Στο 78Ν, Θεσσαλονίκη, ξημερώματα

«Aκόμα και το λεωφορείο να μας πατήσει/ ο θάνατος δίπλα σου θα ‘ναι παραδεισένιος» λέει ο συγκινητικότερος ίσως ερωτικός στίχος όλων των εποχών, δια χειρός Morrissey. Tι γίνεται όμως αν κινδυνεύεις να πατηθείς μέσα στο ίδιο το λεωφορείο;

Σάββατο βράδυ στη Θεσσαλονίκη, ακούς τα ντεσιμπέλ από τα κλαμπ της Βαλαωρίτου να μπερδεύονται δημιουργώντας κάτι σαν βόμβο. Σε άλλες φάσεις της εβδομάδας, τα αγόρια  μοιάζουν υπερβολικά απορροφημένα στα videogames και τα κινητά τους για να προσέξουν τα κορίτσια όταν αυτά αλλάζουν συνολάκια και χτένισμα μπας και τους τραβήξουν την προσοχή. Tώρα όμως όχι. Τώρα θέλουν να ενωθούν. Με τα δέκα ευρώ που έχουν στην τσέπη, θέλουν να ενωθούν.

Είναι ευκολότερο από αλλού. Γιατί ακόμα κι αν η βραδιά δε φέρει την απαραίτητη δόση αλατοπίπερου και περιπέτειας, υπάρχει πάντα η εμπειρία του 78Ν, του πιο θρυλικού νυχτερινού λεωφορείου της Ελλάδας. Από τις 22.30 μέχρι τις 05.30 και ιδίως στο διάστημα μεταξύ 02.00 και 04.00, το 78Ν («Ν» από το «Νυχτερινό») είναι το ιδανικό μπαράκι για να μιλήσεις, να φλερτάρεις, να ακουμπήσεις τους άλλους με κάθε σημείο του σώματός σου, να σταθείς σε διαγώνια στάση, να νιώσεις ό,τι περίπου και σε μια μεγάλη ροκ συναυλία αλλά με το μπρος-πίσω ενός λεωφορείου που τρέχει στην Εγνατία – κάποιες φορές και με ανοιχτές πόρτες. Φυσικά, νυχτερινά λεωφορεία πηγαινοέρχονται κι αλλού. Στην Αθήνα όμως το εύρος των περιοχών όπου μπορεί κανείς να διασκεδάσει είναι μεγαλύτερο και υπάρχει επίσης το Μετρό, ενώ σε μικρότερες πόλεις, από Πάτρα και μετά δηλαδή, ο πληθυσμός πέφτει σημαντικά. Το 78Ν λοιπόν, είναι το κατάλληλο λεωφορείο στην κατάλληλη πόλη.

Το παίρνουν φοιτητές κυρίως, το πήρες κι εσύ: Λίγο μετά τις τρεις, το περιμένεις στη στάση της Βαλαωρίτου, μαζί με άλλους πέντε. Κάνει περίπου 20 λεπτά να έρθει, oπότε οι πέντε γίνονται 25. Μπαίνεις και είναι σχεδόν γεμάτο. Λίγο μετά, στην Αριστοτέλους, συντελείται το μεγάλο «ντου» και γεμίζει εντελώς. Λες εντάξει, αυτό ήταν, δεν έχεις υπολογίσει όμως ότι λίγο παρακάτω βρίσκεται η στάση Καμάρα, το κεντρικότερο ίσως σημείο της πόλης. Εδώ πια σταματάει το στρίμωγμα και ξεκινάει η εμπειρία. «Άστο Γιάννη, θα πάρουμε ταξί» λέει ένας 18άρης απ’ έξω, αλλά ο Γιάννης που δεν του ‘χει μείνει φράγκο στην τσέπη, ρίχνει ένα χαμογελαστό σπρώξιμο κι εκεί που νόμιζες πως δεν θα χωρούσε με τίποτα, μπαίνει αξιοπρεπής. Μια κοπελίτσα θέλει να κατέβει πριν την ώρα της. Δεν μπορεί άλλο, κλαίει και γελάει ταυτόχρονα. Μιας άλλης της πέφτει το κινητό και πρέπει να σκύψει να το βρει, κάποια κορίτσια το ρίχνουν δήθεν κατά λάθος, ή τους το ρίχνουν οι φίλες τους. Ένας λίγο μεγαλύτερος, γύρω στα 30, το ζει από μια απόσταση το πράγμα μεν, το διασκεδάζει δε, την ώρα που ο οδηγός φωνάζει «πιο σιγά», μην ξεφύγει η φάση. Όταν ο Αγγελάκας έγραφε τον «Στριμωγμένο», αυτό το σχετικά άγνωστο κομμάτι από το ντεμπούτο των Τρυπών, μάλλον είχε άλλες σαλονικιώτικες εμπειρίες στο μυαλό του, αλλά εδώ μέσα ταυτίζεσαι μαζί του μια χαρά…

