Η Συγκροτημένη Αταξία της Θεοδώρας Τζήμου

Όταν με χαιρετάει κάνω αμέσως να σηκωθώ, όμως τα σκυλιά της έχουν ήδη μπλεχτεί ανάμεσα στα πόδια του τραπεζιού και τα δικά μου, οπότε κάθομαι ξανά κι αρχίζω να τα χαϊδεύω, γιατί όταν δύο σκυλιά σε πλησιάζουν χαμογελώντας και κουνώντας τις ουρές τους, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην τους δώσεις αυτό που θέλουν, την προσοχή σου και τα χάδια σου, και αν ο άνθρωπος που κρατάει τα λουριά τους δεν σε αποτρέψει, ενώ φυσικά έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει, είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσει ένας διάλογος όχι και πολύ διαφορετικός από αυτόν:

-Πόσο είναι;
-Η μία είναι 17, γι’ αυτό είναι ήσυχη. Πάντα έτσι ήταν βέβαια, καθόταν σε μια γωνία. Η άλλη, η Φωφώ, είναι ενός, οπότε καταλαβαίνεις.
-Πρώην αδέσποτα, ε;
-Ναι, τη μικρή την πήρα πέρυσι γιατί η άλλη έχει μεγαλώσει πολύ και θέλω να γίνει πιο εύκολα αυτό που είναι να γίνει…
-Τα έχεις πάει σε εκπαιδευτή;
-Όχι, μόνη μου, γι’ αυτό είναι τόσο «υπάκουα». Εντάξει, η Φωφώ έχει μάθει διάφορα. Φωφώ έλα να δείξουμε τι ξέρουμε. Κάτσε κάτω αγάπη μου. Μπράβο! Κόλλα πέντε. Μπράβο!

Η Θεοδώρα Τζήμου έχει πια καθίσει με την πλάτη στα αυτοκίνητα που περνάνε από την Καλλιδρομίου και δεν ξέρω αν οφείλεται στην οικειότητά της με το χώρο (μένει εδώ κοντά και κάθε μέρα εδώ γύρω βγάζει βόλτα τα σκυλιά της), ή στη συστολή της (τέλος πάντων αυτό που εγώ ερμηνεύω ως συστολή μόνο και μόνο γιατί πολλές φορές κοιτάζει κάτω όταν μιλάει) ή στο ότι μέρος των αμυνών σου θέλοντας και μη ατονεί όταν μιλάς με κάποιον που καταλαβαίνεις ότι αγαπάει τα ζώα όσο αγαπάς εσύ αυτά που σε συντροφεύουν στη ζωή, αλλά αντιλαμβάνεται με μία μικρή, πολύ μικρή, δηλαδή μόλις λίγων δευτερολέπτων καθυστέρηση τη δυσφορία της γυναίκας στο διπλανό τραπέζι, στην οποία λέει «μην τα φοβάστε, απλά θέλουν να τα προσέξετε» κι εκείνη της απαντά επιδεικτικά ανέκφραστη ότι «ναι, εντάξει, τι να κάνουμε τώρα, όλοι προσοχή χρειαζόμαστε σε αυτή τη ζωή».

Απομονωμένη αυτή η φράση επί της ουσίας δεν είναι λάθος, είναι όμως το αν μη τι άλλο όχι άσχημο context (πρωί Τετάρτης για καφέ σε μια ηλιόλουστη Καλλιδρομίου με σκυλιά να παίζουν δίπλα σου, τι άλλο θες, η ζωή είν’ ωραία και πάει λέγοντας) που με κάνει να αναρωτιέμαι αν το ύφος της θα παρέμενε βιτριολικό αν γνώριζε ότι η γυναίκα που μόλις έβγαλε την κουκούλα της και ο αέρας της παίρνει τα μαλλιά είναι «μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της», όπως λένε ακόμη και για συναδέλφους της Τζήμου που έχουν κάνει στο ίδιο χρονικό διάστημα λιγότερα από όσα έχει κάνει εκείνη, που έχει παίξει σε τόσες παραστάσεις του Μαρμαρινού και σε τόσες ταινίες του Γιάνναρη, που έχει υπάρξει αρκετές φορές μέχρι σήμερα υποψήφια για βραβεία και τη μία από αυτές (στη Θεσσαλονίκη, για την ερμηνεία της στην «Πανδώρα» του Σταμπουλόπουλου) κέρδισε κιόλας.

Κανείς, φυσικά, δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο το ύφος της να είναι έτσι, ακριβώς γιατί αναγνώρισε τη Τζήμου.

