Θύματα από την ισραηλινοαμερικανική αεροπορική επιδρομή στο σχολείο θηλέων στο νότιο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου / EPA
Ανώτατοι αξιωματικοί του αμερικανικού στρατού φέρονται να αγνόησαν προειδοποιήσεις που υπήρχαν σε κρίσιμες βάσεις δεδομένων, σύμφωνα με τις οποίες οι πληροφορίες για πιθανούς στόχους στο Ιράν ήταν ξεπερασμένες. Παρ’ όλα αυτά, ενέκριναν σειρά αεροπορικών πληγμάτων, ανάμεσά τους και εκείνο που έπληξε σχολείο, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν σχεδόν δεκάδες παιδιά και ενήλικες, σύμφωνα με τρεις πηγές που γνωρίζουν τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι στο σύστημα που χρησιμοποιείται για την επιλογή στόχων υπήρχαν σαφείς επισημάνσεις πως οι πληροφορίες βασίζονταν σε δεδομένα αρκετών ετών και έπρεπε να επανελεγχθούν πριν εγκριθεί οποιοδήποτε πλήγμα. Παρ’ όλα αυτά, ανώτεροι αξιωματικοί προχώρησαν στην έγκριση των στόχων.
Δύο από τις πηγές υποστηρίζουν ότι η απόφαση να αγνοηθούν οι προειδοποιήσεις ελήφθη για λόγους «ταχύτητας», καθώς υπήρχε πίεση να καταρτιστεί άμεσα λίστα στόχων με την έναρξη του πολέμου. Όπως επισημαίνουν, αυτή η επιλογή συνέβαλε άμεσα στο τραγικό λάθος που οδήγησε στον βομβαρδισμό του σχολείου.
Σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν, από το πλήγμα έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 168 παιδιά και 14 εκπαιδευτικοί, αριθμός που κατατάσσει το περιστατικό ανάμεσα στα πιο πολύνεκρα για αμάχους στη σύγχρονη στρατιωτική ιστορία των ΗΠΑ.
Ο αμερικανικός στρατός ξεκίνησε έρευνα λίγες ημέρες μετά το περιστατικό. Όπως ανέφερε μία από τις πηγές, «μέσα σε λίγες ημέρες γνώριζαν πώς είχε γίνει το λάθος. Ήταν προφανές ότι οι πληροφορίες ήταν παλιές».
Παρά το πέρασμα αρκετών μηνών, το Πεντάγωνο δεν έχει ακόμη δώσει στη δημοσιότητα τα πορίσματα της έρευνας για το συμβάν.
Σύμφωνα με αεροφωτογραφία που έδωσε στη δημοσιότητα το Ιρανικό Κέντρο Τύπου, συγγενείς των θυμάτων σκάβουν τάφους κατά τη διάρκεια της κηδείας των παιδιών που σκοτώθηκαν από το πλήγμα σε δημοτικό σχολείο στην επαρχία Χορμοζγκάν, στις 3 Μαρτίου 2026.
Ανώτατοι αξιωματικοί του αμερικανικού στρατού φέρονται να αγνόησαν προειδοποιήσεις που υπήρχαν σε κρίσιμες βάσεις δεδομένων, σύμφωνα με τις οποίες οι πληροφορίες για πιθανούς στόχους στο Ιράν ήταν σοβαρά παρωχημένες. Παρ’ όλα αυτά, ενέκριναν αεροπορικά πλήγματα, ανάμεσά τους και εκείνο που έπληξε σχολείο, προκαλώντας τον θάνατο σχεδόν 200 παιδιών και ενηλίκων, σύμφωνα με τρεις πηγές που γνωρίζουν τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι στο σύστημα που χρησιμοποιείται για την επιλογή στόχων υπήρχαν σαφείς επισημάνσεις πως οι πληροφορίες βασίζονταν σε δεδομένα αρκετών ετών και έπρεπε να επανεξεταστούν πριν εγκριθεί οποιοδήποτε πλήγμα. Η προσθήκη ενός στόχου στη λίστα απαιτούσε την έγκριση ανώτερου αξιωματικού, ο οποίος είχε πρόσβαση στις σχετικές προειδοποιήσεις.
OMFG!
Remember the Iranian School that Trump bombed?
CNN just reported that Trump’s military commanders ignored warnings that their intel on targets in Iran were OUTDATED and then approved the strike that hit the school, killing close to 200 people, including well over 100…
— Brian Krassenstein (@krassenstein) July 7, 2026
Δύο από τις πηγές υποστηρίζουν ότι οι ανώτατοι διοικητές επέλεξαν να παρακάμψουν τις επισημάνσεις για λόγους «ταχύτητας», καθώς υπήρχε πίεση να καταρτιστεί άμεσα κατάλογος στόχων με την έναρξη του πολέμου. Όπως επισημαίνουν, η απόφαση αυτή συνέβαλε άμεσα στον βομβαρδισμό του σχολείου.
Σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν, από το πλήγμα σκοτώθηκαν τουλάχιστον 168 παιδιά και 14 εκπαιδευτικοί, γεγονός που κατατάσσει το περιστατικό ανάμεσα στα πιο πολύνεκρα πλήγματα κατά αμάχων στη σύγχρονη στρατιωτική ιστορία των ΗΠΑ.
Ο αμερικανικός στρατός ξεκίνησε εσωτερική έρευνα λίγες ημέρες μετά το περιστατικό. «Μέσα σε λίγες ημέρες γνώριζαν πώς έγινε το λάθος. Ήταν προφανές ότι οι πληροφορίες ήταν παλιές», δήλωσε μία από τις πηγές.
Μέχρι σήμερα, αρκετούς μήνες μετά το συμβάν, το Πεντάγωνο δεν έχει δημοσιοποιήσει τα πορίσματα της έρευνας. Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε στο CNN ότι «η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη», επαναλαμβάνοντας πως «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν στοχεύουν αμάχους».
Οι νέες αποκαλύψεις φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο η βιασύνη για την κατάρτιση λίστας στόχων πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων φαίνεται να συνέβαλε στο τραγικό λάθος.
Το Πεντάγωνο παρέπεμψε τις σχετικές ερωτήσεις στην Κεντρική Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ (CENTCOM), η οποία αρνήθηκε να σχολιάσει την υπόθεση, επικαλούμενη την εκκρεμή έρευνα.
Παρότι οι αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν έχουν περιοριστεί το τελευταίο διάστημα, καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη διπλωματικές επαφές μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι δεν αποκλείει την επανέναρξη μιας ευρείας στρατιωτικής εκστρατείας.
CNN: Američki komandanti ignorisali upozorenja o zastarelim podacima pre napada na školu u Iranuhttps://t.co/BcSe5j8AFK
— TV N1 Beograd (@n1srbija) July 8, 2026
Το πλήγμα της 28ης Φεβρουαρίου στο σχολείο Shajareh Tayyiba, στην πόλη Μινάμπ, σημειώθηκε την ώρα που οι αμερικανικές δυνάμεις βομβάρδιζαν γειτονική εγκατάσταση των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). Σύμφωνα με τα πρώτα συμπεράσματα της στρατιωτικής έρευνας, το σχολείο βρέθηκε κατά λάθος μέσα στη ζώνη των επιχειρήσεων.
Δορυφορικές εικόνες του 2013 δείχνουν ότι το σχολείο και η βάση των IRGC αποτελούσαν κάποτε ενιαίο συγκρότημα. Ωστόσο, εικόνες του 2016 αποκαλύπτουν ότι είχε κατασκευαστεί περίφραξη που διαχώριζε πλήρως το σχολείο από τη στρατιωτική εγκατάσταση, ενώ είχε δημιουργηθεί και ξεχωριστή είσοδος. Επιπλέον, δορυφορικές εικόνες του Δεκεμβρίου του 2025 καταγράφουν δεκάδες ανθρώπους να βρίσκονται στην αυλή του σχολείου, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η εγκατάσταση λειτουργούσε κανονικά ως εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Το πλήγμα σημειώθηκε την πρώτη ημέρα των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, όταν στρατιωτικοί αξιωματούχοι και αναλυτές πληροφοριών προσπαθούσαν να επικαιροποιήσουν τα στοιχεία για χιλιάδες πιθανούς στόχους, μετά την απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να ξεκινήσει τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πηγές, δεν κατέστη δυνατό να ανανεωθούν όλα τα σχετικά αρχεία στις βάσεις δεδομένων του Πενταγώνου πριν αρχίσουν οι επιθέσεις.
