ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Κλερ Χουάνγκτσι παίζει Σοπέν στο Μέγαρο Μουσικής

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής υποδέχεται τη διεθνούς φήμης πιανίστα Κλερ Χουάνγκτσι, για μια ξεχωριστή ερμηνεία του Πρώτου Κοντσέρτου για πιάνο του Φρεντερίκ Σοπέν – ενός έργου βαθιά λυρικού και συγκινητικού, ιδανικού για να αναδείξει την ποιητική ευαισθησία και τη δεξιοτεχνία της σολίστ. Στο πόντιουμ, ο διακεκριμένος μαέστρος Βαχτάνγκ Καχίτζε, γνωστός για τις δυναμικές και πολυεπίπεδες αναγνώσεις του στο συμφωνικό ρεπερτόριο, καθοδηγεί την Ορχήστρα σε ένα απαιτητικό πρόγραμμα με μεγάλη στιλιστική ποικιλία.

Η βραδιά συμπληρώνεται με δύο χαρακτηριστικά έργα του 20ού αιώνα: τη Συμφωνία σε μι ύφεση του Ίγκορ Στραβίνσκυ, ένα νεανικό έργο με εμφανείς επιρροές από τον ρωσικό ρομαντισμό, και τη μαγευτική δεύτερη Σουίτα από το μπαλέτο Δάφνις και Χλόη του Μωρίς Ραβέλ – μια συμφωνική τοιχογραφία που συνδυάζει μεγάλη παλέτα ηχοχρωμάτων, ατμοσφαιρική λεπτότητα και ρυθμική ενέργεια. 

Μια συναυλία που υπόσχεται να γοητεύσει τους λάτρεις τόσο του ρομαντικού όσο και του μοντέρνου ρεπερτορίου.

Στις 19:30 θα πραγματοποιηθεί εισαγωγική ομιλία για τους κατόχους εισιτηρίων.

Το πρόγραμμα με μία ματιά

ΙΓΚΟΡ ΣΤΡΑΒΙΝΣΚΥ (1882 – 1971)
Συμφωνία σε μι ύφεση μείζονα, έργο 1

ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΣΟΠΕΝ (1810 – 1849)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.1 σε μι ελάσσονα, έργο 11

ΜΩΡΙΣ ΡΑΒΕΛ (1875 – 1937)
Δάφνις και Χλόη, Σουίτα αρ. 2 από το μπαλέτο

ΣΟΛΙΣΤ: Κλερ Χουάνγκτσι | πιάνο

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Βαχτάνγκ Καχίτζε

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Τιμές εισιτηρίων: 60€, 45€, 35€, 25€ και 15€ (εκπτωτικό)

Περισσότερα εδώ

Online αγορά εδώ

Για την Ιστορία

ΙΓΚΟΡ ΣΤΡΑΒΙΝΣΚΥ (1882 – 1971)

Συμφωνία σε μι ύφεση μείζονα, έργο 1

  1. Allegro moderato
  2. Scherzo: Allegretto
  3. Largo
  4. Finale: Allegro molto

Μέχρι τον θάνατο (1902) του διάσημου οπερετικού μπάσου στη Ρωσία του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα Φιόντορ Στραβίνσκυ, ο γιος του, Ίγκορ Στραβίνσκυ, δεν είχε συνθέσει τίποτα το ολοκληρωμένο ή άξιο λόγου. Στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο Ίγκορ είχε παρακολουθήσει ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου χωρίς να επιδείξει αξιοσημείωτες ικανότητες. Έναν χρόνο πριν πεθάνει ο πατέρας του, ακολούθησε τις επιθυμίες της οικογένειας και ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αγ. Πετρούπολης – αν και με ελάχιστη επιμέλεια και προθυμία. Στο Πανεπιστήμιο ωστόσο γνωρίστηκε με τον γιο του Νικολάι Ρίμσκυ-Κόρσακοφ και λίγο αργότερα και με τον ίδιο τον διάσημο πατέρα του, ο οποίος τον απέτρεψε από το να εγγραφεί επισήμως ως σπουδαστής στο Κονσερβατόριο της Αγ. Πετρούπολης εξαιτίας της μεγάλης του ηλικίας και των αυστηρών απαιτήσεων του ιδρύματος – αλλά δέχτηκε ευχαρίστως να μελετήσει ιδιωτικά μαζί του. Μετά τον θάνατο του Φιόντορ, ο Ίγκορ Στραβίνσκυ ήταν πιο ελεύθερος να αφοσιωθεί στη μελέτη της μουσικής κοντά στον μεγάλο Ρϊμσκυ-Κόρσακοφ και έτσι η σχέση αυτή άρχιζε σταδιακά να αποδίδει καρπούς. Το 1905 ο συνθέτης, που ακόμα τίποτε δεν προμήνυε ότι θα εξελισσόταν σε έναν από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του μοντερνισμού του 20ου αιώνα, έδειξε στον δάσκαλό του τα πρώτα σχέδια μίας συμφωνίας αναζητώντας εύλογα την καθοδήγησή του στο πώς θα προχωρούσε ένα τέτοιο μεγαλόπνοο εγχείρημα που εκείνη την εποχή, είναι η αλήθεια, φάνταζε να κινείται στα όρια των γνώσεων και ικανοτήτων του. Πράγματι, ο Ρίμσκυ-Κόρσακοφ άσκησε καταλυτική επίδραση στη σταδιακή διαμόρφωση του έργου, η οποία ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα (1907). Η Συμφωνία αυτή αποτέλεσε το «έργο 1» στον κατάλογο έργων του συνθέτη· ανεπίσημα, το 2ο και 3ο μέρος της παρουσιάστηκαν ιδιωτικά στις 27 Απριλίου 1907, ενώ η επίσημη πρεμιέρα της Συμφωνίας έγινε στις 22 Ιανουαρίου 1908 στην Αγ. Πετρούπολη με μαέστρο τον Φέλιξ Μπλούμενφελντ. Κάποια χρόνια αργότερα, ο Στραβίνσκυ προέβη σε μερική αναθεώρηση του έργου και με αυτή την τελική εκδοχή η Συμφωνία σε μι ύφεση μείζονα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 2 Απριλίου 1914 υπό τη διεύθυνση του Ερνέστ Ανσερμέ – αυτή ήταν η μορφή με την οποία στο μέλλον και ο ίδιος ο Στραβίνσκυ θα διηύθυνε το έργο. 

