Categories: ΠΟΛΗ

Ο Κώστας Λειβαδάς «Πλατεία Μαβίλη 4 Παρά…» Εδώ και 20 Χρόνια

Δεν μπορώ να θυμηθώ αληθινά τι είναι αυτό που με έκανε αρχικά να «κολλήσω» με την πλατεία Μαβίλη, μιας και από τη μία είμαι παιδί της Πατησίων ενώ από την άλλη η μόνιμη κατοικία μου βρίσκεται στην Παλιά Πεντέλη τα τελευταία 20 χρόνια.

Να ήταν κάποιες διηγήσεις της μητέρας μου για τα μυθικά rock & roll πάρτι της παρέας της την δεκαετία του 50; ΓΙα την οδό Δορυλαίου, το «Γαϊτανάκι» με τα θαυμάσια γλυκά και τα τραπεζάκια του; Ή τον «Μικέ» που κρατάει την πιο γλυκιά γωνιά της πλατείας μέχρι σήμερα με την ίδια αίγλη; Μήπως πάλι οι μετά-πανκ και new wave παρέες του αδερφού μου για τον Λώρα και τη σημασία του; Δεν παίρνω όρκο…

Όπως και να ‘χει από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 οι νύχτες μου βρήκαν σταθερά το φως τους, τις περισσότερες μέρες της βδομάδας, στην πλατεία Μαβίλη. Διαφορετικά αυτοκίνητα, διαφορετικά ντυσίματα, διαφορετικά κορίτσια – κι ανάμεσα σ’ αυτά ένα τουλάχιστον πολύ μοιραίο- όμως η πλατεία εκεί για μένα, σταθερή κάτω απ’ τον ιερό βράχο του Λυκαβηττού, να μαζεύει τους κραδασμούς των Αμπελοκήπων και της Βασιλίσσης Σοφίας. Και της Αμερικανικής πρεσβείας, φυσικά, με ό,τι πολυσύνθετο κι ακανθώδες αυτό συνεπάγεται. Όμως αυτές είναι κουβέντες άλλης ώρας.

Δύο λοιπόν τα στέκια για μένα και τους φίλους μου βασικά και καθοριστικά: O Λώρας και το Μπρίκι. Άλλοτε σε συνδυασμό, πολλές φορές -πάνω από τέσσερις φορές τη βραδιά- από το ένα στο άλλο κι άλλοτε ξεχωριστά κι αγαπημένα. Αν και όλο και κάποια αναγνωριστική θα πεταγόσουν να κάνεις, απέναντι και διαγώνια όσο το αλκοόλ κι η συνοδός σου το επέτρεπαν… Από το ένα στο άλλο ξαναλέω…

φωτό: Γεράσιμος Δομένικος/ FOS PHOTOS

Το Μπρίκι

Εμφανίστηκε σαν λαχταριστό πολύχρωμο δώρο στην πλατεία, το ’98 αν δεν κάνω λάθος, κι ανανέωσε τη μυθολογία της, δημιουργώντας την δική του. Εγώ απ΄όσο θυμάμαι, άρχισα να πηγαίνω το 2001, δηλαδή ταυτόχρονα με τον θρυλικό πια μπάρμαν τον Θοδωρή, ο οποίος γνώρισε την σύζηγό του και μητέρα της πανέμορφης κόρης τους μέσα εκεί, στο μπαρ, ένα βροχερό βράδυ που η ίδια διασκέδαζε με τις φίλες της. ΣΧΕΣΕΙΣ που κρατάνε κι εξελίσσονται μέσα στο χρόνο: Να το μυστικό για ένα διαχρονικό στέκι. Μαζί με τον σεβασμό στον πελάτη-φίλο. Και την εχεμύθεια φυσικά…

Η Στέλλα κι ο Γιάννης νομίζω πως προϋπήρχαν εκεί, όπως και η ανεπανάληπτη Φιλιώ με τα κλασσικά κοκάλινα γυαλιά της και φυσικά η τριπλέτα των συνεταίρων – δημιουργών, Σμαράγδα-Αλέκος-Άγγελος που οραματίστηκε ένα στέκι με ταυτότητα που έμελλε να αλλάξει την ροή της πλατείας. Η Σμαράγδα κρατάει μέχρι και σήμερα ψυχή τε και σώματι το κλειδί της πόρτας του και το νήμα αυτής της συνέχειας, στο ίδιο πάντα υψηλό επίπεδο.