Όσο μαζοχιστικά ωραία κι αν είναι η εμπειρία, τα παιδιά που βλέπουν πάνω σου το χαμόγελο του παρατηρητή και που παίρνουν το 78Ν κάθε Σάββατο βράδυ ανελλιπώς, έχουν πιο ακραία περιστατικά να σου διηγηθούν. Ένα 20χρονο καστανόξανθο κοριτσάκι με μπλε μάτια που ο Θεός το έφερε να στριμωχτείτε μαζί, σου λέει πως «μια φορά ήταν ένας τύπος που ξερνοβολούσε από το ανοιχτό παράθυρο την ώρα που έτρεχε το λεωφορείο! Πολύ συχνά, πετυχαίνουμε μια ηλικιωμένη κυρία, άσχημη, πολύ κακιά, που άμα την πλησιάσουμε λίγο μας διώχνει με τη μαγκούρα – το τι ακριβώς γυρεύει μετά τα μεσάνυχτα σε ένα λεωφορείο γεμάτο παιδιά, δε μας το ‘χει πει. Αλλά συμβαίνουν και άλλα ωραία. Τι να σου πω τώρα… Κάποτε ένας μεθυσμένος οπαδός του Άρη, μου την έπεσε τόσο άκομψα που του έριξα κλωτσιά – φαντάζεσαι που». Ναι, κάποιοι από αυτούς που μπαίνουν έχουν όντως μεθύσει, οι περισσότεροι όμως μάλλον το παίζουν, για να κερδίσουν την ελευθερία συμπεριφοράς που δικαιούται ο μεθυσμένος. Τα αγόρια επιδεικνύουν το χιούμορ τους φωνάζοντας διάφορες καφρίλες και τα κορίτσια κλαίνε από τα γέλια, με προσοχή όμως, μην ξεβαφτούν.

Σε κάθε επόμενη στάση λες εντάξει, όλο και κάποιος θα κατέβει. Όμως όχι, δε μένουν εδώ τα παιδιά, μένουν πιο πάνω, κατεβαίνουνε δέκα και μπαίνουνε δώδεκα. Κι ύστερα συνειδητοποιείς το εξής: Εισιτήριο δεν βγάζει κανένας. Αλλά και πώς θα μπει ο ελεγκτής, πώς θα περάσει; «Μια καθημερινή που δεν είχε τόσο κόσμο, είχε 100 άτομα ας πούμε» θυμάται ένας τύπος δίπλα σου «μπήκε ένας ελεγκτής και στην επόμενη στάση οι 80 είχαν κατέβει ομαδικώς, ατάραχοι, σα να είχαν φτάσει στον προορισμό τους». Οι άνθρωποι του Ο.Α.Σ.Θ. βλάκες δεν είναι. Τα ξέρουν αυτά, τα βλέπουν, αλλά κάνουν τα στραβά μάτια. Μπορείς να πεις πως βρίσκονται σε μια σιωπηλή συμφωνία με τα πιτσιρίκια, δείχνοντας για λίγες ώρες ανοχή στη μικρή τους παρατυπία, κάτι που σε άλλες χώρες θα ήταν ανήκουστο. Είναι και λίγο το μεγαλείο της Ελλάδας όλο αυτό, αυτός ο συνδυασμός ανοργανωσιάς και φιλότιμου, αν τον δεις από μιαν απόσταση… Και φιλοσοφικά μιλώντας, η ταλαιπωρία που περνάς επιβιβαζόμενος στο 78Ν σε ώρα αιχμής είναι λίγο σαν την ταλαιπωρία της ζωής: αντιμετωπίζεται ευκολότερα αν την πάρεις στην πλάκα.

Πλάκα στην πλάκα όμως, μετά από κάμποσες στάσεις το λεωφορείο φεύγει πια προς Φοίνικα. Αν δεν έχεις δουλειά εκεί, καλύτερα κατέβα νωρίτερα. Μπορεί το χαλασμένο κέφι σου να έφτιαξε, αλλά κάτι τέτοιες ώρες τα ΜΠΑΟΚια συνήθως έχουν νεύρα…

Βύρων Κριτζάς

Share
Published by
Βύρων Κριτζάς