Κανένα από τα δύο σενάρια δεν είναι προτιμότερο από το άλλο, γιατί και τα δύο είναι κομμάτια της ανθρώπινης συνθήκης και φαντάζομαι ότι παρά όλα τα παραπάνω (τους βαρύτιμους ρόλους, τις περγαμηνές και τα ρέστα) η Θεοδώρα Τζήμου, όπως θα έχει ακούσει πολύ καλύτερα, θα έχει ακούσει και πολύ χειρότερα πράγματα, γιατί και τα δύο είναι κομμάτια της συνθήκης της δουλειάς της.

Για να μιλήσουμε για τη δουλειά της -με αφορμή το θεατρικό «Λα Πουπέ», την ταινία «Ελεύθερο Θέμα» και ό,τι ήθελε προκύψει- είμαστε άλλωστε εδώ. Ας το κάνουμε, λοιπόν, μια ώρα αρχύτερα και για όσο μας το επιτρέψει…η Φωφώ που δεν το βάζει κάτω. Και σ’ όποιον αρέσει.

Το να είσαι μόνη σου πάνω στη σκηνή είναι πολύ πιο κουραστικό από το να παίζεις ως κομμάτι ενός συνόλου; Ελέγχεις μόνος σου όλο το πράγμα. Παίζεις τη μπάλα -γιατί είναι λίγο σαν ποδόσφαιρο το θέατρο- μόνος σου. Οπότε ναι, είναι λίγο πιο κουραστικό.

Από την ερμηνεία σου στο «Λα Πουπέ» ένα από τα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση, και φαντάζομαι ότι θα πρόκειται για κάτι κουραστικό σε καθαρά σωματικό επίπεδο, ήταν οι διάφορες στάσεις της ηρωίδας. Εννοείς την ακινησία;

Ακριβώς. Μόνο αν προσπαθήσει κανείς να κρατήσει, για παράδειγμα, το χέρι του ψηλά σε μία συγκεκριμένη θέση για δύο λεπτά μπορεί να καταλάβει πόσο δύσκολο είναι. Επίσης πολύ δύσκολο είναι να βγαίνει ένας καθημερινός λόγος μέσα από τέτοια ακινησία.

Όταν λες «καθημερινός λόγος»; Εννοώ να είναι άμεσος ο λόγος, ενώ είσαι σε μια τέτοια «περίεργη» στάση. Αυτός ο συνδυασμός είναι το πραγματικά δύσκολο της υπόθεσης, κατά τη γνώμη μου.

Σου έχει ξανατύχει να παίξεις σε μια παράσταση που να έχει ανέβει στο πρόσφατο παρελθόν και μάλιστα να έχει αφήσει έντονο το σημάδι της στο χώρο; Ξέρω ότι η ερμηνεία της Άννας Κοκκίνου ήταν αριστοτεχνική. Πάντως όχι, δεν μου έχει ξανατύχει. Αλλά και τι πρέπει να απογίνει ένα ωραίο κείμενο; Να ανέβει μία φορά και μετά να μείνει στο συρτάρι;

Απλώς αναρωτιέμαι αν σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει… το άγχος της σύγκρισης; Προσπαθώ να μη με απασχολεί.

Όχι ακριβώς άγχος, αλλά μία, ας την πούμε αγωνία για διαφοροποίηση από την προηγούμενη εκδοχή. Δεν το είχα δει. Οπότε ήταν λίγο πιο καθαρό το κεφάλι μου.

Πιο λευκός ο καμβάς, που λένε. Τελείως. Στην αρχή έλεγα τι κρίμα που δεν είχα πάει να τη δω αν και ήθελα, τώρα λέω ευτυχώς που δεν την είδα. Ποιος ξέρει, μπορεί και να μην το έκανα σήμερα το «Λα Πουπέ».

«Μερικοί φίλοι μού κάνουν πλάκα ότι είμαι η “εναλλακτικιά”, αλλά μου φαίνονται λίγο χαζά όλα αυτά, να σου πω την αλήθεια, λίγο γραφικά, τώρα πια. Τι σημαίνει δηλαδή “εναλλακτικός” ή “εμπορικός” ειδικά στην εποχή μας;»

Μιας και πιάσαμε τους καμβάδες, θα μου πεις μερικά πράγματα για το «Ελεύθερο θέμα», την ταινία της Στέλλας Θεοδωράκη, όπου υποδύεσαι μία καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών; Είναι η τρίτη φορά που συνεργάζομαι με τη Στέλλα και πολύ χαίρομαι γι’ αυτό.

