Categories: ΣΙΝΕΜΑFeatured

Το Wild Duck, μια δύσκολη ταινία, έφερε τον Γιάννη Σακαρίδη πίσω στην πατρίδα

Το Wild Duck έχει περάσει από πολλά χέρια κι έχει ιδωθεί από πολλά μάτια παγκοσμίως, πριν κάνει πρεμιέρα στην Αθήνα την περασμένη Πέμπτη. Παίχτηκε πρώτη φορά στο Φεστιβάλ του Tορόντο, πέρασε μια βόλτα από τη Νότια Κορέα, μετά πέταξε για Σικάγο πριν καταλήξει να κάνει θραύση στο Σάο Πάολο, τη Θεσσαλονίκη και τις Βρυξέλλες. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Σακαρίδη δεν άφησε καμία ήπειρο παραπονεμένη προτού επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, στη χώρα μας την περίμεναν δύο υποψηφιότητες στα «όσκαρ» της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Πιο συγκεκριμένα, ο Σακαρίδης προτάθηκε στην κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη και το φιλμ διεκδίκησε το βραβείο Μεγάλου Μήκους Ταινίας.

Με πρωταγωνιστές τον Αλέξανδρο Λογοθέτη, τη Θέμιδα Μπαζάκα και τον Γιώργο Πυρπασόπουλο, το Wild Duck αφηγείται την ιστορία του Δημήτρη, ενός μηχανικού τηλεπικοινωνιών, που αναλαμβάνει να διαλευκάνει ένα σκάνδαλο υποκλοπών μαζί μ’ έναν πρώην συνάδελφο και φίλο. Ο Δημήτρης έχει χρεοκοπήσει, περνάει από χίλια κύματα για να ξεχρεώσει κι από χίλιες κεραίες, καλώδια κι αντένες για να εξηγήσει τις υποκλοπές. Η λεπτομερής έρευνα στο σύστημα κινητής τηλεφωνίας, τον οδηγεί σ’ ένα ύποπτο διαμέρισμα πολυκατοικίας. Σύντομα, μια άρρωστη ένοικος του πάνω ορόφου, του αποσπά την προσοχή. Η ιστορία φυσικά πηγάζει και μας θυμίζει τα πραγματικά γεγονότα του σκανδάλου τηλεφωνικών υποκλοπών που αποκαλύφθηκε το 2005 με την αυτοκτονία του υπαλλήλου εταιρείας τηλεφωνικής εταιρίας, Κώστα Τσαλικίδη, χωρίς ποτέ να βρεθεί ο καταγραφέας των συνομιλιών.

«Η ταινία εμπνέεται από γεγονότα που με απασχόλησαν. Όπως η γενναιότητα μιας γυναίκας στην αρρώστια, η περιέργεια αλλά και η εξιλέωση του ήρωα όταν κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, ίσως για πρώτη φορά, μια κεραία σ’ ένα διαμέρισμα, ο άδικος χαμός του Κώστα Τσαλικίδη και η απόγνωση της μεσαίας τάξης στις μέρες μας. Υπάρχουν κι άλλες μικρές αληθινές ιστορίες αλλά το σύνολο είναι φυσικά μυθοπλασία» εξηγεί ο Γιάννης Σακαρίδης, που ανέκαθεν ήθελε να κάνει μια ταινία «για κάποιον που πηγαίνει κόντρα στο κατεστημένο, ακόμη κι αν ανήκει σ’ αυτό». Πράγματι, ο κεντρικός ήρωας θυμίζει κάτι από τους αντιήρωες ντετέκτιβ των κλασσικών φιλμ νουάρ. Βρίσκει τον εαυτό του να αναζητά μια διέξοδο από ένα πνιγηρό αστικό τοπίο, όπως η αγριόπαπια που κρύβεται στις καλαμιές, χωρίς ποτέ να τα καταφέρνει αφού τον καταδιώκουν παντού και πάντα τα τηλέφωνα, οι κεραίες και οι ηχογραφημένες συνομιλίες – ζωές των ενοίκων. «Ήμασταν τίμιοι απέναντι στο θέμα. Κάποιος που ψάχνει τις υποκλοπές, τις χρησιμοποιεί σχεδόν καθημερινά για την προσωπική του χρήση. Αυτή η ενέργεια τον βάζει σε κίνδυνο αλλά είναι παράλληλα κι ο μόνος τρόπος να έχει επαφή με την γυναίκα αυτή. Οι παρακολουθήσεις τηλεφώνων δεν είναι κάτι καινούργιο. Αυτή τη στιγμή είναι παγκόσμια η αντίδραση κατά του NSA των ΗΠΑ. Αμφιβάλλω αν όλοι αυτοί που αντιδρούν το κάνουν ειλικρινά ή γιατί πρέπει να δείξουν ότι ενοχλήθηκαν. Όπως λέει ο ήρωας μου στη ταινία “τα αφεντικά είναι πολύ ώριμα για να πάρουν τις υποκλοπές προσωπικά”. Στη λίμνη Βεγορίτιδα που κάναμε γύρισμα έχει πολλές αγριόπαπιες και τις συγκρίναμε με τον ήρωα. Επίσης αγγίζει λίγο και το ομώνυμο έργο του Ίψεν».

Οι δυνατές ερμηνείες των ηθοποιών, η φωτογραφία του Γιαν Βόγκελ και, κυρίως, ο πανέξυπνος συνδυασμός του μουσικού θέματος – κλασσική δημιουργία του Χρίστου Παπαγεωργίου εκτελεσμένη σε πιάνο – με τα ηχητικά παράγωγα της τεχνολογίας, τις ηχογραφημένες συνομιλίες να παίζουν σε ένα συνεχές, επίμονο voice over, είναι τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στην ταινία.«Γύρισα μετά από 18 χρόνια από την Αγγλία γιατί ήθελα να δουλέψω στην ελληνική γλώσσα με φίλους ηθοποιούς παγκόσμιας κλάσης όπως οι Αλέξανδρος Λογοθέτης, Θέμις Μπαζάκα, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Ηλίας Λογοθέτης και στην προηγούμενη ταινία ο Βαγγέλης Μουρίκης. Ο Γιαν Βόγκελ, αν και είναι μόλις η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, είναι μάστερ στην τέχνη του. Όσο για τον Χρίστο Παπαγεωργίου, είναι τιμή μας που έγραψε τη μουσική», ο σκηνοθέτης συστήνει τους συντελεστές της ταινίας.

Όσο για την επιβίωση του ελληνικού κινηματογράφου εν έτει 2014, ο Γιάννης Σακαρίδης εμφανίζεται αισιόδοξος. «Μεγάλο θέμα. Χρειάζομαι ένα βιβλίο για να απαντήσω με σεβασμό απέναντι στους συναδέλφους μου. Το βλέπω αισιόδοξα γιατί παρακολουθώ το Φεστιβάλ Δράμας κάθε χρόνο και έρχεται μια γενιά πάρα πολύ καλή κινηματογραφιστών. Τα επόμενα χρόνια θα δούμε “μεγάλες” ταινίες».

Το Wild Duck έκανε πρεμιέρα στην Αθήνα την Πέμπτη 8 Μαΐου στον κινηματογράφο ΔΑΝΑΟΣ.

Τατιάνα Φύσσα