Με διαφορετικούς DJs (μουσικούς παραγωγούς) κάθε μέρα και διαφορετική λοιπόν ατμόσφαιρα και διάθεση, το Μπρίκι μας χάρισε απλόχερα όλα αυτά τα χρόνια μυθικά αποκριάτικα και χριστουγεννιάτικα πάρτι, με χορούς που επεκτείνονταν στο μαγαζί απ’ το πουθενά απλά μ’ ένα τραγούδι-σπίθα. Με νέα πρόσωπα στο προσωπικό κάθε τόσο, η Κική με τις θανατηφόρες ατάκες της, η Κωνσταντίνα, η Μαρία βέβαια (φορούσε ένα μενταγιόν που είχε φτιάξει η Κική με το πρόσωπο της Μαρίας, φωτογραφία για χρόνια), ο Αντρέας, η Νίκη, ο μεγάλος Γιάννης Λιζαρδάκης…

Μπορώ να θυμηθώ πολλές φορές που το συγκεντρωμένο πλήθος (τις εποχές των παχέων αγελάδων) που περίμενε να μπει, έκλεινε την κυκλοφορία στο δρόμο, μέχρι πολλοί να το πάρουν απόφαση πως θα πίνουν τα ποτά τους έξω όλη νύχτα όρθιοι. Απολαμβάνοντας τελικά την αύρα της πλατείας και των απρόβλεπτών της… Έτσι… Μέχρι σήμερα, αυτή η αίσθηση οικογένειας από τη μία κι από την άλλη αυτή της περιπέτειας και των συγκινήσεων που υπόσχεται η νύχτα βουτώντας στο άγνωστο, υπάρχει διαρκώς στο Μπρίκι (και μάλιστα εξελίσσεται).

Πολλές φορές κάθομαι με τη Σμαράγδα και τον Θοδωρή έξω απ’ το μαγαζί για να μιλήσουμε με τη Θεοδώρα, την ανεπανάληπτη αγία και άστεγη-επί 25 χρόνια- της περιοχής, αυτό το ιερό ξωτικό της πλατείας και να πάρουμε την ευχή της και κάτι απ’ τη δύναμή της. Όπως και στο Φαγκότο, το πιο παλιό τζαζ κλαμπ – still open – στο παλιό λιμάνι στα Χανιά, το μέρος που μεγάλωσα καλλιτεχνικά και όχι μόνο, υπάρχει αυτή η καθημερινή αίσθηση ότι δεν γίνεται σε αυτή τη ζωή όλα να αφορούν το κέρδος και τα χρήματα, αλλά υπάρχει και η χώρα των θαυμάτων που η ψυχή καθαρίζεται και αναπνέει. Και φυσικά αυτό έχει να κάνει με αυτούς τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Είτε ήταν ο Πέτρος στα Χανιά, ο Πέτρος στις Σέρρες (στο Άττικα), είτε οι φίλοι μου στη Μαβίλη, από το Μπρίκι το οποίο είμαι σίγουρος πως ξεκινάει μια καινούρια δεκαετία μηδενίζοντας το κοντέρ. Σαν τις μεγάλες αγάπες. Αιώνιες…

Το ανθοπωλείο Καράφτη, από τις ατραξιόν της πλατείας Μαβιλη (φωτό: Γιάννης Δρακουλίδης/ FOS PHOTOS)

