ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Η φύση στη Μουσική»

«Περισσότερο έκφραση συναισθημάτων παρά ζωγραφική». Αυτή η φράση του Μπετόβεν για τη Συμφωνία αρ.6, «Ποιμενική», συνοψίζει τη διαφορά της σε σχέση με άλλα μουσικά έργα που εμπνέονται από τη φύση. Στη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, «Η φύση στη Μουσική» στις 29 Απριλίου, παρουσιάζεται το αριστούργημα του Γερμανού συνθέτη που δεν αρκείται σε μια απλή μουσική απεικόνιση ενός νατουραλιστικού τοπίου, αλλά αποδίδει την εσωτερική αίσθηση που αφήνει στον άνθρωπο η επαφή με τη φύση. Η συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ανοίγει με την καινούργια σύνθεση του Χρήστου Χατζή, παραγγελία της Ορχήστρας για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση. Ένας από τους καλύτερους συνθέτες της γενιάς του, πολλαπλώς βραβευμένος με βαρυσήμαντες διακρίσεις, ο Χ. Χατζής παραδίδει στην Ορχήστρα την καινούργια του δημιουργία που θα παρουσιαστεί σε παγκόσμια πρώτη εκτέλεση και χρηματοδοτήθηκε από το Canada Council for the Arts. Το κοντσέρτο για μαρίμπα και ορχήστρα «Εαρινή Ισημερία» πραγματεύεται με ευρηματικότητα και στοχαστικό βάθος την μακρόχρονη πολιτισμική ανταλλαγή μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης, εστιάζοντας στη δύναμη του υποκειμένου. Σολίστ, ο δραστήριος μουσικός της Ορχήστρας, Θεόδωρος Μιλκόβ. Διευθύνει, ο αναγνωρισμένος αρχιμουσικός Μίλτος Λογιάδης. 

Την Πέμπτη 28 Απριλίου στις 19:00 η Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής τιμά τον Χρήστο Χατζή, σε μια εκδήλωση με ελεύθερη είσοδο υπό την Αιγίδα της Πρεσβείας του Καναδά, με αφορμή τη δωρεά στη Βιβλιοθήκη του Αρχείου του, το οποίο σύντομα θα είναι διαθέσιμο για έρευνα. Ο Χατζής, μαζί με τον καναδοπολωνό συνθέτη Norbert Palej, θα μιλήσουν για το έργο τους ενώ θα ακολουθήσει μουσικό μέρος με έργα τους για βιμπράφωνο, που θα ερμηνεύσει σε ευρωπαϊκή πρεμιέρα η διακεκριμένη βιμπραφωνίστα Beverley Johnston.

Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΣ (γεν. 1953)

Εαρινή Ισημερία, κοντσέρτο για μαρίμπα και ορχήστρα

Παραγγελία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Το Canada Council for the Arts υποστήριξε την ανάθεση της σύνθεσης.

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770–1827)

Συμφωνία αρ. 6 σε φα μείζονα, έργo 68, «Ποιμενική»

ΣΟΛΙΣΤ

Θεόδωρος Μιλκόβ, μαρίμπα

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

Μίλτος Λογιάδης

Ώρα: 19:30
Δωρεάν εισαγωγική ομιλία του Νίκου Λαάρη για τους κατόχους εισιτηρίων

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

Τιμές: 25€, 20€, 15€ και 8€

Online αγορά εδώ

Το σχόλιο του Θεόδωρου Μιλκόβ

Πάντα μια σύμπραξη με την ΚΟΑ μου δημιουργεί ένα ιδιαίτερο συναίσθημα, καθώς είναι η ορχήστρα στην οποία έχω την τιμή να είμαι μέλος τα τελευταία 13 χρόνια.

