Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης (Κ) μιλάει στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στο Μέγαρο Μαξίμου, Αθήνα, Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αλέξανδρος Μπελτές
«Προφανώς θα ήθελα η εισαγωγή μου στην σημερινή συνεδρίαση να είναι κάπως πιο αισιόδοξη, όμως δυστυχώς η παγκόσμια σύρραξη στην Μέση Ανατολή εξακολουθεί διατηρώντας αβέβαιο το παγκόσμιο περιβάλλον, με τις διακυμάνσεις των τιμών στα καύσιμα να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και αυτός με τη σειρά του να προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις που έχουν αντίκτυπο όχι μόνο στη χώρα μας αλλά σε κάθε οικονομία, σε κάθε κοινωνία» σημείωσε ο πρωθυπουργός στην έναρξη της εισήγησής του στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.
«Νομίζω ότι η αβεβαιότητα είναι πια η μόνη βεβαιότητα και αυτό προφανώς απαιτεί από μέρους μας μια συνεχή εγρήγορση. Έτσι, μετά το πρώτο μέτρο το οποίο πήραμε, που αφορούσε το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των τιμών των καυσίμων, όπως ξέρετε δρομολογήθηκαν τέσσερα νέα μέτρα σε εθνικό επίπεδο.
Ο σκοπός μας εδώ είναι πολύ σαφής. Από τη μία θέλουμε να συγκρατήσουμε την άνοδο των τιμών στο πετρέλαιο-ντίζελ, διότι αυτό επιβαρύνει σημαντικά τις μεταφορές και το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων. Θέλουμε να ενισχύσουμε στοχευμένα και το κάνουμε για την πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών μέσα από μια δίμηνη κάρτα, ενισχύουμε τα νοικοκυριά απέναντι στις αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης. Έχουμε στο νου μας τους αγρότες μας και δίνουμε ουσιαστικά μια επιδότηση στα λιπάσματα η οποία θα ισχύει από τις 15 Μαρτίου. Και βέβαια μια σημαντική παρέμβαση στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια ώστε να εξασφαλίσουμε ότι οι τιμές τους, τουλάχιστον για το Πάσχα, θα κινηθούν περίπου κοντά στις περσινές τιμές. Είναι τέσσερα αναχώματα απέναντι σε αυτή την εξωγενή κρίση, ώστε να αποφευχθεί στο μέτρο του δυνατού η μετατροπή τους σε πηγή οριζόντιων ανατιμήσεων, τις οποίες θα τις πληρώσει τελικά ο καταναλωτής» πρόσθεσε ο πρωθυπουργός.
Στη συνέχεια ο κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου. «Και τώρα ερχόμαστε στην ατζέντα του υπουργικού συμβουλίου, διότι στα μέτρα στήριξης της κοινωνίας, σήμερα θα συναποφασίσουμε τη νέα αύξηση του κατώτατου, του βασικού μισθού, από 1η Απριλίου. Θέλω να θυμίσω ότι είναι η έκτη διαδοχική αύξηση στον κατώτατο μισθό, τον οποίον είχαμε παραλάβει το 2019 στα 650 ευρώ. Η εισήγηση της υπουργού και θα εξηγήσει στη συνέχεια αναλυτικά το σκεπτικό πίσω από αυτή την εισήγηση, είναι ο κατώτατος μισθός να ανέλθει στα 920 ευρώ. Είναι μια μηνιαία αύξηση 40 ευρώ από πέρσι. Με άλλα λόγια, η σωρευτική αύξηση στον κατώτατο μισθό από το 2019 ξεπερνάει το 41%. Είναι περισσότερο από 3.780 ευρώ το χρόνο» ανέφερε.
«Και βέβαια, να θυμίσουμε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αφορά μόνο τους συμπολίτες μας οι οποίοι βρίσκονται σε αυτό το μισθολογικό επίπεδο, συμπαρασύρει ανοδικά τις τριετίες, τα κλιμάκια στο δημόσιο και φυσικά πολλά επιδόματα» πρόσθεσε.
Επίσης, αναφερόμενος στην ανεργία, σημείωσε: «Αξίζει πάντα να θυμίζουμε ότι το 2019 η κεντρική μας δέσμευση ήταν η μείωση της ανεργίας και η δημιουργία πολλών νέων θέσεων απασχόλησης. Σήμερα, κάνοντας πια τον απολογισμό μας, αυτή την τελευταία εξαετία, έχουν προστεθεί 563.000 νέες θέσεις εργασίας στην χώρα μας.
Επαναλαμβάνω, 563.000 νέες θέσεις εργασίας. Παραλάβαμε την ανεργία στο 18%. Τον Ιανουάριο βρίσκεται στο 7,7%. Και προσθέστε σε αυτήν την, νομίζω πολύ επιτυχημένη, πολιτική το γεγονός πια ότι προστατεύουμε τους εργαζόμενους μέσα από τη ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία διασφαλίζει απόλυτα τα δικαιώματά τους.
Την επεκτείνουμε μάλιστα σε πέντε ακόμα κλάδους, από την ιδιωτική υγεία μέχρι τις τηλεπικοινωνίες και τις εταιρείες καθαριότητας. Η περίμετρος πλέον θα ξεπεράσει τα 2.300.000 εργαζόμενους. Και νομίζω ότι και αυτή η πρωτοβουλία μας έχει δικαιωθεί από τα πραγματικά στοιχεία τα οποία βλέπουμε, με τη σημαντική αύξηση των δηλωμένων υπερωριών και με μια πολύ καλύτερη προστασία του εργαζόμενου απέναντι σε οποιαδήποτε δυνητική εργοδοτική αυθαιρεσία».
Τέλος, αναφερόμενος στις εξελίξεις στον πόλεμο του Ιράν, τόνισε: «Σε μια τόσο σύνθετη συγκυρία αυτή την εθνική ισχύ που εκπέμπεται και πέραν των συνόρων μας νομίζω ότι οφείλει να τη σφυρηλατεί και η εσωτερική σταθερότητα και η ενότητα και νομίζω ότι είναι σημαντικό να έχουμε τη δύναμη να ξεχωρίζουμε τα μεγάλα και τα σοβαρά ενός κόσμου που αλλάζει με εξελίξεις που μας αφορούν άμεσα από τα μικρά και τα λιγότερο σημαντικά του κομματικού μας μικρόκοσμου».
«Την ώρα που οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αύξηση μόλις 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό», αναφέρει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) σε ανακοίνωσή της, επισημαίνοντας ότι μία τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση, εξακολουθούν να πιέζουν σοβαρά τα εισοδήματα των εργαζομένων.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, «τα στοιχεία των μελετών του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ καταγράφουν ότι μεγάλο ποσοστό εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του μήνα, ενώ η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην κατάταξη της αγοραστικής δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εκτίμηση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για το 2026 προσδιορίζει τον μηνιαίο ακαθάριστο κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης στα 1.052 ευρώ μεικτά.
Η Συνομοσπονδία τονίζει για ακόμη μία φορά ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού μέσω μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, δεν πρέπει να συνεχιστεί.
Η μόνη ουσιαστική θεσμική διαδικασία παραμένει η επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, καθώς η πρόσφατη Κοινωνική Συμφωνία απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων.
Μόνο μέσα από αυτήν τη διαδικασία μπορεί ο καθορισμός του κατώτατου μισθού να γίνεται με τρόπο δίκαιο και βιώσιμο, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπείς αποδοχές και όρους απασχόλησης για τους εργαζόμενους».
«Η σημερινή ανακοίνωση του πρωθυπουργού για την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 40 ευρώ μικτά (28 – 35 ευρώ καθαρά) επιβεβαιώνει, για ακόμη μία φορά, την αποτυχία της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ», επισημαίνει σε δήλωσή του ο υπεύθυνος ΚΤΕ Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής για τον κατώτατο μισθό, Παύλος Χρηστίδης.
Ο κ. Χρηστίδης αναφέρει ότι πρόκειται για την κυβέρνηση «που ‘κατόρθωσε’ να φέρει τη χώρα μας στην τελευταία θέση στην ΕΕ, ως προς την αγοραστική δύναμη, μαζί με τη Βουλγαρία», που «έχει ‘κατορθώσει’ να φέρει την Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση στην ΕΕ ως προς το μέσο μισθό, με ετήσιες αποδοχές κάτω από 18.000 ευρώ», την κυβέρνηση -συνεχίζει- «του 13ωρου ακόμη και σε βαριές και ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας». Προσθέτει ότι «την ίδια ώρα, οι υποαμειβόμενοι εργαζόμενοι της χώρας μας είναι πρωταθλητές σε ώρες απασχόλησης και η καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας επιδεινώνεται συνεχώς». Σημειώνει ότι «το κόστος στέγασης αυξήθηκε κατά 28% την τελευταία πενταετία, ένας στους τέσσερις Έλληνες κινδυνεύει από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό, ένας στους πέντε δεν μπορεί να κρατήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του τον χειμώνα, ενώ το 11,3% στερείται ένα κανονικό γεύμα με κρέας ή ισοδύναμη θρεπτική επιλογή».
Ο αρμόδιος τομεάρχης του ΠΑΣΟΚ υπογραμμίζει ότι «σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ανεπαρκής και κατώτερη των περιστάσεων».
Αναφέρει ότι «πολιτική αλλαγή σημαίνει ελεύθερες διαπραγματεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους και προσδιορισμός του κατώτατου μισθού μέσα από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας» και επίσης σημαίνει «δίκαιη ανάπτυξη που οδηγεί σε μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και ευκαιρίες για όλους».
Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση άσκησε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, με αφορμή την «αναιμική» όπως είπε, αύξηση του κατώτατου μισθού, «η οποία έχει ήδη χαθεί από την ακρίβεια, το κόστος ζωής, το οποίο έχει αυξηθεί δραματικά», σε παρέμβασή του στη Βουλή, στο πλαίσιο της συζήτησης του νομοσχεδίου για την ίδρυση της Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών.
«Τι ακριβώς θα καλύψει με 40 ευρώ το μήνα μεικτά ο εργαζόμενος και η εργαζόμενη, όταν έχουν ήδη έχουν χάσει πολύ περισσότερα από την ακρίβεια;», διερωτήθηκε, κάνοντας λόγο για μια «κοινωνία εργαζόμενων φτωχών» και κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι δεν έχει την πολιτική βούληση να βρει ουσιαστικές λύσεις, όπως είναι αυτές που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ από τη μείωση των έμμεση φόρων μέχρι την επαναφορά της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
Συνεχίζοντας, ο Σ. Φάμελλος εξαπέλυσε επίθεση στην κυβέρνηση και στο «καθεστώς Μητσοτάκη», όπως είπε, για την «υποβάθμιση του κράτους δικαίου». «Βλέπουμε καθαρά όλα τα κομμάτια του Μαξίμου Gate. Από πού να αρχίσεις και από πού να τελειώσεις. Διαπλοκή, διαφθορά, διασπάθιση δημόσιου χρήματος, η κλοπή του ΟΠΕΚΕΠΕ, το μπάζωμα στο έγκλημα των Τεμπών και το μεγάλο σκάνδαλο των υποκλοπών. Είστε μια κυβέρνηση επικίνδυνη για τη Δημοκρατία», τόνισε.
Με έμφαση στο σκάνδαλο των υποκλοπών, επανέφερε το θέμα της μη προσφυγής στη δικαιοσύνη ακόμα και κατά των ιδιωτών από τους υπουργούς που έμαθαν ότι παρακολουθούνται, σημειώνοντας ότι «πίσω από αυτές τις πρακτικές παρακράτους κρύβεται το καθεστώς Μητσοτάκη». Υποστήριξε, δε, ότι οι πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις ανοίγουν τον δρόμο για πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, τόσο για πιθανά αδικήματα κατασκοπείας όσο και για ψευδορκίες στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής.
Τέλος, όσον αφορά το νομοσχέδιο για τις Παραστατικές Τέχνες, καταλόγισε στην κυβέρνηση ότι απαξιώνει τη συζήτηση, επιλέγοντας μια «fast track διαδικασία» προκειμένου να περάσει «χαμηλά από τα ραντάρ και να μην ξεσηκωθούν οι άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού». Μίλησε για αποκλεισμό κάποιων φορέων και επισήμανε πως η κυβέρνηση βρίσκεται «σε αντίθεση με τις προτάσεις των φορέων, χωρίς μελέτη σκοπιμότητας, με αοριστίες, γκρίζες ζώνες, παραπομπή σε επόμενες αποφάσεις, αποκλεισμούς». «Φέρνετε μία αποσπασματική πρωτοβουλία χωρίς αρχή μέση τέλος, χωρίς στρατηγική, απαξιώνοντας την καλλιτεχνική προσπάθεια, το έργο, την εμπειρία και τη δημιουργία, αφήνοντας μόνο παραθυράκια για την ιδιωτική εκπαίδευση», είπε χαρακτηριστικά, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι «παίζει με το μέλλον των νέων» και ότι μετατρέπει τη δημιουργία σε προνόμιο μιας μικρής ελίτ.
«Εμείς θέλουμε μία Ελλάδα ελεύθερων δημιουργικών πολιτών, που θα ζουν με αξιοπρέπεια και όχι υποαμοιβόμενων, φτωχοποιημένων καλλιτεχνών χωρίς όνειρα και χωρίς αντιστάσεις», είπε, τονίζοντας την ανάγκη αυτή η «επικίνδυνη για το μέλλον της χώρας κυβέρνηση» να φύγει το συντομότερο.
«Όπως ήταν αναμενόμενο, η κυβέρνηση της ΝΔ ανακοίνωσε για άλλη μια χρονιά μια αύξηση κοροϊδία στον κατώτατο μισθό, που καταδικάζει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους να τα βγάζουν πέρα με 771,67 ευρώ καθαρό μισθό τον μήνα και μάλιστα σε συνθήκες που η ακρίβεια καλπάζει, εξαιτίας και των επιπτώσεων του ιμπεριαλιστικού πολέμου, και έχει εξανεμίσει κι αυτή τη μικρή αύξηση πριν ακόμα ανακοινωθεί» αναφέρει, σε ανακοίνωσή του, το ΚΚΕ προσθέτοντας «δεν περίμενε κανείς τίποτα διαφορετικό από μια κυβέρνηση που πριν λίγες ημέρες, αντί να ανακοινώσει μέτρα ανακούφισης του λαού από την ακρίβεια και τη φοροληστεία, ανακοίνωσε μέτρα στήριξης και διεύρυνσης της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων».
«Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης, ότι αυτή η αύξηση θα συμπαρασύρει και διάφορα επιδόματα, είναι τουλάχιστον προκλητικά, αφού κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι το επίδομα ανεργίας μετά βίας το παίρνουν μόλις το 13% των ανέργων, ενώ η κυβέρνηση με νόμο έχει “κλέψει” τις τριετίες από το 2012 έως το 2023. Έτσι ένας εργαζόμενος, με 14 χρόνια προϋπηρεσία, δεν παίρνει καμία αύξηση πλην αυτής που ανακοινώθηκε.
