Categories: ΠΟΛΗ

Kέντo: Ψυχή, Σπαθί και Σώμα

Την περασμένη εβδομάδα μπήκα με αλαζονεία στη σειρά μου στο ντότζο για να παίξω, επειδή απλώς είχα καταφέρει να κάνω σωστά (ή πάντως έτσι νόμιζα: και κακώς, πολύ κακώς το νόμιζα) όλα μου τα σουμπούρι στην παραδοσιακού τύπου προθέρμανση, καθώς και όλα τα μεν, τα κοτέ και τα ντο στο πρώτο μέρος της προπόνησης: «κοψίματα», δηλαδή, με το σινάι, το σπαθί από μπαμπού, στον αέρα ή επάνω στον αντίπαλο. 

 Στο Κέντο οι αθλητές στέκονται αντιμέτωποι σε δύο σειρές και αγωνίζονται μεταξύ τους σε ζευγάρια — και ώς εδώ το άθλημα δεν διαφέρει από τη δυτική ξιφασκία. Στο τέλος τού διάρκειας 30 μόλις δευτερολέπτων, εκείνη την ημέρα, αγώνα (ο χρόνος των μονομαχιών κυμαίνεται από μισό έως δύο λεπτά), αλλάζουν θέση, άρα και αντίπαλο, ακολουθώντας κυκλική πορεία. Στον πρώτο μου αγώνα με αντίπαλο τον σενσέι μου, τον χαμογελαστό και προσηνή Ηλία, δέχτηκα περίπου είκοσι μεν (χτυπήματα στο κεφάλι) μέσα σ’ εκείνα τα 30 δευτερόλεπτα — μπορεί και περισσότερα: δεν θα μάθω ποτέ πόσα. Βρέθηκα σε μια γωνιά κρατώντας άτσαλα το σινάι μου και προσπαθώντας να αποκρούσω τα χτυπήματα, με στραπατσαρισμένη πόζα και απόλυτη αντίληψη του τεράστιου δρόμου που έχω να διανύσω ώσπου να γίνω μία επαρκώς αξιοπρεπής κένζι. Μια αθλήτρια που ναι μεν χάνει, και θα χάνει, από τον δάσκαλό της, αλλά τουλάχιστον θα τον αντιμετωπίζει —ή θα προσπαθεί να τον αντιμετωπίσει— στα ίσια.

 Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά του Κέντο, της ιαπωνικής ξιφασκίας, από άλλες πολεμικές τέχνες. Ο μαθητής αντιμετωπίζει τον δάσκαλό του και μάλιστα σχεδόν από την πρώτη στιγμή που θα φορέσει την πανοπλία του, δηλαδή μετά από τους πρώτους δύο-τρεις μήνες προπόνησης — ένα χρονικό διάστημα απαραίτητο για να μάθει τα καθιερωμένα βήματα, να συνηθίσει το σινάι, να μάθει να στέκεται σωστά. 

 Στο τέλος του μαθήματος, ο σενσέι Ηλίας με φώναξε. Κάθισα ταπεινά-ταπεινά απέναντί του, σε στάση σέιζα (με διπλωμένα τα πόδια και τα χέρια στους μηρούς), για να τον ακούσω να μου λέει ότι δεν με άφησε να πάρω ανάσα στο τζι γκέικό μας για να καταλάβω ότι Κέντο σημαίνει επίθεση. Δεν υπάρχει άμυνα στο Κέντο. Χρησιμοποιείς τις γνώσεις σου, την τεχνική και την ταχύτητά σου, για να καταφέρεις στον αντίπαλο τα χτυπήματα που θα σου δώσουν πόντο: στο μεν (κεφάλι), στο κοτέ (χέρι) και στο ντο (θώρακα). Πόντο σού δίνει και το τσούκι, το χτύπημα στο λαιμό, αλλά είμαι αρχάρια ακόμη για τσούκι και δεν τολμώ (ούτε πρέπει) να το δοκιμάσω. Και δεν θέλω να το δοκιμάζουν επάνω μου!

