Το Γκραφίτι που Πληγώναμε

Δε χρειάστηκε παρά μόνο μια νύχτα. Η ομάδα των Icos & Case δούλεψε μεθοδικά, και προφανώς πολύ σκληρά, για να καταφέρει μέσα σε λίγες ώρες να κάνει την Αθήνα να ξημερώσει με το πιο αμφιλεγόμενο κομμάτι street art της ιστορίας της. Εδώ πια δε μιλούσαμε για το αδειοδοτημένο αριστούργημα της Πειραιώς, για τα μεγάλα murals του Ψυρρή, για τα ρυάκια από tagging στις αθηναϊκές προσόψεις – εδώ είχαμε καλυμμένη μια πλευρά του (αέναα φορτωμένου με πολιτικό κεφάλαιο συμβολισμού) Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Στη συνέχεια, όπως πια σε οτιδήποτε, ανέλαβαν τα social media. Χωρίζοντας την αυτιστική τους κοινωνία σε γκραφιτοκλάστες και γκραφιτομάχους, υπέρμαχους και πολέμιους. Φτιάχνοντας άλλο ένα δίπολο που δεν μπορεί να συναντηθεί στο κέντρο θέτοντας τα σωστά ερωτήματα που παράγουν σύγκλιση. Τις πρώτες ώρες, μέρες, ή ίσως ακόμα και σήμερα δέκα μέρες μετά, μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης (που ίσως ποτέ άλλοτε δεν είχε ασχοληθεί με την street art, εξ’ ου και οι παροιμιώδες συγχύσεις π.χ. με το που τονίζεται στα ελληνικά το graffiti) συζητά με όρους αισθητικής για το γκραφίτι του Πολυτεχνείου. Μόνο που τα ζητήματα που σήκωσε προφανώς δεν έχουν να κάνουν με το αν μας αρέσει ή όχι η δουλειά των καλλιτεχνών.

Το γκραφίτι του Πολυτεχνείου μας έβαλε να σκεφτούμε την ταλαιπωρημένη (και κάπως υποκριτική) σχέση μας με τον δημόσιο χώρο. Μας έβαλε να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν κόκκινες γραμμές στην επέμβαση μιας, κοινωνικά αποδεκτής, παράνομης δραστηριότητας όπως είναι το γκραφίτι. Κι ανέδειξε για άλλη μια φορά την αδιαφορία και την εγκατάλειψη που ξεχαρβαλώνουν τόσο το ελληνικό πανεπιστήμιο όσο και το κέντρο της Αθήνας (σε χωριστές πορείες προφανώς). Η Popaganda έθεσε τα ερωτήματα σε ανθρώπους που είτε οργανικά, είτε θεσμικά, είτε  επαγγελματικά έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν πάνω στο ζήτημα.

Ο αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού, Νίκος Ξυδάκης

Ας ξεκινήσουμε από τον Υπουργό Πολιτισμού, Νίκο Ξυδάκη, που στέκεται στο πόσο ζοφερά ταιριάζει το έργο με τη γενικότερη εικόνα της περιοχής.  «Το κομμάτι στο Πολυτεχνείο είναι αν μη τι άλλο εντυπωσιακό. Εκφράζει έναν ζοφερό εξπρεσιονισμό, απόλυτα ταιριαστό με την ατμόσφαιρα της περιοχής και ιδιαίτερα της οδού Στουρνάρη, ενός δρόμου κατ΄ εξοχήν γονατισμένου από την κρίση. Είναι κοινό μυστικό της περιοχής π.χ. ότι οι μικροπωλητές κρύβουν τα λαθραία τσιγάρα στα φρεάτια, λίγο πιο πέρα σε κοινή θέα γίνεται το εμπόριο των ναρκωτικών, ενώ μερικούς μήνες είχαμε τους θανάσιμους πυροβολισμούς στην πλατεία Εξαρχείων», σημειώνει ο υπουργός.

