ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Κλιματική κρίση: Τα ελληνικά βουνά χάνουν το χιόνι τους

Ραγδαία μείωση καταγράφεται στη χιονοκάλυψη 10 βουνών της Ελλάδας από το 1984 έως το 2025. Αυτό προκύπτει από διεθνή έρευνα υπό το συντονισμό Ελλήνων επιστημόνων, η οποία έθεσε στο επίκεντρο τις αλλαγές στη χιονοκάλυψη δέκα βουνών της Ελλάδας που ξεπερνούν το υψόμετρο των 2.000 μέτρων. Συγκεκριμένα πρόκειται για τον Όλυμπο, το Φαλακρό, τα Τζουμέρκα, τα βουνά της Βόρειας Πίνδου, τον Χελμό, τη Ζήρεια, το Γράμμο, το Βόρα (Καϊμάκτσαλαν), την Γκιώνα και τα Βαρδούσια Όρη.

Στο πλαίσιο της έρευνας, που διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, του British Antarctic Survey, και του Ορεινού Παρατηρητηρίου Ελλάδος διαπιστώθηκε μείωση της χιονοκάλυψης στα παραπάνω βουνά κατά 58% τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.

Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο επικεφαλής της έρευνας, υποψήφιος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και συνιδρυτής του Ορεινού Παρατηρητηρίου Ελλάδος, Κωνσταντής Αλεξόπουλος, «πρόκειται για μία πάρα πολύ μεγάλη μείωση, τόσο από μόνη της όσο και σε σύγκριση με άλλα βουνά, στη λεκάνη της Μεσογείου, όσο και στον παγκόσμιο χάρτη», ενώ προσθέτει ότι η μείωση αυτή προέρχεται από την αύξηση της θερμοκρασίας. «Με την αύξηση της θερμοκρασίας αλλάζουν δύο πράγματα σχετικά με το χιόνι. Το πρώτο είναι η μείωση του ποσοστού του υετού που θα “πέσει” ως χιόνι, αντί για βροχή, με αποτέλεσμα να έχουμε εξ αρχής λιγότερη συσσώρευση. Το δεύτερο πρόβλημα είναι οι αλλαγές που προκαλεί η αυξημένη θερμοκρασία στο ίδιο το στρώμα της χιονόστρωσης στο έδαφος, με αποτέλεσμα αυτό να διατηρείται για ολοένα μικρότερη περίδο», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Τη σύνδεση της μείωσης της χιονοκάλυψης με την αύξηση της θερμοκρασίας στην Ελλάδα επισημαίνει από την πλευρά του και ο διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστας Λαγουβάρδος, που συμμετέχει επίσης στην έρευνα. Όπως αναφέρει, τα τελευταία 30 χρόνια η μέση θερμοκρασία έχει αυξηθεί κατά περίπου 1,5 βαθμό, ενώ σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας η αύξηση φτάνει τους 2 βαθμούς, κατ’ επέκταση και στους ορεινούς όγκους, σε περιοχές δηλαδή που είναι μακριά από τη θάλασσα. «Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να “παρασύρει” και τη χιονοκάλυψη – ενώ η βροχή έχει μία σταθερή τάση αυτά τα τελευταία 30 χρόνια με καλές και κακές χρονιές, λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας το χιόνι ανεβαίνει σε μεγαλύτερο υψόμετρο, και άρα περιορίζεται χωρικά. Έτσι, σε υψόμετρα που παλαιότερα και χιόνιζε και είχαμε χιονοκάλυψη, τώρα είναι είτε βροχή είτε χιόνι που λιώνει όμως πολύ γρήγορα με αποτέλεσμα αυτή να περιορίζεται στα μεγαλύτερα υψόμετρα», σημειώνει, και προσθέτει ότι η μείωση φαίνεται να είναι ακόμα πιο έντονη τα τελευταία 10 χρόνια, όπου φαίνεται ότι υπάρχει επιτάχυνση της ανόδου της θερμοκρασίας. «Η άνοδος αυτή δεν επηρεάζει τη βροχή, επηρεάζει όμως τη χιονοκάλυψη», τονίζει.

Εξηγώντας τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για την έρευνα ο κ. Αλεξόπουλος αναφέρει ότι αξιοποιήθηκαν δορυφορικά δεδομένα, δηλαδή δορυφορικές φωτογραφίες, από το 1984 μέχρι και σήμερα από δορυφόρους της Ευρωπαϊκής και της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (ESA & NASA) ώστε να μελετήσουν τις όποιες αλλαγές παρατηρούν μέσα σε αυτές τις τέσσερις δεκαετίες, τόσο στην έκταση όσο και στη διάρκεια χιονοκάλυψης. «Οι δορυφορικές εικόνες είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο που έχουμε στη διάθεσή μας για την μελέτη της χιονοκάλυψης, όμως έχουν και ορισμένους περιορισμούς. Ειδικά τη δεκαετία του ’80 και του ’90 οι διαθέσιμοι δορυφόροι αυτοί ήταν λίγοι – το ίδιο και οι διαθέσιμες λήψεις των βουνών της χώρας μας. Ακόμα και σήμερα όμως, σύννεφα συχνά μας “κόβουν τη θέα” της Γης από το διάστημα, δημιουργώντας πολλά κενά στο αρχείο. Αναπτύξαμε λοιπόν μία νέα μεθοδολογία, μέσω μιας τεχνικής τεχνητής νοημοσύνης που αποκαλείται “μηχανική μάθηση”, για να “γεμίσουμε αυτά τα κενά” και να ομογενοποιήσουμε τα δεδομένα», τονίζει ενώ προσθέτει ότι πρόκειται για μία πρωτοποριακή μεθοδολογία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα και σε περιοχές που δεν έχουν επιτόπια δεδομένα για την εκπαίδευση του μοντέλου, όπως δηλαδή σε πολλές ορεινές περιοχές του πλανήτη, σαν τα βουνά της Ελλάδας. Με αυτό τον τρόπο όπως υπογραμμίζει «καλύπτουμε έτσι ένα σημαντικό επιστημονικό κενό σε αυτό το κομμάτι».

Σύμφωνα με τον κ. Αλεξόπουλο, η μείωση της χιονοκάλυψης παρατηρείται πιο έντονα από το 2000, ενώ, όπως προσθέτει, διαπιστώνεται και μείωση στη διάρκειά της. «Αυτό οφείλεται και σε πιο αργοπορημένο ξεκίνημα το φθινόπωρο, αλλά και σε πρόωρο λιώσιμο την άνοιξη», σημειώνει.

«Όποιο χιόνι καταφέρει να βρει τον δρόμο του μέχρι το έδαφος, δεν θα παραμείνει στην παγωμένη του μορφή για το ίδιο χρονικό διάστημα όπως παλιότερα, λόγω αυτών των θερμοκρασιών που θα το κάνουν να λιώσει πιο γρήγορα.

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν πως οι αλλαγές που παρατηρούνται δεν συνδέονται με κάποιο φυσικό κύκλο αλλαγής του κλίματος, αλλά ξεπερνούν αυτό το όριο που θα μπορούσε να παρατηρηθεί μέσα από κάποια φυσική διακύμανσή του. «Είναι ξεκάθαρο πως προκαλούνται από την ανθρωπογενή θέρμανση του πλανήτη», επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Αλεξόπουλος.

Τι σηματοδοτεί η μείωση της χιονοκάλυψης

Όπως σημειώνει ο κ. Αλεξόπουλος, το χιόνι αποτελεί μία βασική πηγή νερού, τόσο για την κοινωνία μας, από την οικιακή χρήση μέχρι τις καλλιέργειες, όσο και για τα ορεινά οικοσυστήματα.

«Πρέπει να σκεφτούμε το χιόνι σαν έναν αποταμιευτικό λογαριασμό. Αν σήμερα καταθέσουμε ένα ποσό, όσο περισσότερο το κρατήσουμε μέσα στον λογαριασμό αντί να το τραβήξουμε και το ξοδέψουμε, τόσο μεγαλύτερη απόδοση αυτό θα έχει. Έτσι, όταν πλέον θα χρειαζόμαστε αυτά τα χρήματα για να καλύψουμε κάποια βασική μας ανάγκη, τότε θα “αξίζουν” περισσότερο. Έτσι ακριβώς, λειτουργεί και το χιόνι. Θέλουμε να βρίσκεται σε αυτή την παγωμένη μορφή “κατάθεσης” πάνω στα βουνά για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται. Το αργοπορημένο του λιώσιμο – σε αντίθεση με τη βροχή που θα κινηθεί άμεσα και γρήγορα μέσα στο υδρογραφικό δίκτυο – μας βοηθάει να καλύψουμε αυτό το κενό στις βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού μέχρι το ξεκίνημα του επόμενου υδρολογικού έτους, το φθινόπωρο. Αν όμως, το χιόνι λιώσει πολύ πρόωρα ή η ποσότητά του είναι ανεπαρκής, τότε θα δούμε, όπως και έχουμε δει σε διάφορες περιπτώσεις στο παρελθόν, πως οι ροές των ποταμών και τα υδατικά αποθέματα, μειώνονται, δημιουργώντας ένα κενό με αρνητικό αντίκτυπο σε διάφορες πτυχές, τόσο της κοινωνίας όσο και του περιβάλλοντος», εξηγεί ο κ. Αλεξόπουλος. Στην ίδια κατεύθυνση ο κ. Λαγουβάρδος συμπληρώνει ότι η μείωση της χιονοκάλυψης επηρεάζει τόσο τη διαθεσιμότητα σε υδατικά αποθέματα όσο και τον μετεωρολογικό κύκλο ακόμα κι αν η τάση των βροχοπτώσεων τα τελευταία 30 χρόνια είναι σταθερή ενώ σε ορισμένες πεδινές περιοχές φαίνεται να έχει μία αυξητική τάση.

Σημειώνεται ότι η έρευνα διεξήχθη από τον Κωνσταντή Αλεξόπουλο, Ian C. Willis, Hamish D. Pritchard, Γιώργο Κύρο, Βασιλική Κοτρώνη και Κωνσταντίνο Λαγουβάρδο και δημοσιεύθηκε στο διεθνές ακαδημαϊκό περιοδικό ‘The Cryosphere’.

Μπορείτε να βρείτε τη δημοσίευση στον παρακάτω σύνδεσμο: https://doi.org/10.5194/tc-20-2209-2026

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA