Categories: DESIGN

Μέσα σε ένα κτίριο του ’30, σε μια κατοικία που ανανεώθηκε στη σκιά της Ακρόπολης

Χτισμένο τη δεκαετία του 1930, με άγνωστη την ακριβή χρονολογία κατασκευής, το σπίτι επί της οδού Μητσαίων φιλοξένησε τρεις γενιές της οικογένειας του πρώτου ιδιοκτήτη. Στην αρχική του μορφή είχε ένα ημιυπόγειο και ένα υπερυψωμένο ισόγειο και περιβαλλόταν από μια κρυφή από τον δρόμο αυλή.

«Χωρίς ιδιαίτερο διάκοσμο, η πρόσοψη διέθετε νεοκλασικά στοιχεία, όπως τη δίθυρη ξύλινη πόρτα της κεντρικής εισόδου με τους φεγγίτες της, τις κορνίζες που συνήθως οριοθετούν τους ορόφους οριζόντια, το στηθαίο του δώματος με τα κολωνάκια σε συμμετρία και τις διαδοχικές σκοτίες της πρόσοψης. Οι δύο σιδερένιες αυλόπορτες, εκατέρωθεν της όψης επί της οδού Μητσαίων, με τα έντονα γεωμετρικά σχήματα, στυλιστικά αναφέρονταν στoυς κανόνες της Art Deco», εξηγεί η Αναστασία Φιλιππαίου

«Πίσω από την κεντρική είσοδο, βρισκόταν η συνήθης μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στο υπερυψωμένο ισόγειο. Αυτούσια οριοθετημένη μέσα στον χώρο που εξυπηρετούσε ως προθάλαμος, η σκάλα απομονωνόταν από το χωλ του ισογείου με μία τζαμωτή εσωτερική πόρτα». Η κατοικία είχε την αναμενόμενη ανατομία, με τα υπόλοιπα δωμάτια να είναι τοποθετημένα ακτινωτά στον περίγυρο του κεντρικού χωλ.

Στο ισόγειο υπήρχαν ψηλοτάβανοι χώροι κύριας χρήσης και στο υπόγειο μισοσκότεινα δωμάτια με αναρριχώμενες υγρασίες παντού. «Εσωτερικά, το μόνο αξιοπαρατήρητο στοιχείο ήταν τα γύψινα ταβάνια με μοτίβα λιτά, γεωμετρικές ροζέτες και καμπυλωτές ακμές. Μία σκάλα ξύλινη, απέριττη και με εμφανή τη φθορά του χρόνου ένωνε τους δύο ορόφους. Στο πλατύσκαλό της, η δευτερεύουσα πόρτα οδηγούσε στην πίσω αυλή».  

Όπως περιγράφει η αρχιτέκτονας, η κρυφή αυλή του σπιτιού ήταν απολύτως αφρόντιστη και η βλάστηση δεν επέτρεπε την πρόσβαση ούτε την περιήγηση στον περιβάλλοντα χώρο. Στην προέκταση της αριστερής αυλόπορτας του οικοπέδου έστεκε ένα παράσπιτο, το οποίο προφανώς είχε τη χρήση γκαράζ την εποχή που χτίστηκε η κατοικία. «Σήμερα όμως θα χαρακτηριζόταν εκτός κλίμακας για αυτή τη χρήση».