Από στιλιστικής άποψης, η Συμφωνία, έργο 1, εντάσσεται ξεκάθαρα στη ρωσική, ρομαντική μουσική παράδοση. Όπως είναι λογικό για το έργο ενός τόσο νέου και εν πολλοίς άπειρου δημιουργού που δεν έχει ακόμα ανακαλύψει την προσωπική του ταυτότητα, οι επιρροές από το έργο άλλων μουσουργών είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Πέραν της διάχυτης επίδρασης των (εξαιρετικών) ενορχηστρωτικών αρχών του Ρίμσκυ-Κόρσακοφ, οι μελετητές του έργου εντοπίζουν επιρροές από το ύφος του Τσαϊκόφσκυ, του Γκλαζουνόφ και (αναμενόμενα για τα δεδομένα της εποχής) του Βάγκνερ. Πέραν όλων αυτών, ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον είναι ότι στη Συμφωνία ενυπάρχουν σε σπερματική μορφή κάποια χαρακτηριστικά του ώριμου ύφους του συνθέτη: πρόκειται για το έργο ενός πραγματικά μεγάλου δημιουργού πριν φτάσει στην εποχή της συνειδητοποίησης και της ακμής του και ακούγοντάς το κανείς προσεκτικά, μπορεί να διαβλέψει το πώς και το γιατί ο συνθέτης του θα εξελισσόταν με τον τρόπο που εξελίχθηκε…

ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΣΟΠΕΝ (1810 – 1849)

Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1 σε μι ελάσσονα, έργο 11

  1. Allegro maestoso
  2. Romance: Larghetto
  3. Rondo: Vivace

Εκτός από τη Μεγάλη Πολωνέζα, όλα τα έργα του Σοπέν για πιάνο και ορχήστρα γράφτηκαν όσο ακόμα ζούσε στη γενέτειρά του, Πολωνία. Το Κοντσέρτο σε μι ελάσσονα γράφτηκε μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου 1830 και εκτελέστηκε από τον Σοπέν για πρώτη φορά στη Βαρσοβία στις 11 Οκτωβρίου 1830 υπό τη διεύθυνση του Κάρλο Σόλιβα. Το Κοντσέρτο αρ.1 σε μι ελάσσονα γράφτηκε ένα χρόνο μετά από το κοντσέρτο σε φα ελάσσονα, που παρά το γεγονός αυτό φέρει τον αριθμό 2 λόγω του ότι εκδόθηκε αργότερα. Ο Σοπέν με τα δύο του κοντσέρτα λειτούργησε ανανεωτικά για τα δεδομένα της εποχής πετυχαίνοντας μία πρωτόγνωρη ανάδειξη του ηχητικού πλούτου και της μελωδικότητας του πιάνου και αφομοιώνοντας τη διαύγεια του αγαπημένου του Μότσαρτ σε μία προσωπική αισθητική, ξένη προς ό, τι επιφανειακά δεξιοτεχνικό ή κοινότοπο. Μπροστά σε τόση συσσώρευση φαντασίας, νεανική πνοή και γνήσια μελωδική ομορφιά, ακόμα και ο μάλλον αμήχανος χειρισμός της ορχήστρας, η οποία περιορίζεται ως επί το πλείστον σε έναν συνοδευτικό ρόλο, φαντάζει ασήμαντη λεπτομέρεια.

