Categories: ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Τρεις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά μέσα στη Μέθοδο Αμπράμοβιτς

Δώδεκα παρά πέντε το μεσημέρι. Βρίσκομαι στο μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς, μια μικρή ουρά έχει ήδη διαμορφωθεί καθώς περιμένουμε να ανοίξουν οι πόρτες και να μπούμε στον κόσμο της Μαρίνας Αμπράμοβιτς και να γνωρίσουμε επιτέλους τι εστί η περίφημη μέθοδος της. Διαβάζω τις οδηγίες που έχουν αναρτηθεί πριν μπει κανείς στον κυρίως χώρο της «μεθόδου». Διαβάζω, μεταξύ άλλων, ότι πριν μπούμε στον χώρο πρέπει να παραδώσουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα, το κινητό μας και το ρολόι μας, ότι θα πρέπει να παραμείνουμε σιωπηλοί σε όλη τη διάρκεια παραμονής μας. Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς είναι εκεί γύρω, ντυμένη στα μαύρα από πάνω ως κάτω, τα μαλλιά πιασμένα κοτσίδα, συζητάει τις λεπτομέρειες της τελευταίας στιγμής με τους υπεύθυνους, μας χαμογελάει, μπαίνει μέσα, ξαναβγαίνει. Είμαι περίεργη, πολύ περίεργη για το τι θα επακολουθήσει.

Η Αμπράμοβιτς είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φιγούρες της σύγχρονης τέχνης, η γυναίκα που συνέβαλλε τα μάλα ώστε να γίνει η performance γνωστή στο ευρύ κοινό, πρόκειται για μια pop star μεγάλου βεληνεκούς με ανθρώπους που σχημάτιζαν επί μέρες ουρές –κάποιοι κατασκήνωναν μάλιστα- έξω από το MoMa μόνο και μόνο για να κάτσουν απέναντι της και να την κοιτούν στα μάτια για λίγα λεπτά, λεπτά είπα και θυμήθηκα τα πολλά λεφτά που έχει βγάλει η Αμπράμοβιτς, γεγονός που την έχει κάνει αντιπαθητική σε πολλούς καλλιτέχνες που αντιδρούν λέγοντας ότι πλέον δεν είναι παρά μια επιχειρηματίας, που έχει δημιουργήσει την Μέθοδο της με όρους life style -η Lady Gaga είναι μία από τις μαθήτριες της- και αποσκοπεί πλέον μόνο στην εμπορική εκμετάλλευση του ονόματός της και στο buzz που έχει δημιουργήσει γύρω από αυτό. Όλα τα παραπάνω ισχύουν, όπως ισχύει ότι είναι μια απολύτως σκληραγωγημένη γυναίκα, τόσο από τους απίστευτα καταπιεστικούς γονείς της  όσο και από τις ψυχικά και σωματικά εξαντλητικές performances που την έφερναν στα όρια της και που η ίδια επέβαλε στον εαυτό της.

Δώδεκα και πέντε. Μπαίνουμε μέσα. Μας υποδέχονται κάποιες κοπέλες ντυμένες στα μαύρα από την κορυφή ως τα νύχια. Μας εξηγούν ότι πρέπει να αφήσουμε όλα τα προσωπικά μας αντικείμενα και τα μπουφάν/παλτά μας στα ντουλαπάκια και να πάρουμε μαζί μας μόνο το κλειδί. Συνεχίζουμε με την οδηγία ότι από εδώ και μπρος δεν πρέπει να μιλάμε. Πριν από τον κυρίως χώρο της μεθόδου περνάμε από τρία δωμάτια όπως κάνουμε κάποιες ασκήσεις προθέρμανσης. Με πιάνει αντανακλαστική εσωτερική αντίδραση γιατί έχω μια κάποια αντιπάθεια στις ασκήσεις χαλάρωσης που γίνονται «στο πόδι», από την άλλη κανείς δε σε υποχρεώνει να τις κάνεις, μπορείς να περάσεις κατευθείαν στο main stage. Αφήνουμε πίσω μας τα τρία δωμάτια, μπαίνουμε σε έναν μεγάλο διάδρομο, μας δίνουν μεγάλα ακουστικά, τα φοράω, μου πιέζουν τα αυτιά, στο τέλος του διαδρόμου μας περιμένουν κορίτσια κι αγόρια ντυμένα κι αυτά στα μαύρα, βλέπω ότι παίρνουν από χέρι όσους προπορεύονται, βλέπω ένα κορίτσι που με παίρνει από το χέρι, γυρίζω το βλέμμα μου και αντικρίζω μια λευκή αίθουσα με λίγο κόσμο που όλοι φορούν ακουστικά, τους ντυμένους στα μαύρα καθοδηγητές μας που δεν φορούν, κάποια τραπέζια, καρέκλες, το κορίτσι με κατευθύνει σε έναν διάδρομο με ξύλινο πάτωμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Στέκομαι στην αρχή του διαδρόμου, το κορίτσι που μου κρατάει το χέρι αρχίζει να βαδίζει αργά, πολύ αργά, με παρασύρει κι εμένα σε ένα βάδισμα slow motion, μπροστά μου άλλος ένας καθοδηγητής κι ένας άνδρας βαδίζουν σε αργή κίνηση, καθώς τα ακουστικά μου πιέζουν  τα αυτιά και δεν τα έχω ακόμη συνηθίσει, ακούω ένα βόμβο, κοιτάω μπροστά τον λευκό τοίχο, κινούμαστε όπως στα όνειρα που καμιά φορά αισθάνεσαι ότι ο αέρας έχει το δικό του βάρος και σε εμποδίζει να κάνεις οτιδήποτε σε κανονικό ρυθμό, σιγά σιγά συντονίζομαι με την καθοδηγήτρια μου, το πρώτο δίλεπτο είναι εντελώς κινηματογραφικό, σα να έχω μπει στο σύμπαν του Κιούμπρικ, μου αφήνουν το χέρι, συνεχίζω να περπατάω αργά, κάθε βήμα είναι ένα κατόρθωμα, συνεχίζω αλλά σύντομα το μαγικό γυαλί ραγίζει και αισθάνομαι αμηχανία.

Κρατώντας -κάπως- το αργό βάδισμα στρέφομαι προς την αίθουσα, λίγα μέτρα μπροστά μου βρίσκεται μια άδεια καρέκλα. Κάθομαι και κοιτάζω ένα μπλε χαρτί κολλημένο σε τοίχο. Κοιτάζω, κοιτάζω, τα μάτια μου κουράζονται. Έχω κατά νου ότι η Αμπράμοβιτς στη εμφάνισή της στη Στέγη πριν δύο χρόνια στην ουσία παρουσίασε μια ωδή στην long duration performance και στις αντοχές μας απέναντι στον χρόνο. Σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χάσιμο χρόνου το να κάθομαι απλώς και να κοιτώ ένα μπλε χαρτί κολλημένο σε έναν τοίχο αλλά από τη στιγμή που μπήκα στην Μέθοδο ξέρω ότι το στοίχημα είναι ο χρόνος. Κάθομαι λοιπόν αφιερώνοντας στο μπλε χαρτί ώρα περισσότερη από αυτή που θα του αναλογούσε σε συνθήκες καθημερινότητας, σε συνθήκες που όλοι τρέχουμε να προλάβουμε να κάνουμε πράγματα, να συμπιέσουμε σε 24 ώρες όσα περισσότερα μπορούμε. Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και όλες, σχεδόν, οι performances που λαμβάνουν χώρα στο Μπενάκη στο πλαίσιο του As One, οι περισσότερες από Έλληνες εικαστικούς καλλιτέχνες. Φέρνω στο νου μου τη Βιργινία Μαστρογιαννάκη που στον δεύτερο όροφο μετράει ακατάπαυστα τα δευτερόλεπτα και  8 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα μετατρέπεται σε άνθρωπο-ρολόι. Τα μάτια μου αλληθωρίζουν, έχω κουραστεί, τόσο μπλε ούτε ο Ελύτης. Σηκώνομαι από την καρέκλα.