Το ζητούμενο του έργου ήταν με την προσθήκη ενός ορόφου και μετά από ριζική ανακαίνιση, να στεγάσει η κατοικία αυτή μια σύγχρονη πολυμελή οικογένεια. Ο νέος όροφος θα έδινε τη δυνατότητα να μεταφερθούν τα υπνοδωμάτια στον προστιθέμενο όροφο και στο ημιυπόγειο θα δημιουργούνταν βοηθητικοί χώροι. Η αυλή θα μπορούσε να αναπνεύσει με κάποιες παρεμβάσεις. Με την προσθήκη του νέου ορόφου όμως τελικά το ακίνητο θα αποκτήσει και το μεγαλύτερο ίσως προτέρημά του, που δεν ήταν προϋπόθεση για το έργο: Πλέον, διαθέτει από το νέο δώμα ανεμπόδιστη θέα στην Ακρόπολη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αρχιτεκτονικά, ο σκοπός ήταν να αναδειχθεί η υπάρχουσα νεοκλασική οργάνωση των όψεων με την πρόσθεση στοιχείων που θεωρήθηκε ότι είχαν παραλειφθεί, διατηρώντας τη λιτότητα που χαρακτήριζαν την αρχική τους μορφή. «Εξαιτίας της μηχανολογικής μελέτης, οι όψεις της κατοικίας σήμερα διαθέτουν μία εξ ολοκλήρου νέα εξωτερική επένδυση ακόμη και στα σημεία που αρχιτεκτονικά παρέμειναν ανέγγιχτες. Η βάση του κτιρίου επενδύθηκε με μάρμαρο, καμμένο και βουρτσιστό, έως την κορνίζα που συμπίπτει με τη στάθμη του δαπέδου ισογείου, όπως είθισται σε όψεις νεοκλασικού ύφους. Στο μεσαίο τμήμα των όψεων επαναλήφθηκαν οι διαδοχικές οριζόντιες σκοτίες, πάντα σε συνέπεια με το νεοκλασικό ρυθμό. Μασίφ μαρμάρινες κορνίζες φαλτσοκομμένες, επίσης από μάρμαρο Ευβοίας, πλαισιώνουν όπως έκαναν παλιά οι παραστάδες τα καίρια ανοίγματα των όψεων». 

 

Οι εξώθυρες και οι αυλόπορτες αντιγράφηκαν και επανατοποθετήθηκαν. Το ίδιο και τα κουφώματα των όψεων που επίσης είναι αντιγραφή των αρχικών αλλά κατασκευασμένα από σίδερο. Στα ανοίγματα του υπογείου προστέθηκαν εξωτερικές σιδεριές επειδή θεωρήθηκε ότι είχε παραλειφθεί από τον αρχικό κατασκευαστή. «Ένα μεταλλικό ανθρακί πλαίσιο καλύπτει το σόκορο της τοιχοποιίας σε κάθε άνοιγμα τονίζοντας την αίσθηση του βάθους των παραθύρων. Οι χρωματισμοί και οι επιφάνειες παραπέμπουν σε μιλανέζικες προσόψεις, με τόνους ήσυχους γκρι και μπεζ από την παλέτα της φύσης και με έντονες υφές». 

Εσωτερικά, η ανατομία της κατοικίας διατηρήθηκε αυτούσια και επαναλήφθηκε και στον όροφο, με την εσωτερική σκάλα στην ίδια θέση να φτάνει έως το νέο δώμα από το ημιυπόγειο. «Κατακόρυφα μεταλλικά στοιχεία, σε αντικατάσταση των γνωστών κιγκλιδωμάτων, στηρίζουν τα ελεύθερα σκαλοπάτια του κεντρικού κλιμακοστασίου με πατήματα από μασίφ μάρμαρο Διονύσου».

 

Στους κυρίως χώρους του ισογείου και στα υπνοδωμάτια, το δρύινο δάπεδο διαδέχεται το λευκό μάρμαρο των χωλ μέσα από τις μαρμαροποδιές των εσωτερικών πορτών. «Η παλιά τζαμωτή πόρτα του χωλ αντικαταστάθηκε με μία αντίστοιχη σύγχρονου σχεδιασμού από μέταλλο. Στον ίδιο χώρο, το σχέδιο της παλιάς γύψινης οροφής αντιγράφηκε επακριβώς και κατασκευάστηκε δια χειρός από δρύινο ξύλο. Σε όλους τους υπόλοιπους χώρους, με σκοπό την αναφορά στις καμπυλωτές ακμές των παλαιών ταβανιών, κατασκευάστηκαν οροφές με παρόμοιες γλυπτικές καμπύλες από ανάγλυφο επίχρισμα γκρι γρανίτη που δίνει την αίσθηση της σμιλεμένης πέτρας. Στα λουτρά αφαιρετικής αισθητικής, το μωσαϊκό με ένθετο λευκό μάρμαρο επίσης θυμίζει τις διαδεδομένες τεχνοτροπίες της εποχής». 

Περισσότερες πληροφορίες για το αρχιτεκτονικό γραφείο θα βρείτε εδώ.
Ζωή Παρασίδη

Η Ζωή Παρασίδη γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1990 στην Αθήνα. Σπούδασε στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και από το 2009 εργάζεται ως δημοσιογράφος.