Categories: ΠΟΛΗ

ΜεταΡομαντσάδα

Το Shoegazing City είναι μία στήλη-αστικό ημερολόγιο δύο ανθρώπων που προσπαθούν να συναντηθούν. Μία αρχιτέκτονας κι ένας ποιητής, η Sublolita και ο Latenighter, δίνουν ένα ραντεβού σ’ ένα σημείο της πόλης, καταγράφουν τη διαδρομή τους από διαφορετικές αφετηρίες, κι όταν φτάνουν στο σημείο, παρατηρούν, ρωτούν, κουτσομπολεύουν και αναρωτιούνται για το καθετί. This is a story of Latenighter meets Sublolita. Αυτή είναι η διαδρομή, παράλληλη και εφαπτόμενη, δύο ανθρώπων που έμαθαν να κοιτάζουν κάτω ― ή, μάλλον, προς τα κάτω, εκεί, στη λεπτομέρεια. Πατήστε το play παρακάτω και ξεκινήστε το ταξίδι.

Shoegazing_City #2 ― Romanzo by Shoegazing_City on Mixcloud

ΜεταΡομαντσάδα [μια βόλτα στο «Ρομάντσο» της Αναξαγόρα 3-5]

― Πού είχαμε μείνει;

― Εγώ είχα μείνει στο σπίτι μου.

― Φτου και βγαίνω.

― Βγήκα.

Η διαδρομή από το κτίριο της οδού Κολοκοτρώνη 57-59 ώς το κτίριο της οδού Αναξαγόρα 3-5, στην Ομόνοια. Κολοκοτρώνη-Νικίου-Βύσσης-Αθηνάς-Ομόνοια-Πειραιώς-Γερανίου-Αναξαγόρα: η διαδρομή of the story Latenighter meets Sublolita. Τα πόδια που πηγαινοέρχονται νύχτα-μέρα, τα κεφάλια που δεν σηκώνονται, τα σώματα που κολλάνε το ένα πάνω στ’ άλλο. Εσύ κι εγώ.

― Πού θα συναντηθούμε;

― Μαζί δεν είμαστε;

― Τι είναι «μαζί»;

Η πόλη αυτή συνεχώς αναρωτιέται για τους συνδέσμους της (για τους δεσμούς, ούτε λόγος). Τα μεταξύ μας, τα μεταξύ σας, τα μεταξύ τους. Ένα αναστατωμένο πηγαινέλα μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας· ένα διαφανές δόσιμο σε κάτι που συγχέει το μυαλό με τα δάχτυλα ― ποιοι είμαστε, με ποιους;

― Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας.

― Δες τα φώτα όπως έρχεσαι.

― Έχει κρύο.

Η Αθήνα· για δες· ένα ταριχευμένο «ναι», που όλοι αρνούνται να το παραδεχτούν ως φασκιωμένο «όχι»· οι ανώδυνες καταφάσεις έχουν γίνει οδυνηρές αρνήσεις· σ’ αυτήν την πόλη, χάνεται ο κόσμος στα στενά και στις λεωφόρους όλοι ζητιανεύουν ένα βλέμμα.

― Θα με δεις όταν φτάσεις.

― Τι ωραίο όνομα το «Ρομάντσο».

― Να τι είναι το «μαζί».

― …

Στην Αθήνα, βλέπεις μόνον όταν φτάνεις. Στο μεταξύ, απλώς περπατάς. Ανοησίες! Στην Αθήνα κάνεις ό,τι θέλεις ― αρκεί να έχεις πόδια και στομάχι. Έχεις;

― Έχω.

― Φτάνω.

― Σε βλέπω.

Την είδε.