Γιατί όμως ασχοληθήκαμε τόσο πολύ με το γκραφίτι; Ξαφνικά γίναμε τεχνοκριτικοί, ειδικοί περί street art ή υπερασπιστές ενός ανύπαρκτου δημόσιου χώρου, τον οποίο κατά κανόνα ούτε οι ίδιοι σεβόμαστε με την καθημερινή μας πρακτική; «Μην κοροϊδευόμαστε. Σκονισμένο, ρυπαρό, τραυματισμένο απ’ τη βρωμιά, το Πολυτεχνείο έκραζε εδώ και πάρα πολλά χρόνια μια λέξη: Εγκατάλειψη. Αναρωτιέμαι τελικά μήπως το (βέβηλο ή επαναστατικό, επιλέξτε μόνοι σας) ασπρόμαυρο χειροποίητο σύννεφο που κάλυψε το κέλυφός του πέτυχε να ξεγυμνώσει, εκτός από την υστερία μας, την εντελώς παθογενή σχέση μας και την αδιαφορία μας για τον δημόσιο χώρο μέσα στον οποίο ζούμε κι αναπνέουμε», έγραφε πριν λίγες μέρες στην Popaganda η Ιωάννα Κλεφτόγιαννη. Μπορεί να της δώσει κανείς άδικο; Ο δήμαρχος Αθηναίων, Γιώργος Καμίνης, έσπασε την πρόσφατη εκκωφαντική σιωπή του χαρακτηρίζοντας απαράδεκτη την επέμβαση και διαβεβαιώνοντας ότι θα στείλει εξειδικευμένο προσωπικό να καθαρίσει το σημείο, η Σύνοδος των Πρυτάνεων τοποθετήθηκε –μάλλον αναμενόμενα- με μια ανακοίνωση που κανείς δεν καταλαβαίνει τι θέλει να πει, μοιραία «η όλη συζήτηση έχει αποκτήσει τον χαρακτήρα συλλογικής νεύρωσης, ο καθένας έχει την ανάγκη να εκφράσει τη γνώμη του και το γκραφίτι πήρε στην πλάτη του όλες τις αντιπαραθέσεις που υποβόσκουν εντός της κοινωνίας», συμπεραίνει ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Θεσσαλίας και συγγραφέας, Γιώργος Τζιρτζιλάκης. Συμφωνεί κι ο λέκτορας του ΕΚΠΑ, κι επίσης συγγραφέας, Παναγής Παναγιωτόπουλος«Εκτιμώ πως έχει δοθεί υπερβολικά μεγάλη έκταση στο ίδιο το θέμα, στο ίδιο το θέαμα του γκράφιτι. Για έναν γκραφιτά ενδέχεται η ψευτοδιαμάχη στην οποία παίρνουμε μέρος να μην είναι τίποτε περισσότερο από ένα αστικό αστείο που προκάλεσε ο ίδιος. Ο μετα -λόγος όμως που αναπτύχθηκε για το ζήτημα έχει ενδιαφέρον και αντικατοπτρίζει την ντελιριακή στιγμή στην οποία βρισκόμαστε. Την μετεκλογική φάση της απόλυτης απραξίας, της παγωμένης οικονομίας και του λεκτικού πληθωρισμού, του αφηγηματικού αταβισμού όπου η κάθε πλευρά βαθαίνει την γλωσσική και ιδεολογική της ταυτότητα, την καθιστά πιο καθαρή σε βαθμό καρικατούρας. Από κει και πέρα αναπτύχθηκαν διάφορες απόψεις, οι οποίες κατά τη γνώμη μου είναι όλες προβληματικές στο μέτρο που αναπαράγουν φλύαρα και επιθετικά την ηθικοπολιτική τους αφετηρία. Υπάρχει ο αμετροεπής σκανδαλισμός για το ιστορικό μνημείο που βεβηλώνεται (λες και είναι ιερός τόπος) και τον νόμο που παραβιάζεται. Η άλλη άποψη θέλει να δικαιολογήσει -εξίσου άστοχα και υποκριτικά με την πρώτη- πως αφού είναι ένα κτίριο βρώμικο και παραμελημένο, τότε τι ακριβώς μας πειράζει;».

