ΠΑΡΑ ΤΙΣ ΒΡΟΧΟΠΤΩΣΕΙΣ, Η ΛΙΜΝΗ ΤΟΥ ΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΝΕΡΟΥ Η ΑΘΗΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΧΑΜΗΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ (ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει να αναθεωρήσει τον βασικό νόμο της ΕΕ για την προστασία των υδάτων, προκειμένου να επιταχύνει την ανάπτυξη ορυχείων όπου εξορύσσονται κρίσιμα ορυκτά, παρά το γεγονός ότι πολλά βρίσκονται σε περιοχές που ξηραίνονται και αντιμετωπίζουν λειψυδρία, σύμφωνα με ανάλυση.
Η εξόρυξη είναι μια βιομηχανία με υψηλή κατανάλωση νερού, που απαιτεί μεγάλους όγκους νερού για την επεξεργασία μεταλλεύματος, την καταστολή σκόνης, τη διαχείριση αποβλήτων και την αφύγρανση των ορυχείων. Αν και τα σύγχρονα έργα ανακυκλώνουν το νερό, εξακολουθούν να χρειάζονται σημαντικές ποσότητες και σε περιοχές με λειψυδρία αυτές οι απαιτήσεις μπορούν να προσθέσουν πίεση σε ποτάμια, υδροφόρους ορίζοντες και υδροδότηση που είναι ήδη επιβαρυμένοι.
Ανάλυση και χαρτογράφηση της Watershed Investigations, που δόθηκε στη δημοσιότητα από τον Guardian, διαπίστωσε ότι περισσότερα από τα μισά από τα 33 νέα ή επεκτεινόμενα ορυχεία που ορίζονται ως «στρατηγικά έργα» βάσει του νόμου της ΕΕ για τις κρίσιμες πρώτες ύλες, βρίσκονται σε περιοχές με έντονη ξηρασία τις τελευταίες δύο δεκαετίες, σύμφωνα με δορυφορικά δεδομένα της NASA.
Σχεδόν τα μισά βρίσκονται σε ζώνες που παρουσίασαν συνθήκες ξηρασίας τους τελευταίους τρεις μήνες, σύμφωνα με δεδομένα της ΕΕ, ενώ το ένα τέταρτο βρίσκεται σε περιοχές που θεωρούνται υδατικά επιβαρυμένες.
Έξι από τα στρατηγικά ορυχεία σχεδιάζονται σε περιοχές με έντονη υδατική καταπόνηση στην Ισπανία, ενώ άλλα βρίσκονται στην Πορτογαλία και την Ελλάδα. Και οι τρεις χώρες κατατάσσονται μεταξύ των 10 πρώτων κρατών μελών της ΕΕ με τη μεγαλύτερη λειψυδρία, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος.
Σημειώνεται πως η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών με υψηλά ποσοστά απωλειών νερού στα δίκτυα ύδρευσης, ενώ πολλά νησιά μας υποφέρουν από το μαρτύριο της σταγόνας εκπέμποντας σήμα κινδύνου ωςς αποτέλεσμα της άναρχης ανάπτυξης, της ανεπάρκειας υποδομών και της απουσίας σύγχρονων έργων ύδρευσης σε συνδυασμό με την κλιματική κρίση.
Τουλάχιστον 12 νησιωτικοί δήμοι έχουν μάλιστα κηρυχθεί ήδη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ενόψει της αυξημένης τουριστικής σεζόν, με τους ειδικούς να απευθύνουν σοβαρές προειδοποιήσεις, τονίζοντας ότι η λειψυδρία είναι ένα διαχρονικό και δομικό ζήτημα που απαιτεί άμεσες και μόνιμες λύσεις.
Υπενθυμίζεται άλλωστε πως στο τέλος του 2025, ο Μόρνος, ο βασικός ταμιευτήρας υδροδότησης της Αττικής, αντιμετώπισε ακραία λειψυδρία, φθάνοντας σε οριακό σημείο, καθώς είχε αδειάσει κατά τα τρία τέταρτα. Η κατάσταση ήταν τόσο κρίσιμη που το βυθισμένο χωριό (Κάλλιο) είχε αναδυθεί εκ νέου. Μετά από περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας, οι χειμερινές βροχοπτώσεις βοήθησαν τους ταμιευτήρες της Αττικής να ανακάμψουν, ωστόσο, η έκταση της λίμνης παραμένει μειωμένη κατά περίπου 39% σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο της περιόδου 2016-2024.
Σημειώνεται επίσης πως το 2024, η ισπανική περιοχή της Καταλονίας κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της χειρότερης ξηρασίας που έχει καταγραφεί ποτέ, ενώ επιβλήθηκαν περιορισμοί στη χρήση νερού στην Ανδαλουσία. Το 2022, το 96% της Πορτογαλίας βίωνε συνθήκες «ακραίας» ή «έντονης» ξηρασίας, σύμφωνα με το πρόγραμμα παρατήρησης της Γης της ΕΕ.
Ορισμένα έργα έχουν ήδη προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Η περιβαλλοντική οργάνωση Ecologistas en Acción αμφισβητεί την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει καθεστώς στρατηγικού έργου και στα έξι ισπανικά ορυχεία, υποστηρίζοντας ότι απέτυχε να εξετάσει σωστά τους κινδύνους για τους υδάτινους πόρους, τη βιοποικιλότητα και τις προστατευόμενες περιοχές.
Η παγκόσμια ζήτηση για κρίσιμα ορυκτά έχει τριπλασιαστεί από το 2010, καθώς οι χώρες σπεύδουν να κατασκευάσουν υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης, ηλεκτρικά οχήματα, τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αμυντικά συστήματα. Αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί ξανά έως το 2030, με την προβλεπόμενη ζήτηση για γραφίτη, λίθιο και κοβάλτιο να αυξάνεται σχεδόν κατά 500% έως το 2050 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2020.
