Ιπποκόμος μπασκεμπολιστικού ύψους και μοντιπαϊθωνικής αφέλειας χάνει τον μέντορα του –πιθανόν από αρρώστια– στο δρόμο μιας ατελείωτης περιπλάνησης. Αυτοχρίζεται ιππότης – κουβαλώντας την ασπίδα και το δόρυ του μέντορα. Και βαδίζει προς μια κονταρομαχία τρίτης ερασιτεχνικής κατηγορίας, ελπίζοντας να αποδείξει την αξία του και να γίνει μέλος της ευρύτερης ιπποτικής κοινότητας – που, μεταξύ μας, σκασίλα μεγάλη την είχε για να τον δεχτεί.
Τον παρακολουθούμε να προσπαθεί να δηλώσει συμμετοχή, παρά την ασήμαντη καταγωγή του. Ανακαλύπτουμε πως με τους κανόνες της εποχής για να πάρεις μέρος σε κοντοραμαχία, ακόμη και στην Άνω Παναγιά της Πάνω Ευρυτανίας, πρέπει να βρεις κάποιον ευγενή που να ξέρει τον Οίκο σου και να θέλει να εγγυηθεί για σένα. Αυτός δυσκολεύεται να βρει. Μέχρι να βρει –που θα βρει–, προλαβαίνει να ερωτευθεί ένα κορίτσι που παίζει κουκλοθέατρο σε μεθυσμένους τουρίστες και να πάρει μέρος σε ένα χορευτικό σόου – δεν ξέρει να χορεύει.
Τον λένε Ντάνκ ο Ψηλός. Λογικό.
Σχεδόν πάνω στα πρώτα δέκα λεπτά –από τα τριανταπέντε που διαρκεί το κάθε επεισόδιο– συναντά και δέχεται –μετά από μπόλικη σκέψη, για την οποία το είπαμε δεν φημίζεται– για σταθερή παρέα και βοήθεια, έναν περίεργο φαλακρό πιτσιρικά, που μιλάει σαν παιδί αλλά σκέφτεται σαν σοφός γέροντας.
Τον λένε Εγκ. Όχι ο Κοντός. Σκέτο Εγκ.
Κόντρα σε κάθε προσδοκία, το είπαμε, ο Ντανκ θα γίνει ιππότης. Έστω, αρχικά ένας «ιππότης του φράχτη» (hedge knight), αφού όπως ανακαλύπτουμε –συγνώμη, δεν ήξερα– υπάρχουν κι αυτοί οι ταπεινοί ανθρωπένιοι ιππότες. Χαμηλότερης τάξης, αλλά υπάρχουν. Σκέψου το σαν ένα ενδιάμεσο με τη φτωχολογιά. Που τριγυρνούν στην ύπαιθρο χωρίς να πλουτίζουν, κοιμούνται κάτω από φτελιές, χαζεύουν τα αστέρια που πέφτουν και όχι ταβάνια από μεταξένιες σκηνές, ταΐζουν με το χέρι οι ίδιοι τα άλογα τους με μήλα και αφοδεύουν σαν σκυλιά με ψηλά το πόδι κρυμμένοι πίσω από δέντρα (παίζει στο πρώτο επεισόδιο σαν μέγιστο highlight, το σημειώνουμε).
Αν έχεις στο μυαλό σου τα βασικά δύο του Westeros (GOT, HOD) όταν πατήσεις το play, Huston, νομίζω θα έχεις θέμα. Θα νιώσεις ότι το HBO Max μέθυσε ή έστω αποφάσισε να αυτοκτονήσει σκορπώντας τον παρά του αλόγιστα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τον τεράστιο Μάρτιν, που όπως ακούστηκε σφάχτηκε με τον ράνερ του Σπιτιού των Δράκων αφού θεώρησε πως του καταστρέφει τις σκέψεις και το όνομα, και τον άφησε ξέφρενο να σκορπίσει τις ιδέες του σε αστειότητες και πισωγυρίσματα που δεν βγάζουν νόημα (τι να λέμε τώρα, τρου στόρι).
Αμ δε, όμως.
Το A Knight of the Seven Kingdoms, γραμμένο από την αυτού μεγαλειότητα George R. R. Martin σαν ένα προσωπικό μπεκετικό ξέσπασμα, εμποτισμένο με ζοφερότητα και χιούμορ, γίνεται αυτό που, κάτσε να σου πετάξω το σωστό κλισέ, δεν ήξερες πόσο ανάγκη το είχες. Η χρυσή λέξη είναι η κανονικότητα. Η αργυρή, η τρυφερότητα. Και η χάλκινη, η αστειότητα. Με αυτή ακριβώς τη σειρά.