Ο καθηγητής και συγγραφέας Παναγής Παναγιωτόπουλος

Κάπως σημαντική αυτή η τελευταία παρατήρηση. Ο λόγος περνάει σε έναν καθ’ ύλην αρμόδιο, τον καταξιωμένο street artist Cacao Rocks: «Το Πολυτεχνείο ήταν ήδη βαμμένο από δεκάδες καλλιτέχνες, χουλιγκάνους, φοιτητές, ερωτευμένους και δεν ξέρω τι άλλο. Αυτό που εντυπωσιάζει σε αυτό το κομμάτι είναι το μέγεθος. Αν έγραφε ΠΑΟΚ ή τα αρχικά πολιτικού κόμματος ίσως να μην  ενοχλούσε.  Αν ήταν μια μεγάλη γιγαντοαφίσα όπως αυτές διπλά στο Καλλιμάρμαρο με την φάτσα του Ευαγγελάτου ή του Τράγκα ίσως να μην προκαλούσε τόσες αντιδράσεις. Όπως δεν προκαλούν  καμία αντίδραση οι γιγαντοαφίσες του Κιάμου στην Πειραιώς, οι διαφημίσεις για τα καζίνο, τα ίδια τα καζίνο, η ηχορύπανση, τα αυτοκίνητα, ο ρατσισμός, τα ΜΑΤ, η πρέζα». «Συνάδελφός» του, ένας από τους καλύτερους Αθηναίους street artists με μεγάλα, «κλασικά» αθηναϊκά κομμάτια, που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία του συμπληρώνει: «Προσωπικά είμαι κατά του συγκεκριμένου εγχειρήματος, δε μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Πότε όμως δεν έγινε λόγος για την προηγούμενη εμφάνιση του Πολυτεχνείου. Και εγώ θα ήθελα να δω αυτό τον τοίχο πεντακάθαρο ωστόσο η αντίδραση της κοινής γνώμης μου φαίνεται υπερβολική. Νομίζω σαν κίνηση απλά τάραξε τα νερά της καθημερινότητάς μας, στην ουσία όμως δεν έχει αλλάξει τίποτα αφού ο τοίχος δεν ήταν λιγότερο πειραγμένος πριν, τώρα απλά o βανδαλισμός είναι ομογενοποιημένος, αυτό είναι που μας πειράζει. Τελικά, η κοινωνία μας είναι συντηρητική και δεν της αρέσουν οι αλλαγές».

O φωτογράφος Δημήτρης Θεοδόσης

Η ελληνική κοινωνία με αυτήν την βίαιη αφορμή ανακάλυψε λοιπόν το γκραφίτι. Ο φωτογράφος Δημήτρης Θεοδόσης δεν ανήκει στους όψιμους παρατηρητές του φαινομένου, τα δύο λευκώματά του Τοιχοδρομίες (vol. I  και ΙΙ, εκδόσεις ΟΞΥ) είναι μια από τις λεπτομερέστερες καταγραφές που έχουν γίνει ποτέ για το αθηναϊκό street art. «Φωτογραφίζω πάνω από 25 χρόνια γκραφίτι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αυτό μου φαίνεται αισθητικά μέτριο. Η αστική τέχνη σήμερα βρίσκεται σε κατάπτωση, έχουν εκλείψει οι ομάδες εκείνες που έκαναν την τρέλα τους με φοβερούς κινδύνους σε μια προσπάθεια αμφισβήτησης και πλέον πραγματοποιούνται φεστιβάλ γκραφίτι με σπόνσορες». Ο Πάσχος Μανδραβέλης, αρθρογράφος της Καθημερινής, έχει επανειλημμένα καταφερθεί εναντίον του αστικού βανδαλισμού. «Υπάρχει αρκετή ασχήμια στην πόλη με την οποία τα μέσα δεν ασχολήθηκαν ποτέ. Το γκραφίτι αυτό είναι η κορυφή του παγόβουνου μιας ρυπαρότητας που κυριαρχεί στις ελληνικές πόλεις. Διάφορες ομάδες ατόμων εκτονώνονται στους τοίχους με εικόνες και tagging και ταυτόχρονα συναντάμε παντού κολλημένες διαφημίσεις για υδραυλικούς, κλειδαράδες και ιέρειες του έρωτα. Οι κάτοικοι αυτής της χώρας δεν σέβονται το δημόσιο χώρο και επιτρέπουν να υπάρχει αυτό το τεράστιο ΑΕΚ που βλέπω γραμμένο απέναντι από το σπίτι μου. Όταν κάνεις τέχνη χρησιμοποιείς δικά σου υλικά, δεν πας να ζωγραφίσεις τον ξένο τοίχο. Αν θελήσω δηλαδή να κάνω ένα ωραίο τατουάζ θα έρθω να το κάνω στο πρόσωπό σας; Πρόκειται για παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, του δικαιώματος να έχουμε ένα δημόσιο χώρο όπως τον επιθυμεί η πλειοψηφία. Καλό θα ήταν να βρεθούν τρόποι ώστε να νομιμοποιηθεί με κάποιο τρόπο το γκραφίτι, πιέζοντας ας πούμε το δήμο να παραχωρήσει περισσότερες επιφάνειες προκειμένου να εκτονώνονται οι καλλιτέχνες με την έγκριση ενός δημοκρατικά εκλεγμένου φορέα». 

Οι τελευταίες δύο απόψεις φέρνουν στην επιφάνεια μια βασική διαφωνία, ίσως σημείο-κλειδί για την κατανόηση του ζητήματος. Υπάρχει νόμιμο γκραφίτι; Ή οποιαδήποτε προσπάθεια «νομιμοποίησής» του με αδειοδοτημένα έργα και λαμπρούς χορηγούς ουσιαστικά ακυρώνει τον αρχικό χαρακτήρα του; Τα στοιχεία του αντικομφορμισμού και της ανωνυμίας είναι δομικά στο χτίσιμο της κουλτούρας της τέχνης του δρόμου, από τον καιρό που οι πρώτοι γκραφιτάδες έβαφαν τα τρένα του υπόγειου σιδηρόδρομου στη Νέα Υόρκη των ’70s (σε μια πόλη εξίσου παρηκμασμένη και χρεοκοπημένη όσο η σημερινή Αθήνα) μέχρι τον σύγχρονο σταρ-φάντασμα Banksy. Αυτή τη μυθολογία, όσο κι αν μας αρέσει να καμωνόμαστε το κέντρο του κόσμου, είναι προφανές ότι δε θα την αλλάξουμε στην Ελλάδα του 2015. Από την άλλη, το γκραφίτι είναι όντως μια κοινωνικά αποδεκτή παράνομη δραστηριότητα, ίσως γιατί (όπως συνήθως συμβαίνει με όσα τις αμφισβητούν), οι καπιταλιστικές κοινωνίες το ενσωμάτωσαν, κάνοντάς το μπίζνα, άρα κι αποδυναμώνοντάς το.  «Μακάρι να συνεχίσουν να βάφουν αυτό το ντουβάρι που συμβολίζει την ελευθερία και να μη βάλουν μπάτσους να το φυλάνε, ακόμα και αν το κάνουν θα βρουν άλλο τρόπο οι καλλιτέχνες να προκαλέσουν το κατεστημένο. Στο Παρίσι το 1991 είχε βαφτεί ο σταθμός μετρό του Λούβρου προκαλώντας αναταραχή. Κάποιοι απ’ τους καλλιτέχνες που βανδάλισαν τότε, όπως ο Bando, εκθέτουν τώρα στην πινακοθήκη του Παρισιού τα έργα τους, πλάι σε εκείνα των Ζαν Μισέλ Μπασκιά και Κιθ Χέρινγκ» λέει θυμωμένα ο Cacao Rocks.

