Αν δεν ξέρεις ποιος είναι ο Χρήστος Κισατζεκιάν, μάλλον δεν πηγαίνεις σε ροκ συναυλίες.

Το σπίτι του Χρήστου Κισατζεκιάν μοιάζει με ναό του classic rock. Είναι τόσο μεγάλος fan των AC/DC που στο υπνοδωμάτιό του έχει πάνω από το παράθυρό του ένα ξύλινο κουρτινόξυλο με σκαλισμένες τις λέξεις «Back Ιn Black», φιλοτεχνημένο από έναν φίλο του ξυλουργό, που του το χάρισε ως δώρο γενεθλίων. Στο σαλόνι, πάνω από τον καναπέ του, έχει ένα τετράπτυχο από φωτογραφίες που έχει τραβήξει ο ίδιος. Metallica, Scorpions, Whitesnake και AC/DC, ιερά τέταρτα της rock και metal σκηνής για πολλούς, δεινόσαυροι για κάποιους άλλους. Όπως και να έχει, ο Κισατζεκιάν έχει μεγάλο πάθος μαζί τους για αυτό και δηλώνει απερίφραστα «παλιοροκάς». Συλλέγει μετά μανίας βινύλια (τα περισσότερα υπογεγραμμένα από τους ίδιους τους μουσικούς) αλλά και τσίπουρα από όλη την Ελλάδα, τα οποία κοσμούν την εντυπωσιακή του κάβα και περιμένουν τους φίλους του να έρθουν και να τα καταναλώσουν. Βάζει στο πικάπ τον πρώτο δίσκο των Camel και ξεκινά να μου διηγείται ιστορίες για τον Ozzy, την φιλία του μεταξύ άλλων με τον Dio και τον Steven Wilson των Porcupine Tree και φυσικά για το πώς έφτασε να θεωρείται σήμερα ίσως ο πιο εμβληματικός φωτογράφος συναυλιών στην Ελλάδα…

Με τον Mike Patton των Faith No More

Γεννήθηκα σε μια οικογένεια με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Ο πατέρας μου Γιώργος Κισατζεκιάν, που γεννήθηκε στην Αίγυπτο από πατέρα Αρμένη, εξ’ ου και το επώνυμό μου, ήταν βιολιστής και ζωγράφος. Όταν έκανε οικογένεια αποφάσισε πως δεν μπορεί να μας ζήσει και έτσι δούλεψε στον χώρο της διαφήμισης. Τα έκανε όλα. Εικονογράφηση, φωτογραφία, κείμενο. Υπήρξε μάλιστα ο art director του Φιξ. Eκείνος έχει σχεδιάσει την ετικέτα σε σχήμα ρόμβου, την μισή μπλε – μισή άσπρη.

Μου έδωσε κάποτε μια Voigtlander και ληγμένα φιλμ για να παίζω. Ήμουν περίπου επτά-οκτώ χρονών. Μετά τυπώναμε τις φωτογραφίας και μου έλεγε «Αυτό είναι καλό κάδρο, αυτό δεν είναι, τι έχει πάει στραβά εδώ;». Ταυτόχρονα, ο αδερφός μου που είναι έντεκα χρόνια μεγαλύτερός μου, ήταν ο μέντορας μου στη μουσική. Άκουγα μες το σπίτι Hendrix, Dylan, Baez, Cream, Jethro Tull κλπ., από την ώρα που είχα συνείδηση του εγώ.

Με τον Alice Cooper.

Με τους Scorpions.

Όταν πήγαινα σχολείο ήθελα να γίνω μπασίστας. Κατάλαβα όμως ότι στην Ελλάδα, μάλλον θα έπρεπε να παίζω στα μπουζούκια για να βγάλω λεφτά. Αποφάσισα λοιπόν να μην το κάνω «επαγγελματικά», αλλά να το κρατήσω για την καύλα μου και έτσι παίζω σε διάφορα γκρουπ από το ’79. Σκέφτηκα τι μου αρέσει αμέσως μετά, έτσι ώστε να βιοπορίζομαι κάνοντας κάτι που αγαπώ, καθώς ήθελα να αυτονομηθώ. Έτσι προέκυψε φωτογραφία. Αποφάσισα με το που τελείωσα το λύκειο να εργαστώ ως φωτορεπόρτερ και – όντας τυχερός – η πρώτη μου δουλειά ήταν στο Έθνος. Έμεινα εκεί 2,5 χρόνια. Ήταν μεγάλο σχολείο. Το πάντρεμα των δύο παθών μου, μουσικής και φωτογραφίας με έτρωγε όμως. Έβλεπα τις συναυλιακές φωτογραφίες στα εσώφυλλα των δίσκων και έλεγα «Αυτό θέλω».