Ο Ντανκ, στη δίχως νόημα μοναξιά του, με μοναδική παρέα τρία άλογα, στα οποία μιλά σαν να είναι ίσα του, είναι αποδεδειγμένα αδέξιος, άφραγκος και αθώος. Ακόμη και τη στιγμή που κανείς δεν φαίνεται να ξέρει αυτόν που ακολουθούσε όλα αυτά τα χρόνια, μια ζωή, πιστός σαν βδέλλα, για να πάρει την περιβόητη εγγύηση, δεν τον εγκαταλείπει. Ένας νεκρός, υπέργηρος, απαιτητικός, αλκοολικός ιππότης με απίθανο προσθετικό ανδρισμό που δεν ξεχνά να μας το δείξει σε frontal εκδοχή (παίζει στο δεύτερο επεισόδιο σαν μέγιστο highlight, το σημειώνουμε) ήταν η μόνη πατρική φιγούρα που ήξερε. Θα την τιμούσε και θα την υπερασπιζόταν όπως τον ίδιο του τον εαυτό, που σπανίως ούτως ή άλλως κατανοούσε.
Όταν ο κεντρικός ήρωας είναι ένας ατελής ιππότης σε έναν κόσμο χωρίς έλεος, κατανοείς πως βλέπεις κάτι που μιλά για τον ίδιο τον άνθρωπο. Ή την καλοσύνη ως νέα μορφή δύναμης. Μέσα από μια απρόσμενα τρυφερή ιστορία στο Westeros.
Μα τι ακριβώς συμβαίνει;
Ο George R. R. Martin παρέδωσε ένα έργο για το τι συμβαίνει στα γυρίσματα όταν φεύγουν οι σταρ και οι τεχνικοί. Όταν οι πραγματικοί άνθρωποι εμφανίζονται και η πραγματική ιστορία αρχίζει να ξεδιπλώνεται. Φαντάσου ένα χωριό στην άκρη της χώρας, όπου μαζεύονται διάσημοι και άσημοι για να μεθύσουν και να παίξουν. Τι μπορεί να γίνει; Θαύματα μόνο.
Ένα Έμμυ, ένα Όσκαρ, μια Χρυσή Σφαίρα για αρχή, στην ομάδα του κάστινγκ. Πρωταγωνιστικό δίδυμο και γενικότερο ensemble είναι σκέτο χρυσάφι. Ο Peter Claffey, πρώην παίκτης ράγκμπι από το Γκάλγουεϊ, και ο μικρούλης Dexter Sol Ansell είναι το δίδυμο που θες να υιοθετήσεις, οι ιστορίες τους που θες να αποστηθίσεις, τα πρόσωπα τους που θες να βάλεις για πάντα στην καρδιά σου σαν ψυχογραφικό τατουάζ – αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Ο μεγάλος είναι ο μικρός. Ο μικρός είναι ο μεγάλος. Ο ένας εκφραστής της πιο ταπεινής τάξης. Ο άλλος της μεγαλύτερης. Αποδέχονται τη διαφορετικότητα τους. Την αγκαλιάζουν. Την απολαμβάνουν. Και κυρίως; Δεν γκρινιάζουν για αυτή ούτε μια τόση δα στιγμή.
Υπάρχει μια αδιανόητα σωματικά αστεία στιγμή στο δεύτερο επεισόδιο. Ο Ντάγκ λέει στον Εγκ, πίνοντας μπύρα μέσα σε μια σκηνή γεμάτη κόσμο, πως όταν ήταν μικρός όλοι τον είχαν για ανόητο. Παύση. Ο Εγκ τον κοιτάει για αρκετά τηλεοπτικά δευτερόλεπτα, περιμένοντας κάτι. Μια συνέχεια. Τον ρωτά. Και;
Όλα τα συστατικά ενός κλασικού κωμικού διδύμου που θα μείνει για πάντα στην τηλεοπτική ιστορία είναι τόσο έντονα εδώ. Πρέπει πραγματικά να το δεις για να καταλάβεις. Και δεν θα σταματήσεις να γελάς, ακόμη κι όταν η δράση έχει περάσει αλλού.
Οι φίλοι του Westeros όμως θα ενθουσιαστούν και με τις ωραίες συμμετοχές δίπλα στους δύο κεντρικούς. Θα χαρούν με τον Daniel Ings, που απολαμβάνει τον ρόλο του ως Lyonel Baratheon. Και θα αρχίσουν να ψάχνουν τους συσχετισμούς των Targaryen που θέλουν να γίνουν οι κυρίαρχοι της κοντορομαχίας με τους Targaryen που έμαθαν στην αγκαλιά των δράκων και των παγωμένων πέρα του τοίχους εχθρών. Και έτσι θα οδηγηθούν στους απίθανους συσχετισμούς. Με ποια συνδέεται ο Ντάγκ στο μέλλον; (δες εδώ)
Το τρίτο επεισόδιο τελειώνει με ένα τουίστ από αυτά που σε κάνουν να θες να φας τον καναπέ σου. Άξιο, πανάθεμα το, άξιο. Τι να σου κάνουν έξι επεισόδια μόνο;