Αποτέλεσμα ήταν πολλές από τις πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν για την επιλογή στόχων να βασίζονται σε στοιχεία ηλικίας άνω των δέκα ετών. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο φάκελος για την εγκατάσταση των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), η οποία γειτνίαζε με το δημοτικό σχολείο που τελικά χτυπήθηκε.
Λόγω της πίεσης χρόνου, οι στρατιωτικοί και οι αναλυτές έδωσαν προτεραιότητα στην επικαιροποίηση των λεγόμενων «στόχων υψηλής προτεραιότητας», δηλαδή εκείνων που θεωρούνταν πιθανότερο να πληγούν πρώτοι.
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονταν κυρίως κινητοί στόχοι και εγκαταστάσεις που εκτιμάτο ότι αποτελούσαν τη μεγαλύτερη απειλή για τις αμερικανικές δυνάμεις, όπως βάσεις πυραύλων και στρατιωτικά αεροσκάφη. Σύμφωνα με μία από τις πηγές, οι περισσότεροι από αυτούς τους φακέλους είχαν επικαιροποιηθεί πριν από την έναρξη των βομβαρδισμών.
«Έπρεπε να επανεπιβεβαιώσουμε τους στόχους όσο το δυνατόν γρηγορότερα, δίνοντας προτεραιότητα σε όσους θεωρούσαμε πιο επικίνδυνους για τις δυνάμεις μας και την αποστολή, όπως οι πυραυλικές εγκαταστάσεις και τα αεροσκάφη», ανέφερε μία από τις πηγές.
Αντίθετα, οι σταθερές εγκαταστάσεις, όπως το σημείο που τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν σχολείο, θεωρήθηκαν χαμηλότερης προτεραιότητας, καθώς δεν μπορούσαν να μετακινηθούν. Έτσι, πολλοί από αυτούς τους φακέλους δεν είχαν επικαιροποιηθεί πριν από την έναρξη του πολέμου.
Οι δύο βασικές βάσεις δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την επιλογή στρατιωτικών στόχων η Modernized Integrated Database (MIDB) και η Machine-Assisted Analytic Rapid-Repository System (MARS) περιείχαν σαφείς επισημάνσεις ότι τα στοιχεία για αρκετούς στόχους στο Ιράν έπρεπε να ανανεωθούν πριν χρησιμοποιηθούν, σύμφωνα με δύο από τις πηγές.
Η MIDB αποτελεί το παλαιότερο σύστημα του Πενταγώνου, το οποίο αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1980 και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη χειροκίνητη καταχώριση στοιχείων από αναλυτές.
Αντίθετα, το MARS είναι η νεότερη ψηφιακή πλατφόρμα του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, η οποία αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη και τέθηκε σε επιχειρησιακή λειτουργία νωρίτερα μέσα στη χρονιά, με στόχο να αντικαταστήσει σταδιακά το MIDB.
Παρότι σήμερα χρησιμοποιούνται και τα δύο συστήματα, η πλήρης μετάβαση στο MARS έχει καθυστερήσει σημαντικά και τα επίσημα δεδομένα στόχευσης εξακολουθούν να βασίζονται κυρίως στο MIDB, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει τις πρόσφατα αναθεωρημένες οδηγίες του Πενταγώνου.
Μία ακόμη αποκάλυψη αφορά το γεγονός ότι αναλυτής πληροφοριών είχε ήδη καταγράψει αλλαγές στη συγκεκριμένη εγκατάσταση μέσω διαφορετικού ψηφιακού εργαλείου συλλογής πληροφοριών. Ωστόσο, το συγκεκριμένο σύστημα δεν ήταν διασυνδεδεμένο με την επίσημη βάση δεδομένων που χρησιμοποιούνταν για την επιλογή των στόχων, με αποτέλεσμα οι σχετικές πληροφορίες να μην φτάσουν ποτέ στους στρατιωτικούς διοικητές.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τόσο η προειδοποίηση του αναλυτή όσο και τα κενά που υπήρχαν στις βάσεις πληροφοριών του Πενταγώνου αποτελούν βασικά σημεία της έρευνας που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σημειώθηκε ο βομβαρδισμός του σχολείου.