Το πρώτο μέρος, γραμμένο σε κλασική φόρμα σονάτας κοντσέρτου, έχει ένα χρώμα πολωνικό και αποτυπώνει μελωδίες και βιώματα άρρηκτα συνδεδεμένα με την πατρίδα του συνθέτη. Ο ίδιος σε επιστολή του δίνει ένα στίγμα για τη σύνθεση του μαγευτικού και ανυπέρβλητα λυρικού δεύτερου μέρους: «…είναι ρομαντικού, ήρεμου και εν μέρει μελαγχολικού χαρακτήρα… στόχευε στο να εκφράσει την εντύπωση που λαμβάνει κανείς, όταν το μάτι του πέφτει σε ένα αγαπημένο τοπίο, που γεννά όμορφες αναμνήσεις –για παράδειγμα, σε μία τρυφερή ανοιξιάτικη νύχτα με φεγγάρι.» Το φινάλε έχει έντονο πολωνικό χρώμα, αξιοποιώντας ένα χαρακτηριστικό ρυθμικό σχήμα, που σχετίζεται με τον krakowiak, έναν συγκοπτόμενο και ζωηρό χορό από την περιοχή της Κρακοβίας.

ΜΩΡΙΣ ΡΑΒΕΛ (1875 – 1937)

Δάφνις και Χλόη, Σουίτα αρ.2

  1. Ξημέρωμα
  2. Παντομίμα
  3. Γενικός χορός

Ο κατάλογος των συνθετών, που συνεργάστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα με τα θρυλικά «Ρωσικά Μπαλέτα» του ιμπρεσάριου Σεργκέι Ντιάγκιλεφ, περιλαμβάνει μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, όπως αυτά των Ντεμπυσύ, Στραβίνσκυ, Προκόφιεφ, Σατί, Πουλένκ, ντε Φάγια, Στράους και φυσικά του Μωρίς Ραβέλ. Ο τελευταίος έλαβε το 1909 παραγγελία για την σύνθεση ενός μπαλέτου βασισμένου στο γνωστό βουκολικό ερωτικό μυθιστόρημα του αρχαίου συγγραφέα Λόγγου (3ος αιώνας μ. Χ.) Δάφνις και Χλόη, που είχε άλλωστε αποτελέσει πηγή έμπνευσης για Γάλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες ήδη από τον 16ο αιώνα. Η μουσική για το μπαλέτο, που ο Ραβέλ ολοκλήρωσε το 1912, είναι χαρακτηριστική αφενός της εξαιρετικά γόνιμης περιόδου στη ζωή του συνθέτη και αφετέρου της πλούσιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας στο Παρίσι της εποχής. Η πρεμιέρα του μπαλέτου, στις 8 Ιουνίου 1912, στο Θέατρο του Σατλέ (σε χορογραφία του Μισέλ Φοκίν και μουσική διεύθυνση του Πιέρ Μοντέ), δεν υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής αλλά για λόγους ανεξάρτητους της υψηλής ποιότητας της μουσικής αυτής καθ’ αυτήν, που για πολλούς (ακόμα και για τον ίδιο τον Στραβίνσκυ) είναι όχι μόνο η καλύτερη του Ραβέλ αλλά και μία από τις πιο όμορφες συνθέσεις της γαλλικής μουσικής στο σύνολό της. Έτσι, οι δύο ορχηστρικές σουίτες που ο συνθέτης μορφοποίησε, έχουν κατακτήσει δικαίως μία σημαντική θέση στο παγκόσμιο συμφωνικό ρεπερτόριο.

Η υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από δύο νέους, που έχοντας εγκαταλειφθεί από παιδιά μεγαλώνουν στην Λέσβο και βιώνουν τον μεταξύ τους έρωτα καλούμενοι να ξεπεράσουν διάφορες αντιξοότητες (έναν αντίζηλο, απαγωγή από πειρατές) με τη βοήθεια του θεού Πάνα και των Νυμφών. Ο Ραβέλ χαρακτήρισε τη μουσική του ως «μία χορογραφική συμφωνία σε τρία μέρη» και περιέγραψε ως εξής τις προθέσεις του: «Θέλησα να συνθέσω μία απέραντη μουσική νωπογραφία, λιγότερο επικεντρωμένη στο αρχαϊκό στοιχείο και περισσότερο πιστή στην Ελλάδα των ονείρων μου, που είναι πολύ κοντά σε αυτήν που φαντάστηκαν και ζωγράφισαν οι Γάλλοι καλλιτέχνες στο τέλος του 18ου αιώνα. Το έργο είναι δομημένο με συμφωνικό τρόπο πάνω σε ένα πολύ αυστηρό τονικό σχέδιο, βασισμένο σε έναν μικρό αριθμό μοτίβων, η πλήρης ανάπτυξη των οποίων εξασφαλίζει την συμφωνική ομοιογένεια». Η Δεύτερη Σουίτα αποτελείται (όπως και η Πρώτη) από τρία μέρη που ακούγονται χωρίς διακοπή· ο συνθέτης αξιοποιεί τις εκτεταμένες ορχηστρικές δυνάμεις με τον πιο σαγηνευτικό και ευφάνταστο τρόπο μεταφέροντάς μας σε μία μυθική ατμόσφαιρα, που συνδυάζει μυστήριο, αισθησιασμό αλλά και φρενήρη, «βακχική» ενέργεια.

Κείμενα «Για την Ιστορία»: Τίτος Γουβέλης

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA