Categories: ΘΕΑΤΡΟ

Τι κάνει ο Κάλβος στην Επίδαυρο;

Η τραγωδία αντλεί από τον μύθο των Δαναΐδων, που έφτασε σ’ εμάς αποσπασματικά μέσα από διάφορες μυθολογικές και φιλολογικές πηγές, μεταξύ αυτών την τραγωδία Ικέτιδες του Αισχύλου.

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Άργος, όπου οι πενήντα γιοι του Αιγύπτου, αδελφού του βασιλιά του Άργους, Δαναού, ζητούν σε γάμο τις πενήντα κόρες του Δαναού. Ο βασιλιάς φοβάται ότι ένας από τους γαμπρούς του θα τον εκθρονίσει, έχοντας λάβει μάλιστα σχετικό χρησμό από το μαντείο. Σε μια προσπάθεια να αποφύγει το μοιραίο, ο Δαναός δίνει εντολή στις κόρες του να δολοφονήσουν τους συζύγους τους τη νύχτα του γάμου. Η μόνη που παραβαίνει την εντολή του αλλά και αρνείται τον χρησμό είναι η Υπερμνήστρα, η οποία είναι ερωτευμένη με τον άντρα της, τον Λυγκέα, όπως και εκείνος μαζί της.

Αυτή είναι η υπόθεση του έργου που θα παρουσιαστεί στην Μικρή Επίδαυρο στις 2 και 3 Αυγούστου. Πώς όμως οι ίδιοι συντελεστές της παράστασης βλέπουν τον Κάλβο μέσα στον μαγικό, θεατρικό χώρο της Επιδαύρου;

 Λάζαρος Γεωργακόπουλος:  Αν ο Κάλβος εκφράζεται μέσα από την οδύσσεια του Δαναού, τότε το μόνο που ζητά στην Επίδαυρο είναι ένα καταφύγιο γαλήνης, έναν τόπο όπου κανείς δεν θα μπορεί να απλώσει κανέναν «μανδύα  πάνω στο μνήμα του τον ήλιο να του κρύψει».  Αν ο Κάλβος, μέσα από την οικογένεια του Δαναού, μιλάει για την δική του οικογένεια, τότε αυτό που θέλει στην Επίδαυρο, είναι την συμφιλίωση και την συγχώρεση,   σε έναν χώρο που καθαγιάζει τα πάντα.

Αν ο Κάλβος, μέσα από το έργο, μιλάει για το τρομακτικό αίτημα της ελευθερίας, αυτό που ζητά στην Επίδαυρο είναι να υπάρξει έτσι όπως ήταν, μακριά από τις αλυσίδες του «εθνικού ποιητή» που «σταματά το βήμα του». Αν ο Κάλβος αφήνει ανοιχτό το finale των Δαναΐδων, επιλέγοντας τον μετεωρισμό, τότε αυτό που απαιτεί στην Επίδαυρο είναι να βάλουμε εμείς, το δικό μας τέλος, σε αυτή την πορεία 200 χρόνων από το σκοτάδι στο φως, ακόμα κι αν «γκρεμιστεί από τον θρόνο του».

Άρης Μπάλης: «Ο Κάλβος στην Επίδαυρο επανασυστήνει τον εαυτό του».

Δημήτρης Αρβανιτάκης:  Πάνω στον τάφο του, στο μακρινό Λάουθ, τον Νοέμβριο του 1869, κάποιος έγραψε: «Ανδρέας Κάλβος, καθηγητής γλωσσών και μαθηματικών».  Ποιος σκέφτηκε ότι με μια τέτοια φράση, στεγνή σαν ελαφρόπετρα, θα μπορούσε να αποχαιρετήσει τον κόσμο κάποιος που αγωνίστηκε με τις λέξεις, κάποιος που κουβάλησε στο νου και στην ψυχή τον πόνο για τη μοίρα του ανθρώπου, κάποιος που ήταν ποιητής; Ποιος σκέφτηκε μια τέτοια φράση; Σίγουρα όχι ο ίδιος, αλλά κάποιος που δεν τον γνώριζε καθόλου καλά. Γιατί αν τον γνώριζε, θα ήξερε ότι 56 χρόνια πριν, στο πρώτο ποίημα που έγραψε, κατέληγε: «Ευτυχής εγώ, / αν γύρω από τον τάφο μου ηχήσει: / ‘Υπήρξαν τα τραγούδια και η ζωή του / για τους Έλληνες ωφέλιμα δώρα». Όμως, αλλιώς το θέλησε η ζωή.