Κι εδώ όμως υπάρχει μια δεύτερη ανάγνωση. Η επιλογή του σημείου έχει ειδικό βάρος. Κουβαλάει πάνω του τις μνήμες της εξέγερσης του ’73, είναι ένα κτίριο του Λύσσανδρου Καυταντζόγλου από τον 19ο αιώνα που ομορφαίνει την πρωτεύουσα, σε μια τελική ανάλυση είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τι ακριβώς αφορμή για ανατροπή δημιουργεί μια νεανική αστική εστία. Μήπως η επέμβαση δεν εξέλαβε τίποτα απ’ όλα αυτά υπ’ όψιν κι ανεξαρτήτως αισθητικού αποτελέσματος είναι ένας άκριτος αστικός χουλιγκανισμός; Ο λόγος και πάλι στον Γιώργο Τζιρτζιλάκη: «Μάλλον ξεκίνησε με μια ποιητική πρόθεση, σαν μια μόνιμη σκιά που βλέπουμε συνεχώς και μας βαραίνει. Το πρόβλημα του είναι πως πάσχει από υπέρμετρη φιλοδοξία και ολοκληρωτισμό. Είναι μια ολική παρέμβαση στο κτίριο, ξεπερνώντας το ύφος ενός τυπικού γκραφίτι που θα συναντήσεις σε μια σκοτεινή γωνιά της πόλης. Στην Ελλάδα έχουμε μυθοποιήσει την street art, έχουμε υπερεκτιμήσει την εναλλακτική αύρα που φέρνει αυτή η δραστηριότητα, παρότι είναι μια κουλτούρα που έχει παρέλθει. Η συγκεκριμένη χειρονομία εμπεριέχει αστική επιδειξία και τίποτα παραπάνω, τα ίδια τα κτίρια ακόμα και αν δεν έχουν χαρακτηριστεί μνημεία είναι έργα τέχνης από μόνα τους αφού μιλούν με ένα δικό τους ψίθυρο εντός της πόλης. Ας αφήσουμε τους γκραφιτάδες και τα κτίρια λοιπόν στην ησυχία τους».

Σε παρόμοιο μήκος κύματος , τουλάχιστον όσον αφορά την έκταση της επέμβασης, κινείται και ο Υπουργός Πολιτισμού, Νίκος Ξυδάκης: «Από την άλλη αυτό που έκανε η ομάδα των street artists είναι ωμή κατάληψη, πράξη που συνεπάγεται βία. Δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι παρενέβησαν γεμίζοντας ένα αστικό κενό, αντίθετα διεμβόλισαν ένα μνημειακό πλήρες όπως είναι το κτίριο του Καυταντζόγλου (που για να λέμε την αλήθεια δε στεγάζει καμιά έντονη πανεπιστημιακή δραστηριότητα, αν δεν υπήρχε η Αρχιτεκτονική θα υπολειτουργούσε)». Οι «δράστες» αναζητούνται πάντως, υπήρξε επέμβαση εισαγγελέα και απαγγελία κατηγορίων για πλημέλλημα. Ο υπουργός θεωρεί την εισαγγελική παρέμβαση «συμβολική», συμπληρώνοντας: «Δε λύνονται αυτά τα ζητήματα έτσι. Προφανώς τα λύνει η ίδια η ζωή. Μια γειτονιά που παράγει φως με τη δραστηριότητά της κι ένα πανεπιστήμιο που έχει εύρυθμη λειτουργία. Θεσμικά, σκοπός μας είναι να προχωρήσουμε σε κάποιες ενέργειες που θα δώσουν στην περιοχή τον αυτονόητο museum district χαρακτήρα της. Μην ξεχνάμε ότι από το Μουσείο μέχρι τη Μαυροματαίων συναντά κανείς συγκλονιστική πολιτιστική αξία – εκπληκτικά κτίρια, τα πιο φαρδιά πεζοδρόμια στην Αθήνα, υπέροχες πολυκατοικίες. Μια πρώτη ενέργεια θα είναι η πεζοδρόμηση της Τοσίτσα και η λειτουργία της ως μουσειακή επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όχι κατ’ ανάγκην με «βαρύ πολιτισμό» (πιστεύουμε έτσι θα απομακρυνθεί και το πρόβλημα των ναρκωτικών). Αλλά, ξαναλέω είναι πολύ σημαντική η ανασυγκρότηση της ευρύτερης περιοχής, η απομάκρυνση του ζόφου, μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε αυτόν τον πολύ σημαντικό αθηναϊκό πυρήνα». 