 Ο Ηλίας κρατά την παράδοση να κάνει εκείνος το πρώτο μεν στους μαθητές του που θα φορέσουν τα μπογκού, την πανοπλία, για πρώτη φορά. Και είναι το μεν του γλυκό, οξύ, σαν να ’ναι το σινάι του φτιαγμένο από ατσάλινο μέλι. Το έκανε και σε μένα, τρεις μήνες πριν από σήμερα: δεν τον είδα που ερχόταν —καμιά φορά γίνεται αόρατος—, έκανα να σηκώσω το σινάι μου και — και απλώς ένιωσα το χτύπημα. Και χαμογέλασα κάτω από το κράνος μου.

Ντυμένος όπως οι σαμουράι

Τα μπογκού είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά, όπως εντυπωσιακή είναι όλη η εμφάνιση των αθλητών του Κέντο με πλήρη εξάρτυση. Εννιά στους δέκα που πρωτοβλέπουν αθλητή με την μπλε σκούρα στολή και τα μπογκού φέρνουν αυτομάτως στο μυαλό τους τον Ντάρθ Βέιντερ. Σ’ εμένα τουλάχιστον η σκέψη ήρθε ακαριαία. Η πανοπλία αποτελείται από το μεν (το κράνος από δέρμα και μέταλλο, με τα «φτερά» που προστατεύουν τους ώμους), τα κοτέ (τα φαρδιά, μακριά, δύσκαμπτα γάντια), το ντο (τον θώρακα του στήθους και των πλευρών) και το τάρε (τη δερμάτινη «ποδιά» που καλύπτει τους μηρούς), και είναι τρομερά επιβλητική, σε συνδυασμό με την ευθυτενή καμάι (στάση) των κένζι: με το σπαθί κρατημένο και με τα δύο χέρια και προτεταμένο προς τον αντίπαλο, στο ύψος της μέσης, και με τα πόδια ανοιχτά, στο ύψος των ώμων, με το δεξί μπροστά και με το αριστερό στηριγμένο στα δάχτυλα, με τη φτέρνα μετέωρη: ο κένζι, από κει που στέκεται σχεδόν ακίνητος, είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να τιναχτεί σαν βέλος μπροστά, και να χτυπήσει.

 Η σκούρα μπλε στολή (οι γυναίκες και τα παιδάκια επιτρέπεται να φορούν και λευκή) είναι όλη κι όλη δύο απλά κομμάτια: μια χακάμα, κάτι σαν παντελόνι με πολύ φαρδιά μπατζάκια που δένει με λουριά γύρω από τη μέση, και ένα γκι, ένα χιτώνιο από χοντρό, σταθερό ύφασμα που δένει λοξά στο στήθος και στο στομάχι, με λουράκια. «Αν ο κόμπος σου στο γκι δεν είναι ίσιος αλλά κάθετος, προς το έδαφος, σημαίνει θάνατο, πένθος», μου είπε ο Ηλίας την πρώτη φορά που έβαλα τη στολή μου, και μου κόπηκαν τα γόνατα. Σε κάθε περίπτωση: στο Κέντο είναι πολύ σημαντικό να φορά κανείς σωστά τη στολή του. Να μη φαίνονται τα χίμο, τα κορδόνια και τα λουριά δηλαδή, να είναι προσεκτικά δεμένοι οι κόμποι, να μην κρέμεται άτσαλα η χακάμα, να είναι καλά στρωμένο το γκι.

 Αυτό που επίσης κάνει εντύπωση σε όποιον παρακολουθεί Κέντο για πρώτη φορά είναι το κιάι, η φωνή των κένζι. Στο Κέντο το κιάι είναι υποχρεωτικό. Δεν παίρνεις πόντο αν το χτύπημά σου δεν συνοδεύεται από κιάι, και μάλιστα από το σωστό κιάι. Αλλά και στην προπόνηση, σε όλα τα κοψίματα, σε όλες τις τεχνικές, είναι υποχρεωτικό και απαραίτητο να φωνάζεις, δυνατά και σταθερά, να βγάζεις κιάι, ψυχή: μια φωνή που ξεκινά πολύ πριν χτυπήσεις, για να τρομάξεις τον αντίπαλο, για να τον προειδοποιήσεις πως έρχεσαι, πως θα τον χτυπήσεις. Τα άψυχα χτυπήματα στο Κέντο δεν μετρούν. 