Το μεγάλο κτίριο της οδού Αναξαγόρα 5 αποτελεί σημείο αναφοράς και μνήμης τόσο για την πόλη όσο και για τον ελληνικό Τύπο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας και σταδιακής κατασκευής του, το κτίριο στέγαζε τυπογραφικές και εκτυπωτικές εργασίες, ξεκινώντας από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 ως έδρα των τυπογραφείων της εταιρείας «Ο Τύπος» του Γιάννη Πετσόπουλου, ως την αγορά του από τον Νίκο Θεοφανίδη στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

― Τότε δεν ήταν που ο Θεοφανίδης επέκτεινε το κτίριο σε ύψος και εγκατέστησε εκεί ταχυπιεστήρια, όπου τύπωνε τα τρία δικά του περιοδικά ―«Ρομάντσο», «Πάνθεον», «Βεντέτα»― καθώς και τη «Ραδιοτηλεόραση» και τις εφημερίδες «Ελεύθερος Τύπος» και «Ριζοσπάστης»;

― Αμέ.

Το «Ρομάντσο» ιδρύθηκε το 1934 από τον Θεοφανίδη, αρχικά ως περιοδικό μικρού σχήματος με αναγνώσματα και σταδιακά μετατράπηκε σε μεγάλου σχήματος και ποικίλης ύλης, για να φτάσει τα 300.000 αντίτυπα εβδομαδιαίως το 1960, ένα ρεκόρ που δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Τα τελευταία είκοσι χρόνια, το κτίριο είχε πέσει σε αχρηστία, χαμένο ανάμεσα σε σκουπίδια, καταστήματα με παιχνίδια, δημόσιες υπηρεσίες και πακιστανικά εστιατόρια και μίνι μάρκετ.

― Ένα άδειο κέλυφος σε έναν μόνιμα υποφωτισμένο και βρόμικο δρόμο.

― Τι ωραία γλώσσα.

Μοναδική ένδειξη της παλιάς ταυτότητάς του, οι τρεις χρωματιστές πινακίδες της πρόσοψης, μισοκατεστραμμένες κι αυτές, έμεναν να θυμίζουν στους όποιους περαστικούς τις ιστορίες του σημαντικότερου ποπ περιοδικού της Ελλάδας.

― «Δώστε μου ένα Ρομάντσο» στο περίπτερο σήμαινε γενικά «δώστε μου ένα περιοδικό».

― Θέλεις ένα γλειφιτζούρι;

― Αυτό σημαίνει πάντοτε το ίδιο.

«Για πολύ καιρό πέρναγα από το δρόμο αυτόν πηγαίνοντας προς το Bios και χάζευα το σκοτεινό και παρατημένο κτίριο, χωρίς αρχικά να έχω συνειδητοποιήσει τον παλιό του χαρακτήρα», μας λέει ο Βασίλης Χαραλαμπίδης, επικεφαλής της ομάδας του Bios που είχε και την πρωτοβουλία ανασκευής του κτιρίου. «Από ’κεί και μετά, και συναισθηματικά λόγω της δουλειάς και των ενδιαφερόντων μου (σσ. είμαι γραφίστας), το κτίριο φάνταζε εμβληματικό στα μάτια μου». Συνειδητοποιώντας λοιπόν την αξία του κτιρίου ως τοπόσημου, οι επιγραφές της πρόσοψης επισκευάζονται και διατηρούνται από τους ανθρώπους του Bios και οι νέες δραστηριότητες και εκδηλώσεις αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα τόσο του χώρου όσο και των λειτουργιών που για χρόνια εξυπηρετούσε.

― Θέλεις ένα γλειφιτζούρι;

― Μην επιμένεις.

― Επιμένω.

― Δώσ’ μου.

Ταυτόχρονα η λειτουργία ενός τέτοιου χώρου στην οδό Αναξαγόρα, έναν από τους πιο υποβαθμισμένους δρόμους του κέντρου τα τελευταία χρόνια, δημιουργεί ελπίδα ότι η ευρύτερη περιοχή της Γερανίου μπορεί να «αποδοθεί» και πάλι στην πόλη και τους κατοίκους της.