Σου είναι πιο εύκολο να δουλεύεις με ανθρώπους που ήδη ξέρεις; Νομίζω πως ναι. Και για εκείνους είναι λογικά πιο εύκολο να δουλέψουν μαζί μου. Όταν ξέρεις τον τρόπο που λειτουργεί κάποιος, δεν είναι πιο εύκολα τα πράγματα; Για μένα τουλάχιστον είναι. Μ’ αρέσει να έχει αναπτυχθεί ένα είδος σχέσης, ένα είδος συμφωνίας, τέλος πάντων.

Να γνωρίζετε δηλαδή ο ένας τους κώδικες του άλλου. Γενικά είναι κάτι που κάνεις στη δουλειά σου, με σκηνοθέτες σαν τη Θεοδωράκη, τον Μαρμαρινό, τον Γιάνναρη… Μ’ αρέσει γιατί νομίζω ότι έτσι βαθαίνει ένα πράγμα μεταξύ των ανθρώπων, εννοώ σε σχέση με το έργο.

Δεν υπάρχουν δηλαδή στιγμές που αυτή η οικειότητα να κινδυνεύει να λειτουργήσει αρνητικά; Όπως δηλαδή μπορεί σε ένα φίλο μας να μη μας βγαίνει να του πούμε ότι κάτι που έχει κάνει μας την έχει δώσει στα νεύρα, για να μην τον κακοκαρδίσουμε. Όπως σε όλες τις σχέσεις μεγάλης διάρκειας, να δίνεις ένα συγκεκριμένο ρόλο στον άλλο, επειδή τον ξέρεις. Δυσκολεύεσαι δηλαδή να δεις κάτι άλλο πέρα από αυτό που ξέρεις. Ναι, αυτό είναι μία δυσκολία που επιφέρει η οικειότητα με τον οποιονδήποτε άνθρωπο.

Σε ό,τι έχει να κάνει με τον κόσμο μετά από τόσα χρόνια στη δουλειά, σε απασχολεί το αν έχουν μία συγκεκριμένη εικόνα για σένα; Δεν το σκέφτομαι ποτέ. Μερικοί φίλοι μού κάνουν πλάκα ότι είμαι «η εναλλακτικιά», αλλά μου φαίνονται λίγο χαζά όλα αυτά, να σου πω την αλήθεια, λίγο γραφικά, τώρα πια. Τι σημαίνει δηλαδή «εναλλακτικός» ή «εμπορικός» ειδικά στην εποχή μας; Έχει καμία σημασία;

Τόσα χρόνια πόσες φορές έκανες κάτι πραγματικά εμπορικό; Πώς δεν έκανα; Τώρα δηλαδή δεν κάνω κάτι εμπορικό στα «Πουλιά στον αέρα» με τον Μαστοράκη;

Ας πούμε ότι είναι μία από τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εγώ δεν νιώθω έτσι. Κι ούτε θέλω να κρατήσω καμιά σημαία και να φωνάξω «εμπρός, πάμε παλικάρια, εναλλακτικά».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Σε σχέση με το πώς μπορεί να έχεις «καταχωρηθεί» στο μυαλό κάποιων, πιστεύεις ότι υπάρχουν έστω κάποιοι ρόλοι σου τόσο καθοριστικοί που να σε ακολουθούν μέχρι σήμερα; Ή όντως δεν μου μιλάνε για συγκεκριμένους ρόλους μου ή απλά δεν θέλω να το ακούσω εγώ και νομίζω ότι δεν μου μιλάνε. Πάντως όχι, δεν μου έχει συμβεί.

Αποκλείεται. Εντάξει, εννοώ ότι δεν έχει και τόση σημασία. Ποτέ δεν με έχει απασχολήσει πραγματικά το τι εικόνα έχει ο κόσμος για μένα, πού νομίζουν ότι ανήκω ή οτιδήποτε τέτοιο.

Μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο… Περίπου είκοσι.

Μετά από είκοσι χρόνια λοιπόν, νομίζεις ότι η κατάσταση σε αυτό που διάλεξες να κάνεις στη ζωή σου γίνεται καλύτερη όσο περνάει ο καιρός; Πάντα σκέφτομαι με μεγάλη αγάπη τα χρόνια που ήμουν στο Θησείο με τον Μιχαήλ (σ.σ. Μαρμαρινό). Υπήρχε ένας πολύ ιδιαίτερος πυρήνας ανθρώπων, αισθάνομαι ότι ήταν τα πιο έντονα δημιουργικά μου χρόνια, γιατί, όπως σου είπα, είμαι λάτρης της ομάδας, μου αρέσει να είμαι με ανθρώπους που έχουμε κοινό κώδικα και πάμε μαζί να παίζουμε ένα παιχνίδι. Από την άλλη, κάθε εποχή έχει το ενδιαφέρον της. Είναι ωραίο να επιτρέπεις στον εαυτό σου να αλλάζει ενώ αλλάζουν και τα πάντα γύρω σου. Μόνο έτσι έχουν ενδιαφέρον οι στιγμές.