Το κοντσέρτο για μαρίμπα και ορχήστρα του Χ. Χατζή είναι ένα δυναμικό έργο, έχοντας έντονα τεχνικά στοιχεία πιανιστικού χαρακτήρα, κάτι πρωτόγνωρο για το συγκεκριμένο όργανο. Η καντέντσα δε, με την οποία τελειώνει το έργο, στηρίζεται  κατά κόρον σε αυτά και φέρνει τον εκτελεστή στα όρια των τεχνικών δυνατοτήτων του.

Το σχόλιο του Μίλτου Λογιάδη

Με πολλή χαρά περιμένω τη συναυλία της 29ης Απριλίου με την αγαπημένη μου ΚΟΑ. Το πρόγραμμα είναι υπέροχο και συνδυάζει δύο διαφορετικούς κόσμους με την ίδια θεματική.

Η ερμηνεία και η επανατοποθέτηση ενός ερμηνευτή σε ένα “κλασσικό” έργο όπως η Ποιμενική Συμφωνία του Μπετόβεν αποτελεί πάντα μια πρόκληση, όπως πρόκληση αποτελεί και η πρώτη εκτέλεση ενός σύγχρονου έργου. Ιδιαίτερα δε, όταν πρόκειται για μια σύνθεση του αγαπημένου μου Χρήστου Χατζή με τον οποίο έχουμε συνεργαστεί πολλές φορές στο παρελθόν. Χαίρομαι πολύ και για τη συνεργασία μου με τον Θεόδωρο Μιλκόβ που τον εκτιμώ πολύ. Γενικότερα πιστεύω ότι η συναυλία της 29ης Απριλίου θα είναι μια όμορφη ακουστική εμπειρία για όσους την παρακολουθήσουν που ταιριάζει στο υψηλό επίπεδο που αποδίδει τα τελευταία χρόνια η ΚΟΑ.

Για την ιστορία…

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΑΝ ΜΠΕΤΟΒΕΝ (1770 – 1827)

Συμφωνία αρ.6 σε φα μείζονα, έργο 68, «Ποιμενική»

Allegro ma non troppo (Αισθήματα χαράς φθάνοντας στην εξοχή)
Andante molto mosso (Σκηνή στην όχθη του ρυακιού)
Allegro (Εύθυμη συνάθροιση των χωρικών) – 
Allegro (Καταιγίδα) – 
Allegretto (Τραγούδι των ποιμένων, αισθήματα χαράς κι ευγνωμοσύνης μετά την καταιγίδα)

Όπως αποδεικνύει πληθώρα μαρτυριών, η Φύση αποτέλεσε ανέκαθεν ένα προσφιλές «καταφύγιο» για τον μονήρη Μπετόβεν και μοιραία μία σημαντική πηγή έμπνευσης -άμεσα ή έμμεσα- σε πολλά έργα του (άλλωστε, τα μουσικά σημειωματάρια δεν έλειπαν ούτε στιγμή από κοντά του, ακόμα και όταν απολάμβανε έναν περίπατο στην εξοχή). Η σύνθεση μουσικής, που αντλεί το περιεχόμενό της από εικόνες της Φύσης, δεν ήταν κάτι το πρωτόγνωρο στις αρχές του 19ου αιώνα· αρκεί κανείς να αναλογιστεί ενδεικτικά τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι ή το ορατόριο Οι Εποχές του Χάυντν. Μάλιστα, το 1785 ο ξεχασμένος σήμερα Γερμανός συνθέτης Γιουστίν Χάινριχ Κνεχτ παρουσίασε ένα πενταμερές συμφωνικό έργο με τίτλο «Το μουσικό πορτρέτο της Φύσης (Ποιμενική Συμφωνία)». Ο Μπετόβεν συνέθεσε την δική του «Ποιμενική» Συμφωνία (την Έκτη κατά σειρά) σχεδόν ταυτόχρονα με την Πέμπτη, από το φθινόπωρο του 1807 ως τις αρχές του 1808, αν και τα πρώτα σχέδια ανάγονται ήδη στο 1803. Πέμπτη και Έκτη Συμφωνία παρουσιάστηκαν αμφότερες για πρώτη φορά στην Βιέννη σε μία ιστορική «μαραθώνια» συναυλία στις 22 Δεκεμβρίου 1808 στο Theater-an-der-Wien, περιέργως εμφανιζόμενες με αντίστροφη αρίθμηση.

Αυτό που διαφοροποιεί την Ποιμενική Συμφωνία του Μπετόβεν σε σχέση με προγενέστερα έργα ανάλογου χαρακτήρα, μπορεί να συνοψισθεί σε μία φράση του ίδιου του συνθέτη για το έργο: «περισσότερο έκφραση συναισθημάτων παρά ζωγραφική». Πράγματι, η Έκτη Συμφωνία, παρά τους δεδομένους συσχετισμούς μεταξύ στοιχείων της μουσικής της και συγκεκριμένων φυσικών εικόνων, στοχεύει πολύ περισσότερο στο να αποδώσει την εσωτερική αίσθηση που αφήνει η επαφή με την Φύση στον άνθρωπο παρά να λειτουργήσει απλά και μόνο ως μουσική, νατουραλιστική απεικόνιση. Και παρόλο που ο Μπετόβεν έδωσε σαφώς περιγραφικού χαρακτήρα τίτλους σε καθένα μέρος της Συμφωνίας, ο ίδιος θεωρούσε πως «οποιοσδήποτε έχει μία κάποια ιδέα της ζωής στην φύση μπορεί να καταλάβει από μόνος του τις προθέσεις του συνθέτη χωρίς πολλά περιγραφικά λόγια».

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του πρώτου μέρους είναι η αφοπλιστική αρμονική απλότητα, με την οποία ο συνθέτης εκφράζει την πηγαία ευφορία από την επαφή με την Φύση. Επικεντρωνόμενη σε απλά θέματα -ή καλύτερα μοτίβα-, που συχνά επαναλαμβάνονται και χωρίς πολλές ή περίτεχνες αρμονικές «περιπέτειες», η αιθέριας ομορφιάς μουσική αποπνέει μία ευπρόσδεκτη αίσθηση στασιμότητας (αλλά σε καμία στιγμή μονοτονίας), που κανείς θα μπορούσε ίσως να παραλληλίσει με την ομοιομορφία των πράσινων λιβαδιών της κεντρικής Ευρώπης.

Η ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους επεκτείνεται περαιτέρω στο δεύτερο, με μία μουσική που εξελίσσεται χωρίς απρόσμενες εξάρσεις ή εκπλήξεις, σχεδόν με έναν τρόπο ναρκισσιστικό, ακολουθώντας ωστόσο ευφυώς την φόρμα της σονάτας. Δύο σόλο βιολοντσέλα ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη ομάδα των οργάνων αυτών και αναλαμβάνουν με την σχεδόν διαρκή τους κίνηση να αποτυπώσουν την ήρεμη ροή ενός ρυακιού. Στην coda τρία πουλιά, το αηδόνι, το ορτύκι και ο κούκος κάνουν μία ευδιάκριτη εμφάνιση εν είδει καντέντσας, αντιπροσωπευόμενα από το φλάουτο, το όμποε και το κλαρινέτο αντίστοιχα.

Τα υπόλοιπα τρία μέρη της Ποιμενικής Συμφωνίας ακούγονται χωρίς διακοπή. Το πρώτο εξ αυτών είναι στην ουσία ένα σκέρτσο με ενδιάμεσο τρίο, παρόλο που δεν χαρακτηρίζεται ως τέτοιο από τον συνθέτη. Πιο ρεαλιστικό από τα προηγούμενα, απηχεί με τον εύθυμο, βουκολικό του χαρακτήρα μία συνάθροιση χωρικών, που χορεύουν ανέμελα. Το κύριο θέμα χτίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την αλυσιδωτή χρήση του ίδιου μοτίβου, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο κανείς παρατηρεί μία σκωπτική διάθεση του συνθέτη: οι ίδιες νότες στο φαγκότο επαναλαμβάνονται αρκετές φορές απαράλλακτες παραπέμποντας σε έναν μάλλον νωχελικό παραδοσιακό μουσικό.