Το Μπρίκι, λοιπόν, έδωσε στέγη και βήμα στη διασκέδαση, μιας καινούργιας εναλλακτικής κοινότητας στην καρδιά της Αθήνας, που διψούσε για ένα «πολύ δικό της» μέρος, που όμως δεν έπαιξε από τη μια, ούτε με τις αυστηρές επιταγές του ροκ μπαρ και του «περιθωριακού» πολλές φορές αρώματός του και από την άλλη (κυρίως εκεί ήταν που το αγάπησα σταθερά) ούτε με την ελίτ γκλαμουριά της εποχής και την λαϊκοπόπ ευδαιμονία της. (Δεν την συνερίστηκε ούτε καν στο πανηγυρικό αποκορύφωμα των Ολυμπιακών του 2004). Έτσι δημιούργησε μια πολύ «δική του» και ξεχωριστή αγκαλιά για πολύ νέους ανθρώπους, για καθημερινούς ήρωες και για απαιτητικούς πότες. Κάτι που πολλές φορές το αισθάνθηκα σαν ένα νέο είδος κλασσικού απ’ τις πρώτες του μέρες. Πριν ταξιδέψει στο χρόνο. Επιπλέον, έχω στο μυαλό μου πολλές φορές όταν αναλογίζομαι τα παλιά, πως το Μπρίκι κράτησε κάτι πολύ έντονο από τον παλιό Λώρα, που είναι βέβαια η πολυσυλλεκτικότητα χαρακτήρων και «μορφών» της πλατείας και της πόλης, με μια μεγάλη -τουλάχιστον για μένα- διαφορά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το Μπρίκι λειτουργεί από το πρωί και ως καφέ κι αυτό συνέβαινε από την αρχή με μεγάλη μερίδα από τους λάτρεις και θαμώνες του -μεταξύ των οποίων πολλοί εργαζόμενοι της περιοχής- να το προτιμούν ακριβώς τις πρωινές και απογευματινές ώρες… Γεγονός που το διαφοροποιούσε απ’ το Λώρα τουλάχιστον πριν 6-7 χρόνια…Υπήρχε και μια ζωή ημέρας, ή ένα μεσημεριανό διάλειμμα που μπορούσε να περάσει κάποιος εκεί και μάλιστα στο εξώφυλλο του τρίτου μου προσωπικού cd η άλμπουμ, όπως θέλετε, το αποτυπώνω κι εγώ αυτό καθαρά στο προσωπικό μου ημερολόγιο. Στο cd λοιπόν «τι χρονιά κι αυτή», υπάρχει στην τελευταία σελίδα, το αγαπημένο που τραπέζι έξω, (μεσημέρι, τότε που είχε ακόμα τραπέζια) με τον μετρονόμο μου, που έτσι κι αλλιώς μετρούσε (το χρόνο μου) και την ανάγκη μου για καθαρό χρόνο στη Μαβίλη και το φλιτζάνι μου. Έτσι γεννήθηκε μια σειρά φωτογραφιών απ’ τον Νίκο Οικονομόπουλο, στην πόρτα του μαγαζιού, στο τζάμι (και βέβαια). Φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν για πολλά χρόνια σε περιοδικά και δελτία τύπου. Στο εξώφυλλο βέβαια, υπάρχω εγώ, νύχτα στη Μαβίλη, στην γωνία ερχόμενος από Βασιλίσσης Σοφίας, την ώρα που περνάει το λεωφορείο… Την χρονιά του πανηγυριού των Ολυμπιακών αγώνων και της κορύφωσης της τραγωδίας του Ιράκ, συγκεντρώνοντας μια συλλογή τραγουδιών που μιλούσε – και καλούσε – για ένα μέσα ταξίδι και την μέσα μας μετακόμιση, μου φάνηκε το πιο αβίαστο και αληθινό πράγμα του κόσμου, η Μαβίλη να αποτελεί το φυσικό ντεκόρ του δίσκου. Καθόλου τυχαία και άκρως συμβολικά για την ζωή μου και ολόκληρη εκείνη την περίοδο που ακόμα εξελίσσεται κα λάμπει μέσα μου. Σαν να μην πέρασε μια μέρα λοιπόν, και στα επόμενα 20 χρόνια!

