Το Bus Palladium υπήρξε η πιο άγρια, δημοκρατική και ηλεκτρισμένη πίστα του Παρισιού. Εκεί όπου ο Salvador Dalí εμφανιζόταν με πάνθηρα, ο Serge Gainsbourg τραγουδούσε το «Qui Est “In,” Qui Est “Out”» (ένα κομμάτι που έγραψε ειδικά για το κλαμπ), οι Beatles ανέβαιναν στη σκηνή και ο Mick Jagger γιόρταζε τα γενέθλιά του. Για περισσότερο από μισό αιώνα, το Bus Palladium, στην καρδιά της άλλοτε κακόφημης συνοικίας Pigalle, ήταν ο απόλυτος ναός του παριζιάνικου ροκ εν ρολ.
Μετά από μια θλιβερή τετραετή απουσία (έκλεισε οριστικά το 2022), η εμβληματική κάθετη νέον επιγραφή του άναψε ξανά. Το Bus Palladium επέστρεψε, όχι ως ένα ακόμη βρώμικο ροκ υπόγειο, αλλά ως ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο 35 δωματίων. Το ερώτημα όμως παραμένει, μπορεί η ιστορία του rock ‘n’ roll να συνεχίσει να γράφεται πίσω από μια ρεσεψιόν;
Η περιοχή γύρω από το ένατο διαμέρισμα του Παρισιού κουβαλάει μια βαριά, σκοτεινή ιστορία. Τη δεκαετία του 1930, στους δρόμους του λειτουργούσαν περίπου 200 οίκοι ανοχής κάτω από τη σκιά του οργανωμένου εγκλήματος. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Αμερικανοί στρατιώτες που τριγυρνούσαν εκεί το ονόμασαν υποτιμητικά Pig Alley (το σοκάκι των χοίρων).
Όλα άλλαξαν το 1965, όταν ένας χορευτής της bebop, ο James Arch, άνοιξε το κλαμπ. Ο μόλις 22 ετών, τότε, λάτρης της jazz και του γαλλικού νέου κύματος, είχε κουραστεί να μην μπορεί να επιστρέψει σπίτι μετά τα μεσάνυχτα επειδή δεν υπήρχαν συγκοινωνίες. Έτσι σκέφτηκε κάτι σχεδόν αφελές αλλά ιδιοφυές. Να ανοίξει ένα νυχτερινό κλαμπ που θα συνδεόταν με λεωφορείο το οποίο θα μετέφερε τους νέους από τα εργατικά προάστια, όταν έκλεινε το Μετρό, πίσω στα σπίτια τους τα ξημερώματα. Από εκεί γεννήθηκε και το όνομα Bus Palladium.
Courtesy of James Arch
Ο Arch έκανε μια ακόμα επαναστατική κίνηση για την εποχή, απαγόρευσε το αυστηρό face control. Αυτό το εκρηκτικό μείγμα από πάρτι άνιμαλ των προαστίων και καλλιτέχνες, έδωσε στο κλαμπ μια μοναδική σεξουαλική ένταση και ενέργεια. Το Bus Palladium είχε ήδη δημιουργήσει αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε την απόλυτη δημοκρατία της νύχτας. Δεν υπήρχαν VIP, δεν υπήρχαν κοινωνικές τάξεις, δεν υπήρχαν αυστηρές πόρτες. Στην ίδια πίστα μπορούσαν να χορεύουν εργάτες, φοιτητές, μοντέλα, συγγραφείς, μουσικοί, μποέμ και αστέρες του κινηματογράφου. Αυτό ακριβώς ήταν και το όραμα του ιδρυτή του.
Για δεκαετίες, αν κάποιος ήθελε να γνωρίσει το πραγματικό νυχτερινό Παρίσι, δεν πήγαινε στα πολυτελή σαλόνια της rive droite ούτε στα ακριβά club του Saint-Germain. Κατέληγε στην Pigalle, στο στενό της Rue Pierre Fontaine. Το Bus Palladium έγινε το καταφύγιο των ροκάδων και των μπίτνικ. Ενώ η disco κοινότητα και οι σχεδιαστές μόδας μαζεύονταν στο Le Palace (το γαλλικό Studio 54), το Bus παρέμενε πιστό στην κιθάρα. Ήταν το μοναδικό μέρος όπου ροκ σταρ, αριστοκράτες, φοιτητές και παιδιά των προαστίων κατέληγαν να πίνουν στο ίδιο τραπέζι.
Δεν άργησε να μετατραπεί σε σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη γαλλική ποπ κουλτούρα. Ο Serge Gainsbourg το έκανε τραγούδι με το “Qui Est In, Qui Est Out”. Ο Salvador Dalí λέγεται ότι εμφανίστηκε κάποτε συνοδευόμενος από έναν πάνθηρα. Οι Beatles έδωσαν συναυλία εκεί στα πρώτα χρόνια της καριέρας τους. Ο Mick Jagger γιόρτασε τα γενέθλιά του στους χώρους του. Από τη σκηνή του πέρασαν αργότερα οι Téléphone, οι Les Rita Mitsouko, ο Johnny Hallyday, αλλά και πολύ νεότερες γενιές μουσικών που κράτησαν ζωντανό τον μύθο μέχρι τη δεκαετία του 2010.
Το Bus όμως δεν ήταν διάσημο μόνο για τους σταρ, αλλά και επειδή δεν απευθύνθηκε ποτέ αποκλειστικά σε πλούσιους και διάσημους. Η Pigalle ήταν μια γειτονιά καμπαρέ, πορνείων, μικρών θεάτρων και παρακμιακής γοητείας και το Bus αποτελούσε φυσική προέκταση αυτής της ελευθερίας. Ήταν θορυβώδες, χαοτικό, συχνά βρώμικο και απολύτως ζωντανό. Κανείς δεν θα το χαρακτήριζε πολυτελές. Όλοι όμως το χαρακτήριζαν αυθεντικό.
Το 2022 οι πόρτες έκλεισαν ύστερα από 57 χρόνια λειτουργίας και για πολλούς Παριζιάνους ήταν σαν να έσβηνε ένα κομμάτι της συλλογικής μνήμης της πόλης. Και όμως, το τέλος αποδείχθηκε ένα διάλειμμα, αφού τον Απρίλιο του 2026 άνοιξε ξανά τις πόρτες του.
Dali Suite
Το στοίχημα της μετατροπής αυτού του ιστορικού χώρου σε ξενοδοχείο ανέλαβαν ο ιδιοκτήτης του κτιρίου Christian Casmèze, ο ξενοδόχος Nicolas Saltiel και το διάσημο αρχιτεκτονικό γραφείο Studio KO (γνωστό για το Μουσείο Yves Saint Laurent στο Μαρακές). Η πρόκληση ήταν τεράστια φυσικά, γιατί πώς μετατρέπεις ένα θρυλικό κλαμπ σε πολυτέλεια χωρίς να πετσοκόψεις την ψυχή του;
Οι αρχιτέκτονες εμπνεύστηκαν από μια φωτογραφία της Patti Smith του 1971 στο Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης. Πρόσθεσαν πέντε ορόφους στο αρχικό διώροφο κτίριο και δημιούργησαν ένα αποτέλεσμα που παντρεύει το glamour με τον μπρουταλισμό.
Κάθε δωμάτιο είναι μοναδικό. Διαθέτουν πικάπ με επιλεγμένα βινύλια και custom playlists επιμελημένες από την Caroline de Maigret, το διάσημο μοντέλο και παραγωγό που εκτελεί χρέη καλλιτεχνικής διευθύντριας του ξενοδοχείου. Η Maigret μάλιστα επέλεξε ένα ιδιαίτερο άρωμα χώρου (Parfum d’ambience) με νότες κεχριμπαριού, το οποίο προσπαθεί να κρύψει τις αυθεντικές μυρωδιές ενός after-hours κλαμπ. Τα χυμένα ποτά δηλαδή, τον ιδρώτα, τα βαριά ακριβά γαλλικά αρώματα και την έντονη μυρωδιά των καθαριστικών της επόμενης ημέρας.
Η διακόσμηση είναι γεμάτη εστέτ αναφορές, με κεφαλάρια κρεβατιών από φελλό (εμπνευσμένα από το διαμέρισμα του Francis Ford Coppola στη Νέα Υόρκη), αλλά και καναπέδες επενδυμένους με πορτοκαλί βελούδο, που θυμίζουν τρένα της κομμουνιστικής Τσεχοσλοβακίας.
Το νέο Bus Palladium θέλει να ξεχωρίσει και με τη γαστρονομία τους, αφού οι ιδιοκτήτες κατάφεραν να αποσπάσουν από τη Μασσαλία τον Valentin Raffali, έναν από τους πιο ταλαντούχους και ανερχόμενους σεφ της Γαλλίας σήμερα. Το εστιατόριο είναι ήδη το νέο hot-spot της πόλης, γεμάτο με την ελίτ της γαλλικής μόδας και της τέχνης.
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα απόφαση είναι ότι το νέο Bus Palladium δεν θα είναι μόνο ένα ξενοδοχείο. Το club συνεχίζει να λειτουργεί (μάλιστα πριν λίγες μέρες ήταν εκεί η Madonna με την Charli XCX), οι συναυλίες επιστρέφουν, προγραμματίζονται προβολές, performances, καμπαρέ και βραδιές ηλεκτρονικής μουσικής, με στόχο να παραμείνει χώρος πολιτισμού και όχι απλώς τουριστικό αξιοθέατο. Επικεφαλής του νέου club βρίσκεται ο Lionel Bensemoun, μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της παριζιάνικης νυχτερινής ζωής, ο οποίος δηλώνει ότι θέλει να διατηρήσει την πολυσυλλεκτικότητα που χαρακτήριζε το αυθεντικό Bus.
Οι αρχιτέκτονες απέφυγαν να αναπαράγουν πιστά το παρελθόν, αντίθετα επέλεξαν να το υπαινιχθούν. Διατήρησαν τις δύο ξεχωριστές εισόδους (μία για το club και μία για το ξενοδοχείο) ενώ το υπόγειο διατήρησε σχεδόν την ίδια διάταξη της ιστορικής πίστας. Πάνω από αυτήν εξακολουθεί να αιωρείται μια τεράστια ντισκομπάλα, ενώ πολλές μικρές λεπτομέρειες, από διακόπτες που θυμίζουν ενισχυτές κιθάρας μέχρι πόμολα εμπνευσμένα από μικρόφωνα, λειτουργούν σαν κρυφές αναφορές στους μουσικόφιλους επισκέπτες.
Πολύ όμορφα όλα αυτά, αλλά ας μη γελιόμαστε, μπορεί ένα luxury ξενοδοχείο να διατηρήσει την αλχημεία των σωμάτων, του θορύβου και της αυθόρμητης κοινότητας που χρειάστηκε δεκαετίες για να χτιστεί; Δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δωμάτια που κοστίζουν 500 ευρώ το βράδυ, αλλά ίσως στο κλαμπ συγκεκριμένα να είναι διαφορετικές οι συνθήκες. Ο χρόνος θα το δείξει. Όπως και να ‘χει, η επιστροφή του Bus Palladium αποδεικνύει ότι το Παρίσι θέλει, έστω και με μια δόση πολυτέλειας, να διατηρήσει το ροκ εν ρολ πνεύμα του.