Όμως η ευθυμία διακόπτεται από τις πρώτες σταγόνες της βροχής, που αποδίδουν τα δεύτερα βιολιά με αλλεπάλληλα όγδοα staccato. Λίγο μετά, η μοναδική συγχορδία φα ελάσσονας σε όλη την συμφωνία ηχεί απότομα σηματοδοτώντας το ξέσπασμα της καταιγίδας. Για πρώτη φορά μέσα στο έργο εμφανίζεται το πίκολο φλάουτο, το τύμπανο και στην κορύφωση της καταιγίδας τα τρομπόνια, που με την έντονη παρουσία τους δίνουν την αίσθηση βροντών και αστραπών.

Λειτουργικά όλο το μέρος αυτό, που κινείται σε ελεύθερη φόρμα, είναι μία εισαγωγή προς το πέμπτο μέρος, που είναι γραμμένο σε φόρμα σονάτας-ροντό. Η καταιγίδα καταλαγιάζει και μία ανοδική κλίμακα στο φλάουτο (που με λίγη φαντασία κανείς θα μπορούσε να παρομοιάσει με ουράνιο τόξο) μεταβαίνει προς το φινάλε. Μία αίσθηση  πραγματικής λύτρωσης κυριαρχεί εξ αρχής: καθώς ο ήλιος λάμπει ξανά (κύριο θέμα που ακούγεται για πρώτη φορά από τα βιολιά), οι ποιμένες τραγουδούν έναν ύμνο (δεύτερο θέμα), απλό και μεγαλόπρεπο. Η μουσική διατηρεί με βαθιά ειλικρίνεια έναν χαρακτήρα παιάνα προς την Φύση, απαλλαγμένου όμως από κάθε περιττή υπερβολή και επιφανειακή ρητορεία. Προς το τέλος της εκτενούς coda, το κόρνο με σουρντίνα θυμίζει από μακριά τις αρχικές χειρονομίες του μέρους, προτού η ηχηρή συγχορδία της φα μείζονας σημάνει την ολοκλήρωση του συναρπαστικού αυτού μουσικού οδοιπορικού.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΣ (γεν. 1953)

Εαρινή Ισημερία, κοντσέρτο για μαρίμπα και ορχήστρα

Έργο που αποτελεί παραγγελία του εκπληκτικού μαριμπίστα Θεόδωρου Μιλκόβ και είναι αφιερωμένο στον ίδιο, η Εαρινή Ισημερία είναι ένα κοντσέρτο για μαρίμπα και ορχήστρα γραμμένο σε τρία μέρη. Το μουσικό θέμα του κοντσέρτου και ο τίτλος του έχουν σχέση με την επέτειο που γιορτάστηκε το 2021 για τα 200 έτη από τη διακήρυξη της ελληνικής επανάστασης που έγινε στις 25 Μαρτίου του 1821, ανήμερα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και λίγες μέρες μετά την Εαρινή Ισημερία. Η μουσική δεν είναι εμπνευσμένη από τα γεγονότα αυτά καθαυτά αλλά από την αδιάκοπη αμοιβαία σχέση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρώπη κατά τη διάρκεια των δυο τελευταίων χιλιετιών. Κάθε μέρος θίγει ένα διαφορετικό επιδραστικό σημείο αυτής της συνεχούς αμοιβαιότητας.