Ήμουν 7 χρόνια φωτορεπόρτερ, είχα γίνει και υπεύθυνος φωτογραφικού τμήματος στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Έτρεχα σαν τρελός, αλλά από λεφτά ήμουν πολύ καλά. Τότε έγινε κοπέλα μου η Τζένη Σαμπανίκου, συντάκτρια τότε στο Metal Hammer, όποτε καθότι αναγνώστης, όχι μόνο του Metal Hammer, αλλά και του Ποπ+Ροκ που ανήκε στην ίδια εκδοτική, την ρώτησα αν έχουν ανάγκη από φωτογράφο συναυλιών. Είχαν τον γραφίστα της Μουσικοεδοτικής και τον λογιστή, οι οποίοι έπαιρναν μια φωτογραφική όποτε ήθελαν να πάνε τσάμπα σε μια συναυλία και μόνο τότε υπήρχε κάλυψη των συναυλιών. Έτσι πήγα και τους είπα ότι είμαι επαγγελματίας και θέλω να το κάνω αυτό σε μόνιμη βάση. Το πρώτο μου live, που δεν ήταν όμως για το Metal Hammer, αλλά για το Ποπ+Ροκ, ήταν ο Scremin’ Jay Hawkins στο Ρόδον και μπήκε δισέλιδο σαλόνι. Χτύπησα σε όλες τις πόρτες της Μουσικοεκδοτικής και δούλεψα και στο Δίφωνο και στο Zoo.

Διαβάστε: Στα άδυτα του Metal Hammer. Περάσαμε μία μέρα στα γραφεία του ιστορικού περιοδικού που πρόσφατα έκλεισε τα 30. 

Με το φιλαράκι του, τον Dio.

Η καλύτερη συναυλία που έχω φωτογραφήσει ήταν των Camel τον Οκτώβριο του 2000 στο Ρόδον, όχι από άποψη αισθητικού αποτελέσματος μόνο, αλλά και από συναίσθημα. Πίστευα ότι δεν θα τους δω ποτέ. Είχε αρρωστήσει ο Latimer και νομίζαμε ότι θα πέθαινε, αλλά τελικά την γλίτωσε και ξαναβγήκαν σε περιοδεία. Εκείνο το βράδυ συνέβη κάτι μαγικό, δεν ξέρω τι ήταν αυτό, όμως από τα 1.600 άτομα στο κοινό, οι μισοί κλαίγαμε. Και ο ίδιος ο Latimer στο encore έβαλε τα κλάματα από το feedback που έπαιρνε από το κοινό.

Έχω πάει στο σπίτι του Ozzy με τον Χάκο για να του πάρουμε συνέντευξη για το Metal Hammer και ο κακομοίρης ο Χάκος (σ.σ. Χάκος Περβανίδης, αρχισυντάκτης του περιοδικού), από το δέος που ένιωθε, τραύλιζε. Τότε ο Ozzy τον πήρε αγκαλιά και του είπε «Χαλάρωσε, πες ότι είμαι ο πατέρας σου».

Στη δισκοθήκη του έχει περίπου 7000 βινύλια, με έμφαση στο classic rock.

Εκτός από την φωτογραφία φυσικά, πολλές φορές κάνω ο ίδιος και την συνέντευξη. Έχω ξεπεράσει αισίως τις 1.000 συνεντεύξεις. Ο πιο συμπαθής από όσους έχω γνωρίσει  ήταν ο Ronnie James Dio. Τρομερή ψυχή. Πρόλαβα και του πήρα έξι συνεντεύξεις, τις δύο από κοντά, τις άλλες τηλεφωνικά, οπότε στο τέλος με είχε μάθει, μάλιστα με αποκαλούσε «Chris from Greece like feta cheese». Στο Ρόδον το ’93, περίμενε με ψιλόβροχο έξω από το πούλμαν και υπέγραφε δίσκους και εισιτήρια μέχρι και στον τελευταίο φαν. Επίσης παραδέχομαι τον Peter Hammill (Van der Graaf Generator), ο οποίος όταν πήγα να του πάρω συνέντευξη με υποδέχτηκε με υπόκλιση. Εγώ μάλλον έπρεπε να του φιλήσω τα πόδια τότε.

Πάσα ιδέα έχασα για τον Steve Howe, τον κιθαρίστα των Yes και των Asia. Έπεσα από τα σύννεφα. Eυτυχώς  η συνέντευξη ήταν τηλεφωνική. Προετοιμαζόμουν τρεις μέρες καθώς ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε στους Έλληνες οπαδούς του. Είχα συνεννοηθεί με την εταιρεία του ότι η συνέντευξη θα είναι band catalogue και ότι θα τον ρωτήσω για τα παλιά. Από την πρώτη στιγμή μου μίλησε πολύ απότομα και έπειτα εκνευρίστηκε που τον ρώτησα για τις προηγούμενες συνεργασίες του, μου έλεγε ότι δεν ξέρω να κάνω τη δουλειά μου και όταν του είπα ότι είμαι φαν του, μου αντέτεινε ότι τον γλύφω κι από πάνω. Ε, αυτό ήταν, έκλεισα το τηλέφωνο.

Mε τον Ray Manzarek των Doors.

Με τον Steve Harris των Iron Maiden.

Η Κυψέλη είναι μουσική γειτονιά. Έχουν βγει πολλά φιντάνια από εδώ. Λίγο πιο κάτω για παράδειγμα μένουν οι Σπυροπούλεοι από τους Σπυριδούλα. Είχαμε και ένα προβάδικο που λέγονταν Ροπή, ένα παλιό αρχοντικό που ήταν φροντιστήριο θετικών επιστημών πριν, για αυτό και του έμεινε το όνομα. Νοικιάζαμε τα δωμάτια βάζαμε αυγοθήκες και τζαμάραμε. Επειδή τότε με τους Genesis κάπως όλες οι μικρές μπάντες είχαν παρεμφερή ονόματα όπως π.χ. Apocalipsis, η πρώτη μπάντα στην οποία έπαιξα εγώ μπάσο, λέγονταν «Αποχέτευσις» σε μια προσπάθεια να τους τρολάρουμε λίγο.

Είμαι πάρα πολύ ανοιχτός στη μουσική. Μπορώ να ανατριχιάσω το ίδιο με τζαζ ή μπλουζ και να βάλω τα κλάματα με fusion ή με τους Camel ας πούμε. Αλλά αν πρέπει να μου βάλω μια ετικέτα, τότε θα πω πως είμαι παλιοροκάς. Hard and heavy και classic rock των 70’s. Για όσους αποκαλούν δεινόσαυρους τις ροκ μπάντες όπως οι Scorpions ή οι AC/DC έχω να πω ότι για αυτούς τους ανθρώπους η μουσική είναι η ζωή τους. Μου αρέσει, ας πούμε, που συνεχίζουν οι Scorpions . Πού και πού βγάζουν μερικά διαμαντάκια. Θεωρώ το Unbreakable τρομερό album. Μας τα έχουνε πρήξει βέβαια με τα reunions και τις «τελευταίες συναυλίες» και δεν ξέρω ΄γω τι. Φαίνεται σαν αρπαχτή. Πέρα από αυτό όμως, καταλαβαίνω και βγάζω το καπέλο μου στην Tina Turner που σταμάτησε εκεί που έπρεπε, αλλά τι να πω στον B.B. King; Πήγαινε σπίτι σου; Όλα τα βλέπουμε και εμείς που γουστάρουμε. Και τα φάλτσα και τις αδυναμίες, δεν  είμαστε χαζοί. Αλλά και να του πεις του άλλου μην κάνεις live, κάνε μόνο studio, πώς θα ζήσει; Από τις πωλήσεις; Αποκλείεται.

Ξεκίνησα να αγοράζω δίσκους το ’77, στα 11 μου, με το χαρτζιλίκι που μου έδινε ο μπαμπάς μου. Τότε φώλιασε μέσα μου το σαράκι. Μέχρι να μπω στη μουσική βιομηχανία ως συντάκτης/φωτογράφος είχα ήδη πάνω από χίλια βινύλια. Μια Κυριακή απόγευμα κάθισα και τα μέτρησα. Πρέπει να έχω περίπου 7.000 βινύλια. Αγοράζω όμως και cd τα οποία υπερκέρασαν κάποια στιγμή των αριθμό των βινυλίων, όποτε συνολικά έχω περίπου 16.390 άλμπουμ σε δίσκους και cd. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου συλλέκτη. «Ευκαιριολάγνος» είμαι. Δεν ψάχνω την τάδε σπάνια έκδοση, προτιμώ να πάρω κάτι που δεν έχω ή να κλείνω τρύπες στις δισκογραφίες αγαπημένων μου καλλιτεχνών, που στην ουσία δεν κλείνουν ποτέ. Το αγαπημένο μου και πιο σπάνιο βινύλιο είναι το Spiral Circus των Porcupine Tree, που έβγαλαν όταν ήταν ακόμα άσημοι. Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι δική μου και υπάρχει σε 500 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Εκτός του ότι υπογεγραμμένο από όλη την μπάντα, έχω και ένα συγχαρητήριο σημείωμα για την φωτογραφία μαζί. Έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση πλέον με αυτή την μουσική ιδιοφυία που ακούει στο όνομα Steven Wilson.


Φιλίππα Δημητριάδη

Η Φιλίππα Δημητριάδη είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα, όπου μεγάλωσε και ζει μέχρι σήμερα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.