Προχωράω εκεί που βρίσκονται άλλες καρέκλες, η μία απέναντι από την άλλη. Στις καρέκλες κάθονται άνθρωποι, άγνωστοι μεταξύ τους που κοιτούν ο ένας τον άλλον στα μάτια. Αυτό δηλαδή που έκανε η ίδια η Αμπράμοβιτς στο MoMa. Κάθομαι. Απέναντι μου βρίσκεται ήδη ένα κορίτσι, καστανό, στρογγυλοπρόσωπο, το βλέμμα της είναι θαρρετό, τα μάτια της καφέ, κοιταζόμαστε στα μάτια, νιώθω άνετα, καθόλου περίεργα, περιεργάζομαι και τη μύτη της, το  στόμα της, χείλη λεπτά, ξαναγυρνάω στα μάτια της που έχουν διάθεση επικοινωνίας, υπάρχει δίοδος ανοιχτή, το κορίτσι μου χαμογελά, κι εγώ ανταποδίδω κάπως αντανακλαστικά, κοιταζόμαστε, τα μάτια της κοκκινίζουν ελαφρά, μάλλον κουράστηκαν, σηκώνεται χαμογελαστή και αποχωρεί.

Έχει γαλάζια μάτια, στρογγυλά, έχει έντονα φρύδια, με κοιτάει κατευθείαν στα μάτια, έχει θλίψη, το βλέπω, έχει θλίψη αλλά και κατανόηση ταυτόχρονα για την όποια δικιά μου θλίψη, κοιταζόμαστε, περνάνε τα λεπτά, δεν ξέρω πόσα και συνειδητοποιώ ότι ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό μου, χύνεται από το δεξί μέρος του δεξιού ματιού και με ξαφνιάζει όσο δεν παίρνει.

Η καρέκλα απέναντι μου μένει άδεια, συνειδητοποιώ ότι δίπλα της έχει κάτσει μια μαυροφορεμένη φιγούρα που δεν είναι άλλη παρά η Αμπράμοβιτς, κοιτάει στα μάτια τη διπλανή μου κυρία, ρίχνω μια φευγαλέα ματιά στην «γιαγιά» της performance που μόνο γιαγιά δε δείχνει με τόσο έντονο βλέμμα. Μια καθοδηγήτρια φέρνει απέναντι μου μια κυρία λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία, κάθεται απέναντι και… παταγώδης αποτυχία. Η κυρία δεν μπορεί να με κοιτάξει, θα κοιτάξει δίπλα της την Αμπράμοβιτς, το ταβάνι, τα παπούτσια της, τα παπούτσια μου αλλά το βλέμμα της δε θα σταθεί στο δικό μου πάνω από δύο δευτερόλεπτα. Στεναχωριέμαι. Κάπως θέλω να της πω ότι δεν είναι κάτι το τόσο βίαιο το βλέμμα ενός άγνωστου, πως δεν θέλω να το βλέπει σαν απειλή, μετά σκέφτομαι ποια είμαι εγώ να κρίνω αν το βλέμμα είναι ή όχι μια επίθεση, ότι πού ξέρω τι βλέμματα έχει αντικρίσει η συγκεκριμένη που το δικό μου μπορεί να μην της είναι ανυπόφορο απλώς αδιάφορο, μέχρι εγώ να βγάλω άκρη –που φυσικά δεν θα βγάλω- η κυρία σηκώνεται και απέναντι κάθεται ένα κορίτσι από τους καθοδηγητές.