Οι Επαναστάσεις, το πρώτο μέρος, έχει να κάνει με το αλλαγμένο κλίμα στην Ευρώπη απέναντι στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην αρχή του 19ου αιώνα. Αυτή η αλλαγή προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη συνταρακτική εμφάνιση του ρομαντικού κινήματος, ειδικά στην Αγγλία (Λόρδος Βύρων) και τη Γαλλία (Ντελακρουά) όπου η λογοτεχνία και η τέχνη έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αναθεώρηση των ευρωπαϊκών κοινωνικών δομών, αλλά και στην αντίληψη, την υποστήριξη, μέχρι και τη διαχείριση του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα. (Ο Λόρδος Βύρων υπερασπίστηκε αδιάκοπα την ελληνική ανεξαρτησία, ενίσχυσε με δικά του έξοδα την πόλη του Μεσολογγίου και πέθανε εκεί). Την ύστατη στιγμή και υπό την αυξανόμενη πίεση του ρομαντικού κινήματος, οι ναυτικές δυνάμεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, άλλαξαν την τροπή της αποτυχημένης ελληνικής επανάστασης, κατέστρεψαν τον τουρκικό στόλο στο Ναυαρίνο και εξανάγκασαν τον Σουλτάνο να ανακηρύξει την Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος. Η μουσική αυτού του μέρους είναι ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στο «τούρκικο» και το ρομαντικό θέμα, αντιπροσωπευτικός της διχοτόμησης ανατολής/δύσης της ελληνικής ψυχής κατά τη διάρκεια των περισσότερων εκ των τελευταίων διακοσίων χρόνων. Πρόκειται για μια βασανισμένη ψυχή που μερικές φορές αναζητά την παρηγοριά στην εθνικιστική και μιλιταριστική παράνοια και κάποιες άλλες την αναζητά στην αναπάντεχη εφευρετικότητα, τον ιδεαλισμό και την ατομικότητα. Η μουσική διαρκώς ταλαντώνεται ανάμεσα στα παραπάνω άκρα.

 Ο παράξενος τίτλος του δεύτερου μέρους, Η (Ανα)Γέννηση της Αφροδίτης, διαθέτει μια κυριολεκτική και μια μεταφορική αφοσίωση στο κυρίαρχο θέμα. Αυτό το μέρος είναι η μετενσάρκωση μιας 30ετούς σύνθεσης, ονόματι Η Γέννηση της Αφροδίτης, για κοντραμπάσο και ηλεκτρονικά όργανα, την οποία υπέγραψα το 1990, αμέσως μετά τη γέννηση της κόρης μου, Μαρίας, που όπως στον ελληνικό μύθο της Αφροδίτης, αναδύθηκε από το νερό σαν την κορωνίδα της φυσικής ομορφιάς. (Η αναθεώρηση αυτής της σύνθεσης τριάντα χρόνια αργότερα, προοριζόταν εν μέρει ως δώρο για τα τριακοστά της γενέθλια). Σε σχέση με τη θεματική αυτής της παλαιότερης σύνθεσης στο νέο της ρόλο ως το δεύτερο μέρος της Εαρινής Ισημερίας, η έμπνευση ήταν ο υποτιμημένος και παραγνωρισμένος ρόλος που είχε το τεράστιο κύμα μετανάστευσης Ελλήνων ακαδημαϊκών και καλλιτεχνών πριν και λίγο μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ως προς την έλευση του ρεύματος της Αναγέννησης στην Ιταλία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Τα ελληνικά θέματα στην πρώιμη ζωγραφική και γλυπτική της Αναγέννησης αποτελούν μια σαφή ένδειξη αυτής της πολιτισμικής και διανοητικής ελληνικής παρείσφρησης από την ανατολή. Το σημείο στο οποίο εστίασα από εκείνη τη στιγμή αμοιβαιότητας ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ευρώπη ήταν ο πίνακας Η Γέννηση της Αφροδίτης του Σάντρο Μποτιτσέλι, ένα από τα αριστουργήματα της πρώιμης Αναγέννησης. (Ο Μποτιτσέλι γεννήθηκε οκτώ χρόνια πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον διανοούμενων που είχε υποστεί ζυμώσεις από τις νέες αφίξεις που προέρχονταν από την ανατολή). Ο ελληνικός μύθος λέει ότι η Αφροδίτη αναδύθηκε από τους αφρούς της θάλασσας και ξεβράστηκε στις ακτές της Κύπρου. Η μουσική της (Ανα)γέννησης της Αφροδίτης είναι γεμάτη από ήχους του νερού και του αέρα που δημιουργούνται από παρατεταμένους ήχους των ακουστικών οργάνων της ορχήστρας, ειδικά των κρουστών. Το αποτέλεσμα είναι ένα σχεδόν μαγικό ηχητικό τοπίο γεμάτο με ήχους υψηλών τόνων, γνωστούς σκοπούς μουσικών κουτιών και απλές μελωδίες που θα απολάμβανε ένα νεογέννητο παιδί.