Αμέσως μετά το πλήγμα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, άφησε να εννοηθεί ότι την ευθύνη για το περιστατικό ενδέχεται να φέρει το Ιράν, ενώ αργότερα δήλωσε πως ίσως να μην αποσαφηνιστεί ποτέ ποιος ευθύνεται για το τραγικό λάθος.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ διαβεβαίωσε ότι το περιστατικό θα διερευνηθεί «σε βάθος», υποστηρίζοντας παράλληλα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφύγουν απώλειες αμάχων».
Πολλαπλές πηγές ανέφεραν στο CNN ότι, τις ημέρες πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, η ηγεσία του Πενταγώνου ασκούσε έντονες πιέσεις προς τους στρατιωτικούς διοικητές να καταρτίσουν το συντομότερο δυνατό λίστες με πιθανούς στόχους. Η πίεση αυτή επιβάρυνε σημαντικά τόσο την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) όσο και τους αναλυτές πληροφοριών που ήταν υπεύθυνοι για την αξιολόγηση των στόχων.
«Το Πεντάγωνο πίεζε τους πάντες να κινηθούν ταχύτερα», δήλωσε μία από τις πηγές, αναφερόμενη στην απόφαση να παρακαμφθούν οι προειδοποιήσεις για τις παρωχημένες πληροφορίες. «Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι χωρίς στρατιωτικό υπόβαθρο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ενώ ούτε η ηγεσία της CENTCOM αντέδρασε σε αυτή την πίεση».
Σύμφωνα με δύο ακόμη πηγές που γνωρίζουν τη διαδικασία, ένας επιπλέον παράγοντας που αύξησε τον κίνδυνο λαθών ήταν η σημαντική αποδυνάμωση των ομάδων Civilian Harm Mitigation and Response (CHMR), οι οποίες είναι αρμόδιες για τη μείωση των κινδύνων απωλειών μεταξύ αμάχων.
Οι ομάδες αυτές είχαν ήδη υποστεί σοβαρές περικοπές προσωπικού, μετά από σχετική απόφαση του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ στις αρχές της θητείας του. Το Γραφείο του υπουργού Άμυνας δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα του CNN για σχολιασμό.
Ο Χέγκσεθ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι επιθυμεί να δώσει μεγαλύτερη ευελιξία στους διοικητές που επιχειρούν στο πεδίο, περιορίζοντας τους περιορισμούς που, κατά την άποψή του, καθυστερούν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Τη φιλοσοφία αυτή έχει συνοψίσει στη φράση: «μέγιστη αποτελεσματικότητα και όχι υπερβολικοί νομικοί περιορισμοί».
“Senior US military commanders bypassed warnings in [key] databases that intelligence about potential targets in Iran was severely out of date & approved some strikes — including 1 that hit a school, killing nearly 200 children & adults” @ZcohenCNN reports https://t.co/nEGLkA04AU
— Sean Lyngaas (@snlyngaas) July 7, 2026
Πριν ακόμη ξεσπάσει ο πόλεμος με το Ιράν, ο Χέγκσεθ είχε προχωρήσει σε εκτεταμένες περικοπές στα προγράμματα CHMR, μειώνοντας το προσωπικό τους στις στρατιωτικές διοικήσεις κατά περισσότερο από 90%, σύμφωνα με πηγές του CNN.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι απομακρύνθηκαν ειδικοί σε θέματα προστασίας αμάχων από τις ομάδες που συμμετείχαν στην επιλογή στόχων, ενώ στην CENTCOM η ομάδα των δέκα ειδικών περιορίστηκε σε μόλις έναν υπάλληλο πλήρους απασχόλησης.
«Γνωρίζω ότι η ομάδα CHMR της CENTCOM συνέχισε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε», δήλωσε μία από τις πηγές. «Όμως δεν διέθετε πλέον το προσωπικό και τους πόρους που απαιτούνταν, εξαιτίας των περικοπών που αποφάσισε ο Χέγκσεθ».
Πηγή: CNN