 Μου ήταν απολύτως αδύνατο να φωνάξω στις πρώτες προπονήσεις. «Όλοι ντρέπονται στην αρχή», μου είχε πει ο Ηλίας, και με καθησύχασε. Πέντ’-έξι μήνες μετά, έχω ένα αρκετά δυνατό και σταθερό κιάι, που πάντως επιδέχεται βελτίωση. Ο ήχος μιας προπόνησης πολλών κένζι μαζί μού θυμίζει μια μεγάλη αναστάτωση σε μιαν αγέλη άγριων ζώων ή ένα σμήνος εξωτικά πουλιά.

 Φέροντας με καμάρι τις μελανιές σου

Το βέβαιο είναι ότι το Κέντο, με όλη αυτή τη φωνή που βγάζεις, με όλα αυτά τα χτυπήματα που καταφέρνεις, με τα περάσματα που κάνεις, με τις κλαγγές των σπαθιών και όλα τα ντεσού του αποτελεί μια μοναδική διέξοδο από την καθημερινότητα κι από τα προβλήματά ή από τη ρουτίνα σου. Για εμένα το Κέντο είναι το δικό μου δωμάτιο με τα βάζα: αυτά που πετάς στον τοίχο ουρλιάζοντας και τα σπας για να εκτονώσεις την ένταση των δύσκολων ημερών. Στη σέιζα της αρχής και του τέλους κάθε προπόνησης, οι μαθητές κάθονται στη γραμμή και για ένα λεπτό αυτοσυγκεντρώνονται, αδειάζοντας το κεφάλι τους από κάθε σκέψη. Πιστέψτε με: πιάνει. 

 Και, όχι, το Κέντο δεν είναι καμιά βάρβαρη πολεμική τέχνη, από την οποία φεύγει κανείς χτυπημένος βάναυσα από το καλαμένιο σπαθί του αντιπάλου του. Αντίθετα, διακρίνεται από ένα savoir vivre σχεδόν συγκινητικό. Στην αρχή κάθε τεχνικής ή μονομαχίας στην προπόνηση, οι δύο «αντίπαλοι» υποκλίνονται και προσφωνούν: «Ονεγκάι Σιμάσου»: «Παρακαλώ, ας ασκηθούμε». Στο τέλος, λένε πάντα: «Ντόμο αριγκατό γκοζάιμαστα»: «Σε ευχαριστώ πολύ που με δίδαξες».

 Το Κέντο δύσκολα αφήνει κάποιον ασυγκίνητο. Η επιβλητική παρουσία των αθλητών με τον βαρύ εξοπλισμό και την ευθεία στάση σώματος, οι εκρηκτικές κινήσεις και η δυνατή, άγρια φωνή, το κιάι, των κένζι, μαγνητίζουν και βλέμματα και κερδίζουν τις εντυπώσεις. Και, για να μιλήσω από τη μικρή προσωπική μου πείρα, αν φορέσεις μία φορά τα μπογκού, μετά πολύ δύσκολα μπορείς να σταματήσεις το Κέντο: δένεσαι μαζί του, παθιάζεσαι, σε συναρπάζει και προκαλείς τον εαυτό σου να διδαχτεί, να κουραστεί και να παλέψει κι άλλο, κι άλλο.

 Έχοντας πάρει μόλις το έκτο μου κιου (το πρώτο στη σειρά των έξι επιπέδων πριν το πρώτο νταν), και λίγο πριν το πέμπτο μου (αν τα καταφέρω στις επόμενες εξετάσεις μου), έχω να διανύσω μακρύ δρόμο. Ώς τότε γκρινιάζω δυνατά και καμαρώνω κρυφά για τις μελανιές στα χέρια μου, για τις πληγές και τα σκισίματα στα πέλματά μου και για τις φουσκάλες στις παλάμες μου, κι ευχαριστώ πολύ τον σενσέι Ηλία, τον σενσέι Δημήτρη και όλους τους συναθλητές μου στο ντότζο που με διδάσκουν. Ντόμο αριγκατό γκοζάιμαστα, από την καρδιά μου.

Στην επόμενη σελίδα, ο σενσέι Ηλίας Παπαχρήστος μιλάει για το Κέντο στην Ελλάδα, για τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει κάθε ηλικία από την άσκησή του και εξηγεί γιατί το άθλημα αυτό μπορεί να γίνει πάθος

Page: 1 2

Κική Τσιλιγγερίδου

Share
Published by
Κική Τσιλιγγερίδου