«Κλείνοντας 10 χρόνια λειτουργίας του Bios, θέλαμε να δώσουμε ένα νέο στίγμα να γίνει κάτι πιο σημαντικό και για μας τους ίδιους, και ταυτόχρονα να επηρεάσει τη ροπή του κέντρου μεταβάλλοντας το ακατοίκητο και το μη προσπελάσιμο των τελευταίων χρόνων. Βλέποντας και τη μελέτη της περιοχής από τη Sarcha για το ΥΠΕΚΑ, έγινε η σύνδεση με το κτίριο και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε την ιδέα», αναφέρει ο Β. Χαραλαμπίδης.

Ποια είναι η λοιπόν η εμπειρία του χώρου και της περιοχής το πρώτο διάστημα λειτουργίας του νέου Ρομάντσου; «Έχουμε ήδη επηρεάσει θετικά τη γειτονιά», λέει ο Β. Χαραλαμπίδης. «Οι γείτονες μας αγάπησαν εξαρχής. Αρχικά, απομακρύνθηκαν τα σκουπίδια και τα φώτα ξανάναψαν μετά από καιρό, και αυτό έκανε αυτούς που κατοικούν και εργάζονται τριγύρω να αλλάξουν αντιμετώπιση για την ίδια τους τη γειτονιά. Στο κτίριο πλέον κινείται κόσμος όλη την ημέρα. Υπάρχει μια ανοιχτότητα και στο περιεχόμενό του, και αυτό έχει κάνει και τους κατοίκους να έρχονται και οι ίδιοι στις εκδηλώσεις που κάνουμε, να ρωτάνε, να ενδιαφέρονται. Ταυτόχρονα, και χωροταξικά, το σημείο δεν είναι τόσο απομονωμένο όσο, π.χ., η πλατεία Θεάτρου ― είναι πίσω από το Δημαρχείο, έχει οπτική επαφή με την Πειραιώς και ισομοιρασμένες αποστάσεις με τις κεντρικές οδικές αρτηρίες».

― Θέλω να βγούμε στο μπαλκόνι.

― Χτυπάει το τηλέφωνο.

― Σε περιμένω έξω.

― Μείνε μέσα.

Αντίστοιχη εμπειρία μας μεταφέρουν και οι τρεις αρχιτεκτόνισσες του Mark Office (Κατερίνα, Μίνα, Αργυρώ): «Μας αρέσει η γειτονιά, κάθε μέρα ανακαλύπτουμε και κάτι καινούργιο εδώ γύρω. Οι γείτονες είναι πάντα χαμογελαστοί, μας χαιρετάνε, μας μιλάνε, υπάρχει μια άτυπη αλληλεγγύη. Αν συμβεί κάτι κακό, μας ενημερώνουν».

Ιδιαίτερα ικανοποιημένη από την παρουσία τους στο Ρομάντσο δηλώνει και η ομάδα φωτογράφων του Room 404 που κάνουν ένα διάλειμμα από τη δουλειά τους για να συμμετέχουν στο πρόγραμμα Yoga που λαμβάνει χώρα στον πρώτο όροφο.

Και οι δύο ομάδες, μεταξύ άλλων, φιλοξενούνται στη «Θερμοκοιτίδα» του Ρομάντσου, στον 2ο, 3ο και 4ο όροφο του κτιρίου, όπου διατίθενται σε μονάδες ή ομάδες νέων επαγγελματιών του ευρύτερου δημιουργικού χώρου, με συμβολικό κόστος.

― Θα φύγουμε;

― Πρέπει να φύγω.

― Προς τα πού θα πας;

― Στο σπίτι. Να πάρω ταξί;

― Να βάλεις τάξη.

― Ευκολάκι.

― Θέλεις ένα γλειφιτζούρι;

Αγγελική Ζερβού / Δημήτρης Αθηνάκης

Share
Published by
Αγγελική Ζερβού / Δημήτρης Αθηνάκης