Ανησυχώντας για την εξάρτησή της από τις εισαγωγές, η ΕΕ όρισε 47 έργα εξόρυξης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης ως «στρατηγικά έργα», συμπεριλαμβανομένων 33 ορυχείων. Ο χαρακτηρισμός αυτός θέτει τα έργα εντός της ΕΕ σε ταχεία διαδικασία αδειοδότησης και έχει σχεδιαστεί για να επιταχύνει την ανάπτυξή τους. Αυτά που βρίσκονται εκτός της Ένωσης θα λάβουν πολιτική υποστήριξη και πιθανή πρόσβαση σε χρηματοδότηση της ΕΕ.
Σε μια κίνηση που έχει προκαλέσει ανησυχία σε περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι Βρυξέλλες προετοιμάζονται επίσης να αναθεωρήσουν την οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα (WFD), τον βασικό νόμο της ΕΕ που προστατεύει τα ποτάμια, τα υπόγεια ύδατα και τους υγροτόπους, με τον δηλωμένο στόχο την άρση των γραφειοκρατικών εμποδίων στην αδειοδότηση και τη βελτίωση της πρόσβασης σε στρατηγικά ορυκτά.
Η Euromines, η εμπορική ένωση της ευρωπαϊκής μεταλλευτικής και μεταλλουργικής βιομηχανίας, πιέζει για αυτές τις αλλαγές. Ζητά μεγαλύτερες προθεσμίες για τα κράτη μέλη ώστε να επιτύχουν τους στόχους ποιότητας των υδάτων, τροποποιήσεις στον τρόπο εφαρμογής του κανόνα «μη υποβάθμισης» της WFD στα ύδατα και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια για την εξόρυξη και άλλα βιομηχανικά έργα.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις φοβούνται ότι οι προτεινόμενες αλλαγές θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την προστασία των υδάτινων πόρων, αλλά η βιομηχανική ένωση απορρίπτει αυτή την άποψη και επιμένει ότι δεν πρόκειται για «άδεια μόλυνσης».
Εκπρόσωπος της Euromines δήλωσε: «Η κύρια προτεραιότητά μας παραμένει η εποικοδομητική συνεργασία με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής για τη διασφάλιση ισχυρών περιβαλλοντικών μέτρων προστασίας, παράλληλα με τη νομική σαφήνεια και προβλεψιμότητα για τις αρχές αδειοδότησης».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπερασπίστηκε την επιλογή των ορυχείων, δηλώνοντας ότι τα στρατηγικά έργα αξιολογήθηκαν από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και πρέπει να συμμορφώνονται με το περιβαλλοντικό δίκαιο της ΕΕ. Εκπρόσωπος ανέφερε ότι η επανεξέταση της WFD θα αναζητήσει τρόπους βελτίωσης της πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες, προστατεύοντας παράλληλα το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία, με τις περιβαλλοντικές και υδρολογικές εκτιμήσεις επιπτώσεων να διενεργούνται από τις εθνικές αρχές.
Ωστόσο, η Sara Johansson, υπεύθυνη πολιτικής για τα ύδατα στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος, χαρακτήρισε τα σχέδια απερίσκεπτα. Δήλωσε ότι η μεταλλευτική βιομηχανία «δεν έχει παρουσιάσει ούτε ίχνος απόδειξης» ότι η WFD δημιουργεί γραφειοκρατικά εμπόδια για τα έργα εξόρυξης.
«Η αποδυνάμωση αυτών των των δικλείδων ασφαλείας υπονομεύει την ανθεκτικότητα της Ευρώπης στα ύδατα και αφήνει τους φορολογούμενους, τους αγρότες και τις κοινότητες να πληρώσουν – τόσο με την υγεία τους όσο και με το πορτοφόλι τους», δήλωσε η Johansson.
Ο καθηγητής Kaveh Madani, διευθυντής του Ινστιτούτου Νερού, Περιβάλλοντος και Υγείας του Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Εθνών, προειδοποίησε επίσης κατά της άρσης των κανόνων προστασίας. «Οι διασφαλίσεις που τώρα παρουσιάζονται ως εμπόδια είναι ήδη εύθραυστες και γεμάτες κενά. Η κατάργησή τους μπορεί να πανηγυρίζεται σήμερα ως αποτελεσματικότητα, αλλά η ιστορία μπορεί να το κρίνει αύριο ως απερισκεψία», δήλωσε.
Πρόσθεσε: «Η ταχεία προώθηση της εξόρυξης σε περιοχές με λειψυδρία με την αποδυνάμωση των διασφαλίσεων είναι μια μορφή ρωσικής ρουλέτας. Μπορεί να φαίνεται οικονομική τονωτική ένεση βραχυπρόθεσμα, αλλά μια σοβαρή αποτυχία σε λάθος τοποθεσία μπορεί να εξουδετερώσει πολλά από τα υποσχόμενα οφέλη – ειδικά όταν η ζημιά σε ανθρώπους, ποτάμια, υδροφόρους ορίζοντες και οικοσυστήματα είναι μακροχρόνια ή μη αναστρέψιμη».
Αρκετές εταιρείες αμφισβήτησαν τις υποδείξεις ότι τα έργα τους θα ασκούσαν υπερβολική πίεση στους υδάτινους πόρους. Επισήμαναν τις περιβαλλοντικές αξιολογήσεις, τα κλειστά συστήματα ανακύκλωσης νερού, τα προγράμματα παρακολούθησης και την εποπτεία των ρυθμιστικών αρχών που έχουν σχεδιαστεί για να ελαχιστοποιούν τους κινδύνους.
Πηγή: The Guardian