Έχει γαλάζια μάτια, στρογγυλά, έχει έντονα φρύδια, με κοιτάει κατευθείαν στα μάτια, έχει θλίψη, το βλέπω, έχει θλίψη αλλά και κατανόηση ταυτόχρονα για την όποια δικιά μου θλίψη, κοιταζόμαστε, περνάνε τα λεπτά, δεν ξέρω πόσα και συνειδητοποιώ ότι ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό μου, χύνεται από το δεξί μέρος του δεξιού ματιού και με ξαφνιάζει όσο δεν παίρνει. Βλέπω τα μάτια της κοπέλας κάπως να υγραίνονται, δεν μπορώ να καταλάβω, δεν νιώθω άσχημα, ωραία νιώθω συνεπώς δεν καταλαβαίνω το δάκρυ, σηκώνομαι από τη θέση μου, η καθοδηγήτρια μου σηκώνεται επίσης και με κατευθύνει σε ένα από τα κρεβάτια που υπάρχουν στον χώρο, με βάζει να ξαπλώσω, με σκεπάζει, κι εγώ συνειδητοποιώ ακόμη πιο έκπληκτη ότι τώρα που έχω ακουμπήσει το κεφάλι στο μαξιλάρι δάκρυα τρέχουν ποτάμι και από τα δυο μου μάτια. Τέλος πάντων, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τι γίνεται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Όταν τελικά σηκώνομαι από το κρεβάτι κατευθύνομαι μόνη μου εκεί που είχα πει ότι δε θα πάω καθόλου, στα τραπέζια. Κάθομαι και μπροστά μου βρίσκονται ανακατεμένες φακές με ρύζια, ένα λευκό χαρτί Α4, ένα μολύβι και η οδηγία: διαχωρίστε/καταμετρήστε. Ξεκινάω να βγάζω τις φακές από τα ρύζια, δεν έχω καθόλου υπομονή στα πρακτικά ζητήματα, δεν αντέχω μετά από λίγα, ελάχιστα λεπτά και αναρωτιέμαι πώς και η συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι αυτή που έχει προσελκύσει τον περισσότερο κόσμο. Απέναντι μου ένας κύριος έχει διαχωρίσει ήδη τις φακές από τα ρύζια, έχει καταμετρήσει τις φακές και έχει γράψει το νούμερο στο χαρτί του και τώρα προσπαθεί να βγάλει πόσοι είναι οι κόκκοι ρυζιού. Απελπίζομαι, σχεδόν μου έρχεται να του ζητήσω να κάνει και τα δικά μου. Δίπλα μου κάθεται ένα αγόρι, κοιτάζω το λοφάκι του, ξεκινάει τον διαχωρισμό, αν μπορούσα να μιλήσω –αλλά δεν μπορώ- θα του έλεγα «μας γλεντάει κανονικά το Μαρινάκι», τον βλέπω ύστερα από λίγο απλώς ρίχνει ανάμικτα τα ρύζια με τις φακές στο χαρτί του και με το μολύβι του κάπως σκιάζει το περίγραμμά τους. «Δεν έχεις ούτε εσύ υπομονή με τα πρακτικά, έχεις όμως δημιουργικότητα» σκέφτομαι και σηκώνομαι χωρίς –εννοείται- να ολοκληρώσω τη διαδικασία.

Κοιτάζω γύρω μου, τα ακουστικά έχουν αρχίσει να με ενοχλούν στα αυτιά, με καθοδηγούν στο πίσω μέρος της αίθουσας, μου φορούν ένα μαύρο μαντήλι γύρω από τα μάτια, ούτε ακοή, ούτε όραση πια, οι οδηγίες είναι «Κινηθείτε αργά στον άδειο χώρο. Μόλις θελήσετε να εξέλθετε απλώς σηκώστε το χέρι σας και θα έρθουμε εμείς να σας βγάλουμε».