Οι Ουτοπίες & Δυστοπίες, το συντομότερο τρίτο μέρος είναι ένας στοχασμός πάνω στο παρόν, καθώς η Ελλάδα, επιβαρυμένη από μια ιστορία που υπερβαίνει τα 3000 χρόνια (και συνοδευόμενη από το ιστορικό Κάρμα), προσπαθεί να προσδιορίσει τον δικό της ρόλο μέσα στο φιλελεύθερο ευρωπαϊκό τοπίο που κυριαρχείται όλο και περισσότερο από τη νέα κουλτούρα της τεχνητής νοημοσύνης, της πληροφορικής, της ρομποτικής και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Μινιμαλιστικό στη φόρμα του, το πρώτο κομμάτι του μέρος είναι ένα μέσο ανάδειξης του βιρτουόζου της μαρίμπα. Κρυμμένες μέσα σε αυτή την τεχνική και τεχνολογική δεξιοτεχνία, μπορεί κανείς να διακρίνει υποβόσκουσες εντάσεις κάτω από τη μινιμαλιστική «ομοιομορφία» του συνόλου, όπου το συμμετρικό «ρομαντικό θέμα» του πρώτου μέρους συνυπάρχει στον ίδιο χώρο με τα ασύμμετρα βαλκανικά μέτρα, με τα δυο παράταιρα ρυθμικά στοιχεία να έρχονται αντιμέτωπα το ένα με το άλλο και να προσαρμόζονται, ενώ βρίσκονται σε αναζήτηση μιας διχασμένης αίσθησης του ανήκειν. Αλλά, όπως και με όλα τα άλλα στην Ευρώπη, το κτίσμα της «ενοποίησης» καταρρέει. Επικρατούν εντάσεις ανάμεσα στην εκκοσμίκευση και την πνευματικότητα, στον πατριωτισμό και την οικουμενικότητα, στο «εμείς» και το «αυτοί». (Απουσιάζει από αυτή τη «διαπραγματεύσιμη» αίσθηση του ανήκειν το ανατολίτικο στοιχείο της ελληνικής ψυχής, αυτό που οι Έλληνες θυμούνται καθημερινά λόγω της μαζικής εισροής προσφύγων από την Τουρκία και τις πιο πέρα περιοχές). Σε αυτή τη διχασμένη ψυχολογική κατάσταση, το μόνο που χρειάζεται είναι μια στιγμή ενδοσκόπησης από τον σολίστ που στοχάζεται τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας, ώστε αυτός ο στοχασμός να παραδοθεί στην εθνικιστική επιθετικότητα και βιαιότητα (το ίδιο επιθετικό μουσικό κολάζ που συναντάται και στο πρώτο μέρος, που τώρα εκτείνεται περαιτέρω). Η Ουτοπία γίνεται Δυστοπία. Η μουσική σταματά ξαφνικά μέσα στην αναποφασιστικότητα και το φόβο. Στο τέλος, και παρόλο που στερείται απαντήσεων, το άτομο βρίσκεται μόνο του σε μια ενοχλητική αμφιθυμία, διώχνοντας τον συστημικό θόρυβο των ιδεολογιών και των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων και δομών που το καταπιέζουν, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι πραγματικές απαντήσεις ενυπάρχουν μέσα στον καθένα μας, όσο εκνευριστικό κι αν είναι να τις φέρουμε στην επιφάνεια της αντίληψης.

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA