφηβική παρέα μου όμως ήταν τα παιδιά που έφτιαξαν τους Φατμέ, δηλαδή ο Νίκος Πορτοκάλογλου και ο Οδυσσέας Τσάκαλος, αλλά και τα παιδιά που ήταν στους Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω. Είχαμε πάει όλοι μαζί να δούμε το Jesus Christ Super Star και το Woodstock.

Από τα πρώτα χρόνια του δισκάδικου μου έχουν μείνει κάποιοι πελάτες που άκουγαν jazz, που τότε ήταν terra incognita για την Ελλάδα. Θυμάμαι ότι είχα μείνει άναυδη όταν άκουσα το Take Five, πράγματα που πλέον θεωρούνται εντελώς κλασικά. Υπήρχαν 18χρονοι πελάτες, ενώ εγώ ήμουν 15, που άκουγαν Frank Zappa και Captain Beefheart δηλαδή δύσκολα ακούσματα. Του Zappa μου άρεσαν 2-3 δίσκοι, του Beefheart δεν μπορούσα να τους ακούσω.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Ήταν ένα συνοικιακό δισκάδικο που είχε τα πάντα και έρχονταν πελάτες για να αγοράσουν και λαϊκά. Όπως επίσης έρχονταν διάφοροι μουσικοί και τραγουδιστές, όπως ο Μητσιάς, η Αλέκα Κανελλίδου, ο Χατζής και ο Πάριος. Θυμάμαι ο Πάριος ερχόταν με τον γιο του Χάρη που τότε ήταν παιδάκι και όταν τον είχε ρωτήσει ο μπαμπάς μου εάν θα γινόταν τραγουδιστής όταν μεγάλωνε είχε απαντήσει «Όχι, θα ανοίξω σούπερ μάρκετ “Αφοί Βαρθακούρη”». Όταν ανέλαβα το δισκάδικο με την αδερφή μου περιορίσαμε τα λαϊκά και επικεντρωθήκαμε πολύ στη «μαύρη» μουσική, που ούτως ή άλλως αγαπούσαμε.

Σπούδασα Νομική επειδή ήταν το όνειρο του πατέρα μου. Έκανα αμάν να την τελειώσω. Αυτό που μου έμεινε ήταν οι παρέες, οι συνελεύσεις, οι ομάδες των γυναικών. Ήμουν οργανωμένη στον Ρήγα και σε γυναικείες ομάδες, βγάζαμε κι ένα έντυπο. Κέρδισα παρέες, εμπειρίες, γνώσεις. Διαβάσαμε Virginia Woolf και Simon de Beauvoir στα γαλλικά γιατί πολύ απλά δεν υπήρχαν τα βιβλία της στα ελληνικά. Διαβάσαμε και μαρξιστικά βιβλία που πλέον δεν μου λένε τίποτα αλλά σίγουρα όλα αυτά φτιάχνουν ένα υπόβαθρο για να χτίσεις την προσωπικότητά σου.

Είχα πάει ένα ταξίδι στο Λονδίνο, το ’86 ή ’87, μαζί με τη Σώτη Τριανταφύλλου και είχαμε επισκεφτεί ένα φοβερό βιβλιοπωλείο στο Κάμντεν, το Compendium. Είχα αγοράσει τον Ήχο της Πόλης του Charlie Gillett, που είναι ουσιαστικά η βίβλος του rock ‘n’ roll, το διάβασα, ενθουσιάστηκα και όταν το κοιτούσα στη βιβλιοθήκη μου έλεγα «Κάποιος πρέπει να το μεταφράσει». Το 1993, αποφάσισα να κάνω ένα διάλειμμα από το βιβλιοπωλείο και πήγα στον Λιβάνη με την πρόταση να τους το μεταφράσω. Κι αυτό το εξάμηνο που δεν δούλεψα μετέφραζα. Το 1995 έκλεισα το δισκάδικο.

«Όταν ο Dylan πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας πανηγύρισα και ξεκίνησα στο facebook τριήμερο εορτασμό. Κι επειδή διάβασα διάφορα σχόλια τους προειδοποίησα: αν γράψετε κάτι κακό, δε με νοιάζει, θα σας διαγράψω.»

Το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που μετέφρασα ήταν το Οι δεκατρείς συνταγές της απιστίας της Norah Efron. Για πολλά χρόνια δεν σκεφτόμουν να γράψω κάτι γιατί είχα ως πρότυπο τη Virginia Woolf κι έλεγα «μετά τη Woolf ποιος να γράψει και τι;» Αφού μετέφρασα την Efron συνειδητοποίησα ότι δε θέλω να γίνω σαν τη Virginia Woolf, ούτε να γεμίσω τις τσέπες μου και να μπω στο ποτάμι. Η καλή λογοτεχνία μπορεί να λέει σοβαρά πράγματα με χαριτωμένο και ευχάριστο τρόπο. Το «Χάρης», το όνομα του ήρωα στα τρία βιβλία μου είναι ένας φόρος τιμής στη Norah Efron, από το When Harry Met Sally που είναι δικό της σενάριο.

Η μαμά μου διάβαζε πολλά αστυνομικά κι έτσι είχα από μικρή επαφή με το είδος. Και στους δύο γονείς μου άρεσαν οι νουάρ ταινίες. Οι αγαπημένες μου είναι το Γεράκι της Μάλτας, η Λώρα σε σκηνοθεσία του Otto Preminger και το Mildred Pierce με τη Joan Crawford από ένα βιβλίο του James Caine.

«Δεν είναι απλή ιστορία να διαπράξεις ένα φόνο, εκτός κι αν μιλάμε για τα αστυνομικά που παρουσιάζουν τον υπόκοσμο. Όσο και να μας έχει συνηθίσει ο κινηματογράφος ή τα βιβλία ότι οι νεκροί πέφτουν σαν το χαλάζι στην πραγματικότητα δεν σκοτώνεις έτσι απλά από τη μια στιγμή στην άλλη».

Το 2008 παρακολούθησα ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής με την Αργυρώ Μαντόγλου. Είχα μεράκι να κρατάω ημερολόγιο αλλά ποτέ δεν τα κατάφερνα, παρά μόνο στα ταξίδια. Πήγα λοιπόν στο σεμινάριο, πιο πολύ για πλάκα. Εκεί συνειδητοποίησα ότι μου έβγαιναν ιστορίες, και όπως μου επεσήμανε και η Αργυρώ, κάτι έπρεπε να κάνω αυτές τις ιστορίες. Σκέφτηκα τι θα ήθελα να γράψω κι αποφάσισα να είναι ένα αστυνομικό γιατί αυτό μου πάει. Επιπλέον να έχει κάτι που να έχει σχέση με τη μουσική, γιατί ήταν αυτό που ήξερα πάντα. Έτσι προέκυψε η ιδέα για το Για μια χούφτα βινύλια.

Δεν είμαι της εγκεφαλικής σχολής στο αστυνομικό. Δεν μου αρέσει όταν υπάρχει ένας ιδιοφυής ντεντέκτιβ σαν τον Πουαρό. Αντιθέτως μου αρέσουν όσα παρουσιάζουν το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής, τα «αστυνομικά του δρόμου», τα λεγόμενα hardboiled. Εκεί που ο «ο φόνος γίνεται όχι για να προμηθεύσει ένα πτώμα  στην πλοκή αλλά επειδή κάποιος έχει λόγο να τον διαπράξει» όπως έχει πει ο Raymond Chandler αναφερόμενος στον Dashiell Hammett.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Δεν είναι απλή ιστορία να διαπράξεις ένα φόνο, εκτός κι αν μιλάμε για τα αστυνομικά που παρουσιάζουν τον υπόκοσμο. Όσο και να μας έχει συνηθίσει ο κινηματογράφος ή τα βιβλία ότι οι νεκροί πέφτουν σαν το χαλάζι, στην πραγματικότητα δεν σκοτώνεις έτσι απλά από τη μια στιγμή στην άλλη. Πρέπει να υπάρχει ένας λόγος για να σε ωθήσει. Γι’ αυτό νιώθω την ανάγκη να υπάρχει τεκμηρίωση του φόνου στα βιβλία μου.

Επίσης μου αρέσει να υπάρχει μια ατμόσφαιρα πόλης στα αστυνομικά παρά υποθέσεις που εξελίσσονται σε ειδυλλιακές, επαρχιακές αγγλικές πόλεις. Στο Για μια χούφτα βινύλια υπήρχαν πολλές σκηνές στην Καλλιθέα και μου έγραψαν στο facebook άνθρωποι που μένουν στη γειτονιά για να μου πουν «πήγαινα στο σχολείο του Αγ.Νικολάου που αναφέρεις στο βιβλίο» κι όλο αυτό ήταν πολύ συγκινητικό.

Ακούω συνέχεια μουσική. Πριν κοιμηθώ βάζω τα ακουστικά στο ipod. Τα τελευταία δυο χρόνια το βράδυ ακούω Tindersticks. Περνάω φάσεις. Μια περίοδο άκουγα συνέχεια τους δίσκους των Spain. Πιο παλιά για ενάμιση χρόνο άκουγα Tim Buckley. Προτιμώ κάτι που θα με παρασύρει ο στίχος -πάντα έδινα πολύ μεγάλη σημασία στον στίχο- κάτι που μου είναι οικείο, με γλυκαίνει και μου θυμίζει καλές στιγμές. Έτσι κοιμάμαι καλά.

Ξεκίνησα να αρθρογραφώ για μουσική στο Zoo, ένα περιοδικό που είχε βγάλει η Μουσικοεκδοτική που επίσης έβγαζε το Ποπ+Ροκ. Ήταν αρχισυντάκτης ο Νίκος Πετρουλάκης που ήταν φίλος από τα χρόνια του δισκάδικου. Κάποια ημέρα στο δεύτερο ή τρίτο τεύχος μου ζήτησε να γράψω. Επειδή πάντα με ενδιέφεραν τα διεθνή, έγραφα και για μουσική αλλά έγραψα και θέμα για τα «35 χρόνια από τη δολοφονία του Martin Luther King». Ήταν μεν κοινωνικοπολιτικό αλλά το συνέδεα και με τις μουσικές της εποχής, τη soul που έγινε funk. Επίσης στο Ζοο είχα ένα δισέλιδο με παρουσιάσεις βιβλίων. Μετά συνέχισα για κάποια χρόνια στο Ποπ+Ροκ και αργότερα που γνώρισα τα παιδιά του mic.gr άρχισε η σταθερή σχέση συνεργασίας μας. Κατά περιόδους έχω γράψει και στο Sonik και για ένα εξάμηνο στη LIFO. Γενικά, μου αρέσει να γράφω για μουσική.

«Το ροκ ‘ν’ ρολ χρειάζεται ενέσεις και έχει ανάγκη από καινούρια κινήματα όπως ήταν κάποτε το πανκ. Το πανκ ήταν η μουσική που αγάπησα πάρα πολύ».

Όταν ξεκινούσα να γράφω μια κριτική ήθελα πάντα να ξέρω το μουσικό πλαίσιο του καλλιτέχνη για τον οποίο θα μιλούσα. Με ενδιαφέρει να δω μέσα στην πορεία του πώς στέκεται αυτό που κάθε φορά μας παρουσιάζει, συγκριτικά μέσα στο έργο του τι αξία έχει ένας δίσκος. Επίσης θέλω να κάνω μια περιγραφή ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης για τι πράγμα μιλάω και πάντα αναφέρομαι στους στίχους γιατί πάντα τους προσέχω.

Δεν γράφω για πράγματα που δεν μου αρέσουν. Αν το κάνω, σπάνια, είναι μονάχα όταν με σύγχυσε κάποιος αγαπημένος μου βγάζοντας κακό δίσκο, όπως ο Neil Young με το Americana. Δε βρίσκω νόημα να κάτσω να γράψω και να ασχοληθώ με κάτι μόνο για να το θάψω. Δεν μου ταιριάζει το θάψιμο. Μου αρέσει να γράφω γι’ αυτά που αγαπώ και που υπάρχει ο κίνδυνος να περάσουν απαρατήρητα γιατί με την υπερπληροφόρηση που υπάρχει πια δεν μπορούμε πλέον να τα ακούμε όλοι όλα. Συνεπώς θέλω να επισημάνω αυτό που μου άρεσε ώστε να μη το χάσει κάποιος άλλος μέσα στον καταιγισμό των πληροφοριών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Όταν έβγαλε ο Bob Dylan τον πρώτο δίσκο του Great American Songbook δεν μου άρεσε και το έγραψα. Όπως επίσης έγραψα για τον αγαπημένο μου Mark Lanegan όταν έβγαλε το Immitations, ότι είναι ένας κακός δίσκος. Στεναχωριέμαι όταν ακούω μια δουλειά από κάποιον που αγαπώ και δεν μου αρέσει, αντιστοίχως στεναχωριέμαι όταν με απογοητεύει το βιβλίο ενός συγγραφέα που εκτιμώ. Σκέφτομαι μερικές φορές «Τι ζόρια περνούσε και έγραψε αυτό;» ή «Τι έπαθε και έβγαλε τέτοια πατάτα αφού το πρώτο του βιβλίο ήταν φοβερό;». Αλλά ανθρώπινο είναι, το κατανοώ. Μόνο με τον Dylan δεν σκέφτομαι ποτέ έτσι γιατί νομίζω ότι είναι ένας τόσο ανεξιχνίαστος άνθρωπος που δεν προσπαθώ καν να τον αποκωδικοποιήσω.

Όταν ο Dylan πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας πανηγύρισα και ξεκίνησα στο facebook τριήμερο εορτασμό. Κι επειδή διάβασα διάφορα σχόλια τους προειδοποίησα: αν γράψετε κάτι κακό, δε με νοιάζει, θα σας διαγράψω. Πέρα από την πλάκα, προφανώς δεν ήταν αυτό κάποια δικαίωση γιατί ούτε ο Dylan χρειάζεται το Νόμπελ, ούτε εν γένει το rock ‘n’ roll το χρειάζεται.

Το rock ‘n’ roll χρειάζεται ενέσεις και έχει ανάγκη από καινούρια κινήματα όπως ήταν κάποτε το punk, που το αγάπησα πάρα πολύ. Τώρα όλο αναβιώσεις ζούμε, τη soul των 70s, τον ήχο του surf… Τοpunk ήταν γέννημα ιδιαίτερα ζόρικων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών. Και τώρα ζούμε έντονες εποχές, ίσως κάτι να γίνει.

Περπατάω πολύ στην πόλη και σχεδόν πάντα έχω το ipod στα αυτιά ακούγοντας μουσική. Διάφορες διαδρομές τις έχω συνδέσει με αγαπημένες εικόνες. Για παράδειγμα τη διαδρομή προς τον Λυκαβηττό, την έχω συνδέσει με τις καλοκαιρινές συναυλίες, με τις ωραιότερες βραδιές της ζωής μου. Όταν τη ζούσα καταλάβαινα ότι ήταν μια στιγμή τόσο σημαντική από αυτές που θα σκέφτομαι όταν θα γεράσω και θα λέω «εκείνη τη στιγμή ήμουν ευτυχισμένη». Έτσι ένιωθα όταν ήμουν καθ’ οδόν για τη συναυλία.

Από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου είναι όταν πάω σε έναν κινηματογράφο για να δω ταινία του Woody Allen. Η αγαπημένη μου είναι το Annie Hall αλλά μου αρέσουν πολύ και κάποιες ασπρόμαυρες, μελαγχολικές που έχει βγάλει όπως το Interiors του 1978. Όσο ζει ο Woody Allen και τις χειρότερες πατάτες να βγάζει εγώ είμαι ευτυχισμένη.

Όταν πέθανε ο Cohen έπαθα σοκ. Όταν ήμουν στο σχολείο ήταν της μόδας να έχουμε pen pals. Αλληλογραφούσα με ένα αγόρι από τη Γαλλία και είχε έρθει στην Ελλάδα να γνωριστούμε και για κάνει διακοπές. Μου έφερε ως δώρο έναν Greatest Hits δίσκο του Cohen, πολύ ρομαντική κίνηση. Αν και είχαμε το δίσκο στο δισκάδικο, δεν τον είχα ακούσει, και τρελάθηκα. Άρχισα να τον παρακολουθώ συστηματικά, μετέφρασα το μυθιστόρημά του Το Αγαπημένο Παιχνίδι και τον είδα το 1988 στον Λυκαβηττό. Δεν πήγα να τον δω στην Μαλακάσα το 2008 γιατί έφευγα για διακοπές. Έλεγα «εντάξει, θα τον ξαναδώ». Πόσο το έχω μετανιώσει.


Το βιβλίο της Χίλντας Παπαδημητρίου «Η συχνότητα του θανάτου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.