Μπαίνω, περπατάω αργά, σκουντουφλάω πάνω σε τοίχο, αλλάζω πορεία, ξαναλλάζω, πέφτω πάνω στο πανί που περικλείει τον συγκεκριμένο χώρο, πέφτω πάνω σε άνθρωπο, ασυναίσθητα χαμογελάω, απομακρύνομαι αργά, κάποιος περνάει ακριβώς δίπλα μου, κάνω λίγο πιο πέρα, σκουντουφλάω ξανά πάνω σε τοίχο, κάποιος βρίσκεται δίπλα μου κι εκεί που πάω να απομακρυνθώ νιώθω μια παλάμη να ακουμπάει πολύ απαλά, τρυφερά τον αγκώναμου και να κινείται προς τον δεξί μου ώμο, να χαϊδεύει τις ωμοπλάτες μου και να συνεχίζει στο αριστερό μου χέρι, μένω ακίνητη, δεν αντιδρώ, δεν ψάχνω κι εγώ τον άλλον, μένω όμως εκεί και μου αρέσει αυτό το άγγιγμα, κάποιος έχει την περιέργεια να με «μάθει» μέσα στα σκοτάδια μας, κρατιόμαστε ελάχιστα από το χέρι, κρατιόμαστε ελάχιστα αλλά κάπως συνωμοτικά, δεν ξέρω αν είναι άνδρας ή γυναίκα -μάλλον άνδρας, το δέρμα της παλάμης του είναι κάπως σκληρό- κι ενώ χαίρομαι απομακρύνομαι.

Συνεχίζω να περπατώ αργά, πέφτω πάνω σε κάποιον, απομακρυνόμαστε, σκουντουφλάω στον τοίχο, σκέφτομαι γιατί εμένα δεν μου πέρασε καν από το μυαλό να εξερευνήσω πάνω σε ποιον πέφτω, τι λάθος μου συμβαίνει, αφού όλο λέω και ξαναλέω πόσο ανάγκη έχουμε την ανθρώπινη επαφή, περπατάω αργά, φτάνω στο πανί, αλλάζω πορεία, ο χρόνος έχει σταματήσει στο άγγιγμα του αγνώστου. Σταματώ να βαδίζω, σηκώνω το χέρι ψηλά, έρχονται και με βγάζουν από το χώρο, όταν απομακρύνουν το μαύρο μαντήλι από τα μάτια μου, η ούτως ή άλλως φωτεινή αίθουσα μου φαίνεται εκθαμβωτική.

Η Βιργινία Μαστρογιαννάκη με τη μακράς διαρκείας performance της μετατρέπεται σε άνθρωπο-ρολόι.

Ένας εθελοντής με παίρνει από το χέρι με βάζει πάνω σε μια χαμηλή ξύλινη πλατφόρμα, κι άλλοι συμμετέχοντες απλά στέκονται εκεί, με κλειστά μάτια. Ναι, αυτή είναι η άσκηση: μείνε όρθιος όση ώρα αντέχεις με κλειστά μάτια. Νόμιζα ότι θα βαρεθώ με τη συγκεκριμένη (μη) δραστηριότητα κι όμως. Έμεινα εκεί και σκεφτόμουν από τι μαλακία είναι που μερικές έχουν επιλέξει να φορούν τακούνια που ο ήχος τους δυστυχώς ξεπερνάει την ηχομόνωση των ακουστικών μέχρι τι δήθεν που είμαστε που απλώς στεκόμαστε εδώ και ψάχνουμε τα όρια μας ενώ υπάρχουν άνθρωποι που έχουν έρθει από τη Συρία περπατώντας, που διέσχισαν μια θάλασσα με κίνδυνο να πνιγούν, που περπατούν μέχρι τα πόδια τους να μην τους αντέχουν άλλο κι όμως τους αντέχουν. Αισθάνομαι ότι έχουν περάσει όλων των ειδών οι σκέψεις από το μυαλό μου, βέβαια αυτό δε γίνεται. Έχει περάσει αρκετή ώρα, πόση; Δεν έχω κουνηθεί στο ελάχιστο, δεν αισθάνομαι κουρασμένη, ούτε πιασμένη, αποφασίζω λίγο να μετακινήσω τα πόδια μου και τότε από τη μια στιγμή στην άλλη, μου βγαίνει όλη η κούραση, πάω κάπως να χάσω την ισορροπία, κυριαρχώ στο σώμα μου όμως και κάθομαι άλλο λίγο.