στη θρυλική καντίνα του Μπάμπη

Λώρας

“I’ ll be home for Christmas, you can plan on me”, αυτοί οι δύο πρώτοι στίχοι του αθάνατου αμερικάνικου τραγουδιού, γυρίζουν στο μυαλό μου έτσι όπως στέκομαι έξω απ’ το μπαρ «Λώρας» απόψε, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2015. Home, σπίτι την ημέρα των Χριστουγέννων, κοιτάζω μέσα, ακριβώς έξω απ’ τη βιτρίνα του και βλέπω ανθρώπους διαφορετικούς, να πίνουν τα ποτά τους ήσυχα και να διασκεδάζουν ακούγοντας ροκ και σόουλ μουσική (τελείωνε το “Soul Man” κι έμπαινε ο Clapton), τα μάτια μου όμως βλέπουν δυο εικόνες παράλληλα, ή μάλλον τη μια μετά την άλλη. Βρίσκομαι ταυτόχρονα και στον παλιό Λώρα, βράδυ Σαββάτου των γιορτών και μου φαίνεται πως βλέπω τον Ναύαρχο*, στην κλασσική του θέση τέρμα δεξιά στη μπάρα όπως κοιτάμε απ’ έξω πάλι, να στέκεται το ίδιο αγέρωχος και αταλάντευτος πίνοντας το μπράντι του. Δίπλα του λαμπερός και οδηγός της νύχτας, ο κύριος Νίκος Λώρας, ο μεγάλος τιμονιέρης.

Τον πειράζει για ένα περιστατικό που είχε συμβεί το προηγούμενο Σάββατο και ταυτόχρονα παρακολουθεί όλους τους παλιούς του πελάτες που αποτελούν και απόψε τη σύνθεση της μπάρας. Ο κύριος Αλέξανδρος ο δικηγόρος, ο Τάκης, ο κύριος Γιώργος ο θεατρικός συγγραφέας, πάντα σε χαμηλό ποτήρι, τίγκα στον πάγο, όλα σερβιρισμένα με τις χαρακτηριστικές χοντρές χαρτοπετσέτες στη βάση τους, διαφορετικό χρώμα η κάθε μια, διακριτικό γνώρισμα για να θυμάται ο καθένας το ποτό του. Και βέβαια το τέλειο απορροφητικό για τα νερά των πάγων που λιώνουν. Χαρτοπετσέτες…

– Μισό του μισού, άρχισε να παραγγέλνει ο Ποντικάκης (ο Ποντίφικας κατά τον Λώρα, χαριτωμένα) αλλά παλαιά.
– Μάλιστα κύριε Ποντικάκη, ορίστε στον αγαπημένο μας Γιάννη, αποκρίθηκε ο κύριος Λώρας, μισό στον πληθυντικό, μισό στον ενικό όπως συνήθιζε -μπροστά στον πολύ κόσμο- να απευθύνεται στους παλιούς του φίλους και πελάτες.

Κάποτε που ο κύριος Γιώργος αφού έσπευσε να διορθώσει την παραγγελία «μισό του μισού» σε «3 δάχτυλα» με το που είδε το ποτό του, ο Λώρας με το ιδιοφυές χιούμορ του έλαμψε-βεβαίως για τον κύριο Γιώργο μας, ό,τι θέλει ο κύριος Σκούρτης. Τον πάγο όμως να τον αφήσω τον ίδιο;

Να ξεκαθαρίσω δυο-τρία πολύ σημαντικά σημεία εδώ εξ’ αρχής για το παλιό «Λώρας», το μαγαζί που γνώρισα εγώ, δηλαδή με τα φτηνά και πάντα καθαρά ποτά και την ευρωπαϊκή ατμόσφαιρα αμερικανικού τύπου, ή καναδέζικου σωστότερα, μιας και η θητεία του Νίκου Λώρα στον Καναδά υπήρξε μεγάλη.

Στον Λώρα, μουσική δεν υπήρχε, ούτε DJ φυσικά, ούτε ηχεία. Σιωπή, τίποτα, nothing. Υπήρχε μόνο μια τηλεόραση τέρμα πάνω δεξιά δίπλα στη τζαμαρία, όπως κοιτάζει κανείς προς την μπάρα απ’ έξω, που άνοιγε νωρίς σε εξαιρετικές περιπτώσεις -σύμφωνα με την κοινή απαίτηση των παλιών- με αφορμή κάποιο σπουδαίο ποδοσφαιρικό ματς ή αρκετά σπάνια κάποια πολιτική συζήτηση μεγάλης σημασίας, αν και ο Λώρας απέφευγε από ένα σημείο και μετά τις συζητήσεις που παρέτειναν οποιουδήποτε είδους πόλωση.