Σε ότι αφορά την αστυνομική πλευρά της υπόθεσης, ο Δημήτρης Θεοδόσης έχει κι άλλη μια παρατήρηση: «Η πόλη έχει κακοποιηθεί πολλάκις και η street art είναι ο τελευταίος παράγοντας που ευθύνεται γι’ αυτό. Υπάρχουν πιο μεγάλα γκραφίτι στην Αθήνα, το σημείο όμως όπου έγινε το συγκεκριμένο σε συνδυασμό με το μέγεθός του συνθέτουν κάτι το πρωτοφανές που προκαλεί αμηχανία.  Ο μέσος Έλληνας, εκείνος που νιώθει τακτοποιημένος με τη δουλειά και το αφεντικό του σκέφτεται με όρους συνωμοσίας, εκείνο δηλαδή που τον απασχολεί είναι πως κατάφεραν να ζωγραφίσουν σε ένα τόσο κεντρικό σημείο».

Φτάνοντας  προς το τέλος, μοιάζει έυστοχο το συμπέρασμα του Παναγή Παναγιωτόπουλου (που, ειρήσθω εν παρόδω, χαρακτήρισε «άστοχες τιςτεχνοκριτικές παρατηρήσεις του Υπουργού Πολιτισμού») ότι το graffiti gate «πέτυχε έναν πιθανό στόχο του, εξέθεσε όσους ασχολήθηκαν μαζί του. Πετυχαίνοντας αυτό απέτυχε να είναι μια κριτική τέχνη, να κάνει δηλαδή τους πάντες να μετακινηθούν έστω και λίγο από τη σταθερή τους θέση, να τροποποιήσουν τον εαυτό τους ή να σιγήσουν μπροστά σε αυτό που δεν καταλαβαίνουν». Φέρνοντας ως καλύτερο παράδειγμά κάποιου που εκτέθηκε «τον εθνικιστή Υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, Παναγιώτη Σγουρίδη, που άκουσε από τη μεριά του πως πρόκειται για βερολινέζικη τεχνοτροπία και έκανε λόγο για γερμανικό δάκτυλο».

Μοιάζει (και είναι ίσως) κλισέ, αλλά η υπόθεση του γκραφίτι στο Πολυτεχνείο έχει ως βασικό επιμύθιο την έλλειψη κοινωνικού συμβολαίου. Όπως λίγο-πολύ εκεί καταλήγουν όλα τα ζητήματα που διχάζουν την Ελλάδα στην περίοδο της Κρίσης. Αναζητούμε ένα ελάχιστο πεδίο συνεννοήσης, αλλά τελικά οδηγούμε όλες τις συζητήσεις στα άκρα. Αδυνατώντας κατά αυτόν τον τρόπο να βρούμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο δημόσιος χώρος δε θα είναι πεδίο αντιπολίτευσης, ένα πανεπιστημιακό κτίριο θα αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για τη δράση των γκραφιτάδων, οι οποίοι βέβαια θα παραμείνουν τραγανοί κι επικίνδυνοι κι όχι θλιβερά τρόπαια των brands. Όμως αυτό, έχετε δίκιο, είναι ευχολόγιο. Για την ώρα, τις λύσεις δίνει όντως, έστω άγαρμπα, η ίδια η ζωή. Όπως συνέβη στα σκαλάκια της οδού Μαρασλή, η περίπτωση δεν έχει την ίδια βαρύτητα αλλά έρχεται αυτόματα στο νου.. Εκεί η παρέμβαση των Atenistas δεν ήταν φαιά, αλλά πολύχρωμη. Εκεί δεν κινητοποιήθηκε συνεργείο του Δήμου για να διορθώσει το κακό. Αλλά εκεί, σε μια γειτονιά που δεν αποπνέει εγκατάλειψη, οι κάτοικοι πολύ πιο εύκολα μπόρεσαν να αποφασίσουν τι θέλουν και τι δε θέλουν. Τα σκαλάκια βέβαια παραμένουν χρωματιστά. 

 

 

 

 

POPAGANDA