Μήπως λοιπόν δεν ήταν τα χρόνια εκείνα τα πιο έντονα δημιουργικά, όπως λες, αλλά απλώς τα ωραιοποιείς λόγω της νοσταλγίας; Εντάξει, είναι κι αυτό κάτι που όλοι κάνουμε. Όσο πιο μικρός είσαι, όμως, έχεις αυτή την αθωότητα του παιδιού απέναντι στα πράγματα, θες να δεις, να μάθεις, να γνωρίσεις…

«Επειδή αντιλαμβάνομαι την καθημερινότητά ως κάτι πολύ σκληρό, μου είναι δηλαδή δύσκολο να τη διαχειριστώ ως στεγνή πραγματικότητα, μου αρέσει να ψάχνω μέσα σε αυτή τα υλικά που θα με βοηθήσουν να συνθέσω ένα ψέμα»

Θα έλεγες ότι η διατήρηση αυτής της αγωνίας, αυτής της δημιουργικής άγνοιας που μου είχε πει κάποτε ο Λευτέρης Βογιατζής, είναι το μεγαλύτερο διακύβευμα για έναν καλλιτέχνη; Συμφωνώ απόλυτα.

Ακούγεται πολύ ωραίο έτσι όπως το λέμε τώρα, αλλά επί του πρακτέου τι σημαίνει; Τουλάχιστον στη δική σου περίπτωση. Είναι μια διαρκής προσπάθεια. Θεωρώ ότι πρέπει μεθοδικά να δημιουργείς παγίδες στον εαυτό σου, στον τρόπο που δουλεύεις, για να βρίσκεσαι σε αυτό το πεδίο της άγνοιας.

Εννοείς να αποφεύγεις ρόλους που σου φαίνονται εύκολοι; Όλοι οι ρόλοι μπορούν να είναι εύκολοι ή δύσκολοι. Εννοώ αφού έχεις επιλέξει ένα ρόλο να προσπαθείς να αιφνιδιάσεις ο ίδιος τον εαυτό σου.

Εγώ που είμαι πεζός άνθρωπος, όχι καλλιτέχνης σαν εσένα, θα χρειαστώ ένα παράδειγμα. Είναι σαν να έχεις μια σκάλα που ενώ ξέρεις ότι έχει δέκα σκαλοπάτια, δεν τα κοιτάς όταν ανεβαίνεις, για να πέσεις. Γιατί η στιγμή που θα πέσεις θα έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Κι ας χτυπήσεις; Μα ναι, το να χτυπήσεις είναι το θέμα. Γιατί εκείνη τη στιγμή γίνεσαι πάρα πολύ ζωντανός και αθώος απέναντι στα πράγματα, οπότε έχει ενδιαφέρον. Φυσικά είναι πολύ δύσκολο να παραμείνεις ριψοκίνδυνος μεγαλώνοντας, να βγεις από εκεί που νιώθεις ασφαλής. Αλλά όσο πιο μεγάλες παγίδες δημιουργείς, τόσο πιο μεγάλο ενδιαφέρον έχει, γιατί μόνο έτσι θα αποφύγεις τις ευκολίες σου, τη στιγμή που θα υπάρξει το λάθος. Κάνοντας αυτή τη δουλειά όλο και πιο συχνά, αποφεύγεις το λάθος. Και αυτό για μένα είναι το μεγαλύτερο…λάθος. Οπότε δηλαδή πρέπει να κάνεις τα πάντα για να κάνεις λάθος, έστω και μια στιγμή. Και μετά σημασία έχει ο τρόπος που θα διαχειριστείς το λάθος και θα το ενσωματώσεις σε αυτό που λέγεται δημιουργία.

Θα έλεγες ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο σου άγχος ως ηθοποιός; Όχι ακριβώς άγχος, αλλά είναι ένα πράγμα που με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Με απασχολεί.

Άγχος για το αν θα παραμείνεις επιθυμητή ως ηθοποιός και πρωταγωνίστρια υπάρχει; Όχι, το μόνο μου άγχος είναι να κάνω πράγματα που μου αρέσουν και να βρίσκομαι με ανθρώπους που θαυμάζω. Ελπίζω να μπορώ να παραμένω σε τέτοιες συνθήκες.  