Υπήρχε επίσης η κλασσική σόμπα υγραερίου για τα πολύ κρύα βράδια -όπως έμπαινες απέναντι- και φυσικά τα κλασσικά χωριάτικα κουδούνια στον τοίχο μπροστά από την υπέροχη κάβα, το ύψιστο σήμα κατατεθέν του χώρου. Τα κουδούνια αυτά τα χτυπούσε ο κύριος Λώρας, θαρρείς απευθυνόμενος σε ένα φανταστικό ακροατήριο μιας ραδιοφωνικής θεατρικής παράστασης, σε τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις συνήθως:

Πρώτον, για να αναγγείλει ευχάριστα τον ερχομό αγαπημένου θαμώνα, πολύ δε περισσότερο όταν το αγαπημένο αυτό πρόσωπο είχε να φανεί καιρό, όπου και επικρατούσε για δευτερόλεπτα πανζουρλισμός από την επιβολή του ήχου.
Δεύτερον, σε περίπτωση έντονης -ενοχλητικής για τους υπόλοιπους- συζήτησης ή και απειλής σύρραξης, η αναστάτωσης γύρω από ανεπιθύμητο πελάτη, ο Λώρας με τα κουδούνια του επέβαλε την τάξη και αν χρειαζόταν έβγαινε και ο ίδιος προσωπικά έξω από τη μπάρα.
Τρίτον, σπανιότερον και απολαυστικότερον, τις ελάχιστες φορές που είχε γίνει κάποια ζημιά στη μπάρα, με ένα ή περισσότερα «θύματα», και ειδικά αν είχε συντελέσει κι ο κύριος Νίκος σε αυτήν ή τουλάχιστον αν ένιωθε έτσι. Θυμάμαι μια νύχτα που ήθελε να εκκενώσει το μπαρ (έτσι μου είπε κατ’ ιδίαν) σαν ένα είδος «αυτοτιμωρίας» μετά από εκείνη τη ζημιά.

Έλληνας όσο δεν πάει, και περισσότερο Γιαννιώτης στην καρδιά και την ψυχή, ο Νίκος Λώρας κατάφερε να διευθύνει έναν χώρο σε ένα από τα πιο νευραλγικά μέρη της Αθήνας με απαράμιλλη μαεστρία και πυγμή και την ίδια ποιότητα ως το τέλος. Τα 40 χρόνια κατά τα οποία σέρβιρε όλη την Αθήνα, από πρωθυπουργούς και την Αλίκη ως τους μεγαλύτερους ποιητές, μουσικούς κι αντικομορφιμιστές/πολέμιους του κατσετημενου, δημιούργησε τον ορισμό (μαζί με άλλους χώρους μετρημένους στα δάχτυλα τους ενός χεριού) τον ΠΡΟΣΩΠΟΠΑΓΟΥΣ ΧΩΡΟΥ – ΜΑΓΑΖΙΟΥ, ενός χώρου απόλυτα ταυτισμένου με το πρόσωπο του ιδιοκτήτη-μπάρμαν.

Ποτά σε φτηνές -παραπάνω από προσιτές τιμές- πάντα καθαρά σαν διαμάντι κι ένα βαθειά ανθρώπινο προφίλ, όπως το ήξερα και απ’ το Λώρα αλλά και από πολλούς επαγγελματίες της Μαβίλη σε άλλα πεδία. Οι νυχτερινοί επισκέπτες απ’ τον ξενώνα του Αιγινήτειου, μπερδεμένοι αδερφοί μας της νύχτας που έψαχναν προσωρινό καταφύγιο και λίγη βοήθεια (πρώτων βοηθειών ψυχή τε και σώματι όπως έλεγα καμιά φορά), εμείς οι ίδιοι στα νιάτα μας, σε περιόδους που βρήκε βράχο το καράβι και άλλοι μαγικοί άνθρωποι ειδικής θερμοκρασίας, με πολλές ιδιαιτερότητες. Δύσκολα κόλπα και αυτά και η διαχείρισή τους, όμως εκεί θυμάμαι πάντα να συνυπάρχουν με μια πρόθεση ηρεμίας και μιας δεύτερης ευκαιρίας… Μεγάλη υπόθεση η ανθρωπιά και η ψυχραιμία σ’ ένα μπαρ… Για ‘μένα ίσως η μεγαλύτερη. Τα είχα ζήσει στο Λώρα αυτά. Μου ταίριαζαν όλα αυτά και μου ταιριάζουν ακόμα πολύ. Εκεί χτυπάει η καρδιά μου. Εκεί η επικοινωνία, η αληθινή εξομολόγηση και η θαλπωρή που προσφέρει αυτή η διαδικασία είναι πολλές φορές πιο δυνατή και ζωντανή απ’ ό,τι ένιωθε ποτέ κανείς στο σπίτι του. Αν είχε ή ένιωθε ποτέ στο σπίτι του.

φωτό: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος/ FOS PHOTOS

Γενιές φοιτητών περνούν ακόμα και σήμερα έξω απ’ τη βιτρίνα, για να ρίξουν μια ματιά, να αναπολήσουν, ή να πιουν ένα ποτό, απορώντας διαρκώς, μαζί με τη χαρά τους που μετά από τόσα πολλά χρόνια το Λώρας είναι ακόμα εκεί και γεμάτο πιτσιρικάδες – που να είναι ο άνθρωπος που τόσα χρόνια κράτησε το τιμόνι στις νύχτες τους; Ο ίδιος σεμνός και αθόρυβος άνθρωπος που το 2004 στο επετειακό διεθνές τεύχος του περιοδικού Life για τους ολυμπιακούς αγώνες, πόζαρε με το αμίμητο στυλ του σαν “the most cult barman of Athens”.

H σχέση μου με το Νίκο Λώρα εξελίχθηκε σε αληθινή σύνδεση και αγάπη με τον καιρό. Από πολύ μικρός βρέθηκα στο μαγαζί είτε με άλλους φίλους παλιότερους μουσικούς που σύχναζαν εκεί, είτε σαν αναγκαίο πέρασμα ενταγμένο στην τελετουργία των συναυλιών του Λυκαβηττού (παρκάραμε στη Μαβίλη και ανηφορίζαμε για να γυρίσουμε μετά στο Λώρα για ποτά και συζητήσεις γύρω απ’ τα λαϊβ) είτε μεγαλώνοντας μετά σαν επαγγελματίες μουσικοί με τη σειρά μας, επιστρέφοντας τις πρωινές ώρες προς τα σπίτια μας και πίνοντας στον αγαπημένο μας κύριο Νίκο, το απαραίτητο, μετά την ένταση της δουλειάς τελευταίο ποτό, εκείνο της αποσυμπίεσης. Σχεδόν πάντα συνδυασμένο με την επίσκεψη στην θρυλική καντίνα της πλατείας, στον Μπάμπη, που φέτος συμπληρώνει κι αυτή τα 25 χρόνια… Όταν έγινα σταθερή παρουσία πια του μαγαζιού, έκλεισε για μένα ένας κύκλος που είχε κρατήσει μια δεκαετία με επίκεντρο το αγαπημένο μου Χοροστάσιο στην Κλαυθμώνος, του Κώστα Τσατσούλη, γεμάτη άγριους χορούς και μετεφηβικές αγωνίες.

Αυτό όμως που έπαιξε φυσικά καταλυτικό ρόλο στη σχέση μου με το Νίκο Λώρα, ήταν το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα», το μοναδικό τραγούδι που έχει γραφτεί για την πλατεία άλλωστε και κυκλοφόρησε στις αρχές του 1999. Το τραγούδι το γράψαμε μαζί με το Γιώργο Δημητριάδη. Τα λόγια καθώς κι ένα πρώτο μουσικό σχέδιο για τα μιλητά κουπλέ του, τα είχα γράψει απ’ το 1994 σε χαρτοπετσέτες μεταξύ Flower και Λώρα, την ίδια νύχτα που λίγο πριν είχα τη μοιραία συνάντηση που περιγράφει το τραγούδι. Μεταξύ της στάσης λεωφορείου και της καντίνας. Το τραγούδι ευτυχήσαμε να αγαπηθεί από όλη την Ελλάδα μέχρι σήμερα, να διασκεδάσει εκατομμύρια Ελλήνων και να γίνει μέρος του προσωπικού τους soundtrack αποτυπώνοντας για πάντα την πλατεία στην καρδιά τους και ταυτόχρονα στη μυθολογία του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού. Ο Λώρα, ανήσυχο πνεύμα πάντα και διαρκώς νέος, τα κατάλαβε εγκαίρως όλα αυτά. Ένιωσε (για να μην πω έζησε) πως το τραγούδι ήταν προϊόν αλήθειας και αγάπης μιας και συνέδεσε το πρόσωπό μου που το ήξερε κάθε νύχτα από την πλατεία, με τον υπογράφοντά του. Μια νύχτα το ανακοίνωσε σ’ όλο το μαγαζί αγκαλιάζοντάς με και χαρακτήρισε το τραγούδι «αδιαπραγμάτευτο» χτυπώντας το χέρι του στη μπάρα. Εγώ βέβαια από εκείνη τη νύχτα με το σεβασμό μου απέναντί του πάντα αυξανόμενο, δε σταμάτησα με τη σειρά μου να απολαμβάνω την αδιαπραγμάτευτη τρυφερότητα και αγάπη του μέχρι σήμερα. “Free drinks, free drinks”   θυμάμαι μου χε πει κάποτε, ιδιαιτέρως χαμηλόφωνα. «Αυτό θα σου άξιζε», μου είπε και γελούσε με την ψυχή του. Συνέχιζε δε συχνά-πυκνά ως την τελευταία μέρα που έφυγε, να συμπληρώνει πάντα τις αρετές που μου προσέδιδε, πάνω στις συστάσεις με καινούριους φίλους, με την προσθήκη «είναι ο άνθρωπος που έχει γράψει το τραγούδι για την πλατεία μας, βέβαια, βέβαια». Επίσης εκείνα τα χρόνια ο κύριος Νίκος με προστάτευε – έχοντας διαγνώσει από νωρίς τη ροπή μου στο κονιάκ- καθυστερώντας εμφανώς να με σερβίρει το τρίτο. Συνέλεγε αποκόμματα που αναφέρονταν στον τραγούδι και στα χρόνια που ακολούθησαν, αγάπησε πολλούς φίλους μου που τον λάτρευαν, όπως την Ελένη Τσαλιγοπούλου, που δεν του χάλασε το χατίρι και δυο νύχτες συνεχόμενες τραγούδησε α καπέλα από τη μπάρα δυο παραδοσιακά ηπειρώτικα που της ζήτησε. Αν και ήταν ξημερώματα, ο Λώρας φυσικά δεν έχασε την ευκαιρία να επιβάλει την απόλυτη ησυχία, με τα μοναδικά κουδούνια του. Στιγμές μοναδικές.

Τη νύχτα που έφυγε ο Λώρας, δεν υπήρξε άνθρωπος που να έχει αγαπήσει το μαγαζί -είτε τον γνώριζε προσωπικά είτε όχι- που να μην ένιωσε μια τεράστια αναστάτωση. Η πιθανότητα βέβαια της αποχώρησής του, ψιθυριζόταν για μήνες. Κι από τον ίδιο τον Λώρα φυσικά. Αλλά αν εξαιρέσεις κάποιες παλιές καραβάνες της μπάρας που είχαν δώσει βάση, κανείς κατά βάθος δεν ήθελε να το πιστέψει. Κάποια στιγμή νομίζω κιόλας την προηγούμενη εβδομάδα, δεν είχε ανοίξει απροειδοποίητα το μαγαζί και οι καθημερινοί πιστοί του, αφού περίμεναν για λίγο απ’ έξω, κατευθύνθηκαν σε άλλες πλησιον γνωστές «αγκαλιές» στο Μπαλτάζαρ, στο Μικρό, στο Μπρίκι. Ποτέ δεν ξέχασα λοιπόν την υπόσχεση που μου έδωσε ο ίδιος ο Νίκος Λώρας, το τελευταίο βράδυ που τον είδα πίσω από τη μπάρα.

– Κώστα αν και σε προχωρημένη ηλικία ήδη, νιώθω πως έχω δέκα υπέροχα χρόνια μπροστά μου. Τουλάχιστον δέκα. Και θα κάνω τη νύχτα μέρα, Το υπόσχομαι. Τώρα θα ζω μια ζωή της μέρας. Έχει τόσα υπέροχα πράγματα η ζωή. Δεν ήπια και δεν κάπνισα βλέπεις. Αντέχω, αντέχω πολύ.