Γύρω από τον τάφο του, ερημιά. Μήπως οι Έλληνες δεν δέχτηκαν ποτέ, ούτε και τότε ούτε και τώρα, τα δώρα αυτού του ανθρώπου, που πέθανε στο μακρινό Λάουθ, τον Νοέμβριο του 1869, και κάποιος έγραψε πάνω στον τάφο του: «Ανδρέας Κάλβος. Καθηγητής γλωσσών και μαθηματικών»; Μήπως;

Μόνικα:  Τραγουδάει!

Λένα Παπαληγούρα: «Ένας άλλος Κάλβος διαφορετικός από τον «εθνικό ποιητή», οικείος αλλά και ανοίκειος, θα μας αποκαλυφθεί για να μιλήσει για ένα θέμα το οποίο, εκτός από το ζήτημα της εθνικής ελευθερίας τον απασχόλησε εξίσου, αν όχι περισσότερο, αυτό της υπαρξιακής ελευθερίας».

Λένα Παπαληγούρα:  Ένα πέπλο σκεπάζει τις «Δαναΐδες» του Κάλβου από τότε που γράφτηκαν, 200 χρόνια στο σκοτάδι ώσπου τώρα στην Επίδαυρο να έρθει το φως. Γράφει ο Σεφέρης για τον Κάλβο «…τον αισθάνομαι σαν ένα ανθρώπινο σχήμα που αγωνίζεται, με τις απελπισμένες χειρονομίες τυφλού, να παραμερίσει ένα αψηλό παραπέτασμα που τον σκεπάζει». Στην Επίδαυρο λοιπόν το παραπέτασμα -το πέπλο θα σηκωθεί για μας αποκαλυφθεί το Καλβικό σύμπαν. Απόκοσμο αλλά και ανθρώπινο, σκληρό αλλά και ρομαντικό, με έμπνευση από την αρχαιότητα που ακουμπά όμως και στο σήμερα. Ένας άλλος Κάλβος διαφορετικός από τον «εθνικό ποιητή», οικείος αλλά και ανοίκειος, θα μας αποκαλυφθεί για να μιλήσει για ένα θέμα το οποίο, εκτός από το ζήτημα της εθνικής ελευθερίας τον απασχόλησε εξίσου, αν όχι περισσότερο, αυτό της υπαρξιακής ελευθερίας. Νομίζω λοιπόν ότι την ώρα της παράστασης θα θελα να τον φαντάζομαι σαν από πάντα εκεί, σε αναμονή, σε μια γωνιά,  κρυμμένο να μας ψιθυρίζει..:

« Ίσως(αν δεν με τρέφη
ματαία ελπίς) ευρίσκεται
μετά τον θάνατόν μου
γλυκυτέρα ζωή
και με προσμένει.»

Ωδή ενάτη – ΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ

Έλενα Τριανταφυλλοπούλου: Ο Κωστής Παλαμάς περιγράφει τον Ανδρέα Κάλβο ως εξής: «Ήτο μέτριος το ανάστημα, μελαχρινός, με μαύρους οφθαλμούς και μεγάλην ρίνα…. Έζη μετά πολλής λιτότητος, αλλά και περισσής αξιοπρέπειας». Μια μοναχική φιγούρα, ένας ταξιδιώτης του χρόνου, που «έρχεται» στην Επίδαυρο για ν’ αποκαταστήσει μια παρεξήγηση.  Να παραμερίσει το επίθετο «εθνικός» που συνοδεύει την ιδιότητα του ποιητή στο άκουσμα του ονόματός του, και να γίνει επιτέλους απλώς ο ποιητής, ο οποίος εκτός από τη θεματική της ελευθερίας στοχάζεται εξίσου, μέσα από το έργο του, πάνω στην έννοια της ύπαρξης, τον σπαραγμό της αγάπης, τον φόβο της επιλογής. Και ίσως έτσι να λυτρωθεί από την αίσθηση της ματαιότητας που τον καταδιώκει εδώ και δύο αιώνες… 

Λάζαρος Γεωργακόπουλος: «Αν ο Κάλβος αφήνει ανοιχτό το finale των Δαναΐδων, επιλέγοντας τον μετεωρισμό, τότε αυτό που απαιτεί στην Επίδαυρο είναι να βάλουμε εμείς, το δικό μας τέλος, σε αυτή την πορεία 200 χρόνων από το σκοτάδι στο φως, ακόμα κι αν «γκρεμιστεί από τον θρόνο του».

Άρτεμις Μπόγρη:  Όταν η Νατάσα μου είπε την ιδέα της  και μου πρότεινε να τραγουδήσω τα χορικά των Δαναΐδων στα ιταλικά, στην πρωτότυπη γλώσσα δηλαδή, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να διαβάσω  το ιταλικό κείμενο του Καλβου. Αμέσως αντιλήφθηκα την απίστευτη έμμετρη ποιητική του γλώσσα και θεώρησα ότι η λυρική μελοποίηση των χορικών, θα είχε πραγματικό νόημα και εξαιρετικό ενδιαφέρον. Μπαίνοντας στις πρόβες και ερχόμενη κοντά με τη μουσική της Μόνικα, η οποία παντρεύει το απόλυτο λυρικό και μουσικό στοιχείο του λόγου με την προσωπική της γραφή, μου αποκαλύπτεται  καθημερινά ένας νέος κόσμος, ο οποίος με ελκύει να τον ανακαλύπτω και να τον δημιουργώ. Όταν τραγουδάς κάτι για πρώτη φορά που γράφεται, υπάρχει η απόλυτη αγωνία της πρώτης φοράς. Ο κόσμος έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το άκουσμα και γίνεσαι ο απόλυτος κοινωνός της καλλιτεχνικής «γεύσης» που δίνεις στο κοινό. Η Μόνικα έχει το ταλέντο να σου κάνει μουσική οποιαδήποτε εικόνα της δώσεις και στο συγκεκριμένο έργο που έχουμε μεγάλες  συναισθηματικές και ψυχικές «εικόνες», νομίζω η μουσική της είναι δυνατή, ευφυής και συναισθηματικά άρτια!!

Νατάσα Τριανταφύλλη: «Έχει πρεμιέρα! Κάτι για το οποίο τόσο πολύ θα τον φθονούν ο Φώσκολο και ο Αλφιέρι! Πρεμιέρα του μοναδικού ολοκληρωμένου θεατρικού έργου που έγραψε».

 Άρης Μπάλης:  Ο Κάλβος στην Επίδαυρο επανασυστήνει τον εαυτό του. Πετάει το μονόχρωμο πέπλο του «εθνικού ποιητή» και μας μιλάει για τον έρωτα, την άνευ όρων αγάπη, την ατομική ελευθερία και επιλογή. Μας μιλάει για την τάση προσκόλλησης στο παρελθόν, την ανάγκη ρήξης με αυτό και για το μέλλον που θα πρέπει να έρθει φωτεινό κι απελευθερωτικό. Διασκευάζει έναν γνωστό αρχαίο μύθο για να μιλήσει για όλα αυτά τα αιτήματα της εποχής του.

Νατάσα Τριανταφύλλη: Έχει πρεμιέρα! Κάτι για το οποίο τόσο πολύ θα τον φθονούν ο Φώσκολο και ο Αλφιέρι! Πρεμιέρα του μοναδικού ολοκληρωμένου θεατρικού έργου που έγραψε!

Εύχομαι ότι θα αποδεχθεί την πρόσκληση μας και θα έρθει. Ότι θα δει «επί το μέγα ερείπιον» , την «Ελευθερία» των Δαναΐδων του «ολόρθη» να «προσφέρει δύο στεφάνους. Εν από γήινα φύλλα, κ ‘άλλον απ’ άστρα.» Ότι θα ακούσει για πρώτη φορά, όπως το ονειρεύτηκε, τους στίχους  της τραγωδίας του σ’ ένα αρχαίο θέατρο. Τον περιμένουμε, να μας αποκαλυφθεί!

Οι Δαναΐδες, του Ανδρέα Κάλβου. Μετάφραση: Δημήτρης Αρβανιτάκης – Έφη Καλλιφατίδη, Σκηνοθεσία: Νατάσα Τριανταφύλλη, Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Μουσική: Μonika, Δραματουργία: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου, Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης. Με τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, τη Λένα Παπαληγούρα και τον Άρη Μπαλή. Τραγουδά η Άρτεμις Μπόγρη. 2 & 3 Αυγούστου στις 21:30, Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου.

 

Λίνα Ρόκου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Το 1998 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Από το 2001 εργάζεται ως δημοσιογράφος.