Επιπλέον η ανακοίνωση για τον κατώτατο μισθό αποκαλύπτει και τα ψέματα της κυβέρνησης για την “Κοινωνική Συμφωνία” της ντροπής που υπέγραψε με τους εργοδότες και τον ελεγχόμενο για οικονομικά σκάνδαλα πρόεδρο της ΓΣΕΕ. Επιβεβαιώνεται η προειδοποίηση του ΚΚΕ, ότι στήνεται ένας μηχανισμός με ανάθεση ρόλου στους εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ για να συρθούν οι κλαδικοί μισθοί προς τα κάτω, στο ύψος του κατώτατου. Τώρα αποκαλύπτεται ότι η περιβόητη αύξηση 25% στον κατώτερο κλαδικό μικτό μισθό του επισιτισμού δεν ήταν παρά μια διαφορά μόλις 10 ευρώ από τον γενικό κατώτερο μικτό μισθό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι παρά τις ονομαστικές αυξήσεις των τελευταίων ετών στον κατώτερο μισθό, ο μέσος ονομαστικός μισθός του 2025 παραμένει μικρότερος κατά 4% σε σχέση με τον αντίστοιχο του 2011, ενώ σε πραγματικές- αποπληθωρισμένες τιμές η μείωση αυτή φτάνει το 19%!» επισημαίνει η ανακοίνωση του ΚΚΕ και τονίζει καταλήγοντας:
«Μόνο η ενίσχυση της δράσης του εργατικού κινήματος, ο οργανωμένος λαός, μπορούν να ανατρέψουν την πολιτική του πολέμου και της φτώχειας. Να απορρίψουν τα καλέσματα υποταγής και συμβιβασμού με τις θυσίες που απαιτεί το κεφάλαιο για να προχωρήσουν οι στόχοι της πολεμικής οικονομίας και η ενίσχυση των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων. Να απαιτήσουν μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, μείωση του σταθερού ημερήσιου εργάσιμου χρόνου σε 7ωρο – 5ήμερο – 35ωρο, άμεσα και ουσιαστικά μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, ώστε να ανοίξει ο δρόμος της πραγματικής ευημερίας για τους εργαζόμενους».
«Η “αύξηση” του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε ο κ. Μητσοτάκης είναι στην πραγματικότητα μια λογιστική απάτη», υπογραμμίζει σε ανακοίνωσή της η Νέα Αριστερά.
«Από τα περίπου 40 ευρώ μεικτά, στην τσέπη των εργαζομένων μένουν μόλις 27-30 ευρώ καθαρά. Δηλαδή 0,92 ευρώ τη μέρα. Ούτε μισό λίτρο βενζίνης. Και όλα αυτά την ώρα που η ακρίβεια σε καύσιμα, ενέργεια και βασικά αγαθά πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά, ενώ το αυξημένο μεταφορικό κόστος προμηνύει νέο κύμα ανατιμήσεων», σημειώνει, υπενθυμίζοντας πως «η ίδια η Κριστίν Λαγκάρντ (η γνωστή) προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις στην ενέργεια δεν έχουν ακόμη φανεί πλήρως».
«Τα δύσκολα είναι μπροστά και επίσημα από τα πλέον φιλελεύθερα χείλη. Και σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση δίνει ψίχουλα και τα παρουσιάζει ως στήριξη, διατηρώντας τον κατώτατο μισθό κάτω από τα 800 ευρώ καθαρά, περίπου στα 771,6 ευρώ», σχολιάζει η Νέα Αριστερά και τονίζει:
«Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο: χωρίς συλλογικές συμβάσεις, χωρίς πραγματικές αυξήσεις και με πολιτικές που κρατούν τους μισθούς χαμηλά, η κοινωνία οδηγείται σε διαρκή φτωχοποίηση. Ο κ. Μητσοτάκης κάνει την κρίση ευκαιρία και δίνει μικρότερη αύξηση από αυτή που ο ίδιος προανήγγειλε».
«Η Νέα Αριστερά απαιτεί πραγματικές αυξήσεις μισθών, επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και ουσιαστική στήριξη της εργασίας. Γιατί κανείς και καμία δεν ζει καλύτερα με 0,92 ευρώ παραπάνω τη μέρα», καταλήγει.