Κατεβαίνω από την πλατφόρμα, ξαναπερνάω από τη διαδικασία με το μαύρο μαντήλι στα μάτια –κανείς δεν με εξερευνεί αυτή τη φορά, ο χρόνος έχει σταματήσει στο άγγιγμα του αγνώστου- ξαναπερνάω από το κρεβάτι, ξανακοιτάζω το κόκκινο, τώρα, χαρτί στον τοίχο, τα ακουστικά στα αυτιά με ενοχλούν, συνεχώς αναρωτιέμαι πόση ώρα να έχει περάσει από τη στιγμή που μπήκα στην Μέθοδο, το υπολογίζω πάνω κάτω ένα δίωρο. Πηγαίνω και κάθομαι στις καρέκλες απέναντι μου έρχεται ένας καθοδηγητής, νεαρός σε ηλικία, φυσιογνωμία εντελώς Ελ Γκρέκο, κοιταζόμαστε στα μάτια, τα δικά του έχουν το χρώμα του χώματος, θυμάμαι τον στίχο ενός ποιήματος του Σαμσών Ρακά, «τι χώμα έχουν τα μάτια σου;», χαίρομαι, βλέπω έκπληκτη ένα δάκρυ να κυλάει από το αριστερό μάτι του αγοριού και σε λίγο ένα άλλο από το δεξί του.

Ντρέπομαι για το δάκρυ στο μάγουλό του, ντρέπομαι γιατί δεν μπορώ να ανταποκριθώ στη συγκίνησή του, τα μάτια μου παραμένουν στεγνά. Αφήνω ελάχιστο χρόνο να περάσει, σηκώνομαι. Απομακρύνομαι με σταθερό βήμα, από την αίθουσα, παραδίδω τα ακουστικά μου. Έχω πάλι ακοή. Βγαίνοντας έξω τα πάντα μου φαίνονται εκκωφαντικά. Όλο αυτό που έζησα ήταν ενδιαφέρον αλλά δεν συγκλονίστηκα. Μήπως χρειαζόταν κι άλλος χρόνος; Αναρωτιέμαι αν όντως έχω κάτσει ένα δίωρο μέσα στην αίθουσα. Κοιτάζω το ρολόι του κινητού μου. Ήμουν μέσα στην Μέθοδο για τρεις ώρες και σαράντα πέντε λεπτά.

Το «As One», μια σύμπραξη του ΝΕΟΝ με το Marina Abramovic Institute (MAI) πραγματοποιείται σε όλους τους χώρους του Μουσείου Μπενάκη (Κτήριο Πειραιώς) από τις 10 Μαρτίου έως τις 24 Απριλίου. Για 7 βδομάδες θα παρουσιάζεται η μέθοδος Αμπράμοβιτς και ένα πρόγραμμα από performance, διαλέξεις, φιλμ και εργαστήρια με τη συμμετοχή 29 νέων ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, οι οποίοι επιλέχθηκαν από 300 συνολικά, μετά από ανοικτή πρόσκληση της Μαρίνας Αμπράμοβιτς και των συνεργατών της Serge Le Borgne και Paula Garcia . Από τις performance oι έξι είναι μακράς διαρκείας και θα πραγματοποιούνται καθημερινά επί 8 ώρες την ημέρα. Το πρόγραμμα συμπληρώνεται από 2 re-performances της ίδιας της Αμπράμοβιτς, των έργων Cleaning the Mirror (1995) και Μust be beautiful, Arist must be Beautiful (1975). To πρόγραμμα που προετοιμαζόταν από 140 άτομα τους τελευταίους 3 μήνες θα έχει ελεύθερη είσοδος όλες τις μέρες (το Μουσείο θα είναι ανοικτό από την Τρίτη ως την Κυριακή). Περισσότερες πληροφορίες στο neon.org.gr
Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.