Ήμασταν εκεί και τον ακούγαμε μαζί με το φίλο μου Γιώργο Ζωγράφο απ’ το Χαλάνδρι και τη Στέλλα από το Ποτοπωλείο, την οποία αποκαλούσε λόγω ύψους Κολοσσό. Βουρκώσαμε και οι τρείς κάποια στιγμή με τη συγκίνησή του και καθώς ρίχναμε μια ακόμα ματιά στο πατάρι που τόσα και τόσα Σαββατόβραδα διαβάζαμε τις πρώτες Κυριακάτικες και συζητούσαμε για τα μελλούμενα, ο Λώρας άρχισε ξαφνικά μια νέα συζήτηση για τη ζωή του και την πλατεία, αποφορτίζοντας εντελώς το κλίμα. Μέσα σε πέντε λεπτά τα είχε πει όλα. Ονόματα φίλων και θρύλων, από τον ποιητή Νίκο Καρούζο και τον μεγάλο μουσικό Αχιλλέα Περσίδη, ως τον αγαπημένο μας Γιάννη Ποντικάκη και τον Τάκη που έφυγε κι αυτός πρόσφατα. Ύστερα μίλησε για τη διαδρομή του από την μυθική «Χορτοφαγία» στην Ομόνοια, το πρώτο μαγαζί που δούλεψε ποτέ, πολλές δεκαετίες πριν, αλλά ταυτόχρονα ήδη από τα μισά της δεκαετίας του 2000, τόνιζε διαρκώς τη μεγάλη ανησυχία του για το μέλλον της Ελλάδας. Άρχισα κι εγώ μετά να του λέω πόσο αγαπώ να περνάω τα βράδια μπροστά απ’ το αιώνιο μαιευτήριο «Έλενα», ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα που ο στολισμός της θυμίζει δεκαετία του 50 ακόμα. Εκεί που η γιαγιά μου νεαρή γυναίκα, έφερε στον κόσμο τα δίδυμά της, τον πατέρα και τη θεία μου, ανάμεσα σε χίλιους πελαργούς. Επίσης ότι παρκάρω πάντα εκεί στο παρκάκι απέναντι από το «Έλενα» και κατηφορίζω στην πλατεία. Μου αρέσουν αυτές οι απόλυτα ίδιες και επαναλαμβανόμενες διαδρομές, σαν μέρος ενός πολύ προσωπικού τελετουργικού. Έτσι όπως πάντα κοιτάζω ασυναίσθητα προς την πάνω πλευρά της πλατείας, μήπως και δω το Γιώργο Νοταρά να έρχεται απ’ τον Γαλαξία.

Κι έτσι όπως τα θυμάμαι όλα αυτά, καθώς στέκομαι έξω από το μπαρ «Λώρας», νιώθω πιο σίγουρη από ποτέ, την απάντηση που είχα δώσει στον κύριο Νίκο, εκείνο το τελευταίο βράδυ, κλείνοντας τα λεγόμενά μας.

– Βλέπεις λοιπόν, μου είπε, πως τελικά όλα γίνονται όταν έχουν μια βαθύτερη σχέση κι ένα ιδιαίτερο νόημα για τους ανθρώπους; Αυτό θα ζήσει και θα μείνει, αυτό το «για τους ανθρώπους».
-Φυσικά, του απάντησα, γι΄ αυτό κι εμείς κάθε βράδυ από τα βόρεια, κατεβαίνουμε στο κέντρο της πόλης κάθε βράδυ, αναζητώντας τελικά το κέντρο μέσα μας. Για να σταθούμε όρθιοι ανάμεσα στους ανθρώπους. Ανάμεσα στους ανθρώπους, όρθιοι ως το τέλος, όπως έλεγε κι ο Μπάμπης Τσικληρόπουλος.

Έτσι λοιπόν απόψε, με μουσική πια, χωρίς πατάρι αναγνωστήριο στην παλιά του μορφή, με τόσα πολλά νέα πρόσωπα και νεαρούς ανθρώπους αλλά και την παλιά ψυχή του χώρου παρούσα και θριαμβεύουσα, έφτασα πάλι εδώ έξω από το αγαπημένο μου μπαρ. Για τη συνάντηση, για τους ανθρώπους. Εξάλλου ποιός στ’ αλήθεια θέλει να γυρίζει πίσω στο σπίτι μόνος του πριν ξημερώσει;
Ανοίγω την πόρτα και μπαίνω στην παρτίδα… Στην υγειά σου Νίκο Λώρα!

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA