Categories: ΕΛΛΑΔΑ

Τί δηλώνουν οι εκπρόσωποι προσφύγων και μεταναστών για το μουσουλμανικό τέμενος στον Βοτανικό;

Με ικανοποίηση σχολιάζουν την είδηση της άμεσης έναρξης των εργασιών κατασκευής του μουσουλμανικού τεμένους στον Βοτανικό εκπρόσωποι προσφυγικών και μεταναστευτικών κοινοτήτων στην Ελλάδα. Ωστόσο, κάνουν λόγο για σημαντική καθυστέρηση του έργου και συγχρόνως ζητούν να μην κλείσουν οι μικροί λατρευτικοί χώροι που λειτουργούν χωρίς άδεια στην Αθήνα.

«Αυτονόητη υποχρέωση για κάθε κράτος που θέλει να σέβεται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των κατοίκων του» χαρακτηρίζει τη διευκόλυνση της άσκησης της θρησκευτικής πίστης η οργάνωση νέων «Generation 2.0» σε δήλωσή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Καλωσορίζουμε την έναρξη των εργασιών δημιουργίας του χώρου λατρείας για τους μουσουλμάνους συμπολίτες μας», επισημαίνουν και συμπληρώνουν ότι «είναι κάτι που έπρεπε να έχει περατωθεί εδώ και αρκετά χρόνια, ώστε οι άνθρωποι να πηγαίνουν περήφανα στον επίσημο χώρο λατρείας και όχι σε άτυπες και πολλές φορές μη ασφαλείς αυτοσχέδιες δομές».

Το έργο της κατασκευής του τεμένους στον Βοτανικό «είναι εντελώς συμβολικό» και έχει ως κύριο στόχο «όχι να λύσει το πρόβλημα των μουσουλμάνων, αλλά να καλύψει το ελληνικό κράτος ως προς τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τους διεθνείς οργανισμούς που διαμαρτύρονται», σχολιάζει ο πρόεδρος του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών, Αχμέντ Μοαβία. Αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι «να δοθούν άδειες για τα μικρά τζαμιά κοντά στα σπίτια».

Οι άτυποι χώροι λατρείας στην Αθήνα υπολογίζονται σε 50, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών. Όπως εξηγεί, πριν από την οικονομική κρίση «λειτουργούσαν στην Αθήνα περίπου 65 τέτοιοι χώροι για τους μουσουλμάνους, ωστόσο κάποιοι έκλεισαν είτε γιατί έφυγαν αρκετοί μουσουλμάνοι από την Ελλάδα είτε γιατί λόγω της κρίσης δεν μπορούσαν να τους συντηρήσουν». Στην πλειοψηφία τους οι χώροι αυτοί είναι μικροί, έκτασης 40-50 τετραγωνικών μέτρων, εκτός από δύο μεγάλους, έναν στο Μοσχάτο και έναν στο Περιστέρι. Στην πραγματικότητα, συνεχίζει, δεν είναι καθαρά λατρευτικοί χώροι, αλλά χώροι όπου οργανώνονται, επίσης, μαθήματα, πολιτιστικές εκδηλώσεις και γιορτές.

«Οι λατρευτικοί τόποι σε όλο τον κόσμο γίνονται κοντά εκεί που μένει ο κόσμος, είναι σε διάφορα σημεία, γιατί κανείς δεν θα ταξιδέψει για προσευχή στην άλλη άκρη της πόλης. Το τέμενος στον Βοτανικό θα καλύψει ίσως μόνο όσους μένουν κοντά», παρατηρεί ο κ. Μοαβία. «Οι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη να χτιστούν και άλλοι χώροι, τους έχουν ήδη, οι χώροι αυτοί, που λειτουργούν σε όλες τις γειτονιές της Αθήνας χωρίς κανένα πρόβλημα, χρειάζονται νομιμοποίηση και συντήρηση», καταλήγει.

«Μακάρι να φτιαχνόταν νωρίτερα το τζαμί. Ωστόσο, από μόνο του το τζαμί δεν λέει τίποτα», παρατηρεί από την πλευρά του ο πρόεδρος του Ελληνικού Φόρουμ Προσφύγων, Γιονούς Μοχαμαντί. «Πρέπει να δούμε πώς θα λειτουργεί», εξηγεί, καθώς ένα τζαμί «σημαίνει κέντρο πληροφόρησης και ανταλλαγής απόψεων, όχι μόνο για τους μουσουλμάνους, αλλά και γι’ αυτούς που αναρωτιούνται τι είναι το Ισλάμ». Επίσης, υπογραμμίζει ότι είναι πολύ σημαντικό το τέμενος «να ελέγχεται από το ελληνικό κράτος, γιατί ζούμε στην Ελλάδα και για εμάς τους μουσουλμάνους προέχει ο ελληνικός νόμος και το Σύνταγμα, όπως και να υπάρχει και καλή επικοινωνία των επίσημων ελληνικών θεσμών με το τζαμί, ανταλλαγή απόψεων, συνεννόηση και αλληλοκατανόηση».

Και ο πρόεδρος του Ελληνικού Φόρουμ Προσφύγων ζητάει από την πλευρά του να μην κλείσουν τα τζαμιά που λειτουργούν στην Αθήνα, αν και σπεύδει να συμπληρώσει ότι αυτά δεν χρειάζονται άδεια, λειτουργούν ως πολιτιστικά κέντρα και έτσι πρέπει να μείνουν. «Δεν κάνουν μόνο θρησκευτικές δράσεις, αλλά και πολιτιστικές, και αν γίνουν τζαμιά μπορεί να μην έχουμε τη δυνατότητα να διοργανώνουμε και άλλες δραστηριότητες», εξηγεί και προσθέτει: «Αυτά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά κέντρα που έχουν επιβιώσει από την οικονομική κρίση, γιατί τα στηρίζει ο κόσμος οικονομικά και κοινωνικά, είναι μια ευκαιρία για το κράτος και τους δήμους να τα χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο για την ένταξη των μεταναστών στη χώρα».

«Σπάει ένα ταμπού»

«Με την κατασκευή του τεμένους στον Βοτανικό σπάει ένα ταμπού», τονίζει από την πλευρά του ο αντιδήμαρχος Μετανάστευσης του δήμου Αθηναίων, Λευτέρης Παπαγιαννάκης. «Το τέμενος καρκινοβατεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Είναι ένα αίτημα ώριμο πια. Είναι υποχρέωση και σεβασμός στη θρησκευτική ταυτότητα των ανθρώπων που ζουν στην Ελλάδα η κατασκευή ενός χώρου άσκησης της πίστης τους», σχολιάζει και προσθέτει: «Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχει ένα τζαμί, υπάρχουν πολλά. Βέβαια δεν είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία να δεχτούμε κάτι τέτοιο».

Ο ίδιος εκτιμά ότι οι παράνομοι χώροι λατρείας για τους μουσουλμάνους ανέρχονται σε όλη την Αττική σε 200 και λιγότεροι από δέκα οι νόμιμοι. «Όλα τα επιχειρήματα ενάντια στο τέμενος ισχύουν με το παραπάνω για τους παράτυπους και παράνομους χώρους. Για παράδειγμα τα ζητήματα της ασφάλειας είναι πολλαπλάσια στους χώρους αυτούς. Γι’ αυτό χρειάζεται η νομιμοποίησή τους», επισημαίνει.

Την έναρξη κατασκευής του μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα ζητάμε να σχολιάσει και ο φωτογράφος Τάσος Βρεττός, ο οποίος πραγματοποιεί για περισσότερα από τρία χρόνια μια φωτογραφική έρευνα γύρω από τους αυτοσχέδιους χώρους λατρείας των μεταναστών και προσφύγων της Αθήνας. «Οι μουσουλμάνοι έχουν ανάγκη από έναν επίσημο λατρευτικό χώρο. Θεωρώ ότι πρέπει να φτιαχτούν επίσημοι χώροι λατρείας για όλες τις θρησκείες. Δεν είμαστε πια μόνοι μας σε αυτή την πόλη. Δικαιούνται όλοι επίσημους θρησκευτικούς χώρους», μας λέει.

Ο Τάσος Βρεττός έχει καταγράψει με το φακό του ένα αόρατο δίκτυο στο σώμα της πόλης: υπόγεια και ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, πολυκατοικίες και γκαράζ, γήπεδα και πλατείες, αυλές και πρόχειρα καταλύματα, τα οποία χρησιμεύουν ως λατρευτικοί χώροι μουσουλμάνων, βουδιστών, ινδουιστών, σπιριτσουαλιστών και χριστιανών διαφόρων δογμάτων. Έχει επισκεφθεί περίπου 50 με 60 χώρους των διαφόρων θρησκειών μέχρι σήμερα, από τους οποίους οι δέκα είναι τζαμιά. «Όλο αυτό το οδοιπορικό ήταν ένα δώρο ζωής, γιατί διαπίστωσα ότι ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας και εθνικότητας, η πίστη έχει μια κοινή συνιστώσα. Ήμουν καλοδεχούμενος, όπου και αν πήγα. Κινούμενος μέσα στην Αθήνα, περιηγήθηκα σε όλη την υφήλιο. Δεν ήταν μόνο η προσευχή, είναι το φαγητό, οι μυρωδιές, όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν σε αυτή την εμπειρία. Θεωρώ ότι οποιοσδήποτε μπορεί, πρέπει να ζήσει αυτή την εμπειρία», εξομολογείται.

Δείγματα της έρευνας του φωτογράφου παρουσιάστηκαν κατά την περσινή χρονιά στο κτίριο της οδού Πειραιώς του Μουσείου Μπενάκη στην έκθεση με τίτλο «Τ(ρ)όποι Λατρείας». Φωτογραφίες της έρευνας μπορεί να δει κανείς και εδώ.

POPAGANDA