«Ο καθένας μας έχει τον τρόπο του να βλέπει τα πράγματα, να τα μεταφράζει μέσα του και μετά να τα χρησιμοποιεί. Δεν θεωρώ ότι είναι προνόμιο της δουλειάς του καλλιτέχνη»

Υποθέτω ότι το ζητούμενο με κάθε νέα δουλειά είναι να επικοινωνήσεις πρώτα εσύ με το ρόλο σου. Και με το ρόλο και με την όλη συνθήκη.

Πότε ξεκινάει η αγωνία για το αν θα επικοινωνήσει ο ρόλος με τον κόσμο; Νομίζω ότι η ανάγκη μου να γίνω φορέας του ρόλου, άρα να καταλάβω αυτό το διάλογο που ανοίγεται μεταξύ εμού και του ρόλου, είναι ένα πράγμα που θέλω να καταλάβεις κι εσύ αμέσως. Να καταλάβεις εμένα που προσπαθώ να καταλάβω κάτι για να το καταλάβουμε τελικά μαζί.

Και πώς θα καταλάβεις αν εγώ σε καταλαβαίνω; Ένας αγώνας είναι. Προσπαθώ εσύ να καταλάβεις αυτό που προσπαθώ εγώ να καταλάβω. Και αντε γεια τώρα, με αυτά που λέμε, γιατί άμα καταλάβει κανείς τίποτα, χαιρέτα μου…

Μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία, πως είναι μια καλή και πως μια κακή μέρα; Κακή είναι η μέρα που τεμπελιάζεις και σταματάς να προσπαθείς να καταλάβεις…όλα αυτά τα ακαταλαβίστικα που λέμε τόση ώρα. Αυτό φοβάμαι, μήπως καμιά φορά κοιμάται ένα κομμάτι του εαυτού μου και δεν προσπαθεί. Το νιώθω όταν λέω ότι «έπαιξα θέατρο» με την κακή έννοια, έβαλα δηλαδή τη μηχανή που ξέρω και δεν υπήρχε το κομμάτι που είναι σαν να κάνεις ελεύθερη πτώση. Γιατί είναι πολύ ωραία αυτή η αίσθηση. Είναι δύσκολο βέβαια, πρέπει να είσαι σε διαρκή εγρήγορση.

Άρα το ζητούμενο είναι να είσαι στα κόκκινα. Μα δε γίνεται να μην είσαι στα κόκκινα. Δεν εννοώ πάντα ενεργειακά. Μπορεί να φαίνεται κάτι πολύ ήσυχο. Αλλά η αντίληψή σου να είναι εντελώς «ανοιχτή». Μ’ αυτό παλεύεις και φυσικά δεν γίνεται πάντα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Είσαι από τους καλλιτέχνες που πιστεύουν ότι εξ ορισμού βρίσκονται σε μία τρόπον τινά προνομιακή θέση να μπορούν να αντιμετωπίζουν τα «εγκόσμια» μέσα από ένα πιο «ποιητικό πρίσμα» ή πιστεύεις ότι είναι κολοκύθια όλα αυτά; Για μένα είναι κολοκύθια. Ο καθένας μας έχει τον τρόπο του να βλέπει τα πράγματα, να τα μεταφράζει μέσα του και μετά να τα χρησιμοποιεί. Δεν θεωρώ ότι είναι προνόμιο της δουλειάς του καλλιτέχνη. Θεωρώ ότι είναι προσωπικό στοιχείο του οποιουδήποτε ανθρώπου. Όσο πιθανό είναι να το έχει ένας καλλιτέχνης, άλλο τόσο είναι να το έχει κάποιος που κάνει μια δουλειά γραφείου. Μπορεί απλά εκείνος να μη χρειάζεται να το χρησιμοποιήσει. Γιατί για μένα είναι το υλικό που θα φέρω στη δουλειά μου. Μπορεί δηλαδή να ακούσουμε μαζί ένα τραγούδι, το οποίο εγώ κάποια στιγμή να το ανασύρω ως υλικό. Ένας ήχος, μια στιγμή, κάτι που και οι δύο θα βιώσουμε ως σημαντικό, για μένα μπορεί να αποτελέσει υλικό. Αυτή είναι η μόνη διαφορά. Δεν ξέρω. Επειδή αντιλαμβάνομαι την καθημερινότητά ως κάτι πολύ σκληρό, μου είναι δηλαδή δύσκολο να τη διαχειριστώ ως στεγνή πραγματικότητα, μου αρέσει να ψάχνω μέσα σε αυτή τα υλικά που θα με βοηθήσουν να συνθέσω ένα ψέμα.

Σου φαινόταν ανέκαθεν δύσκολη η καθημερινότητα; Εν πάση περιπτώσει με το πέρασμα των χρόνων δεν γίνεται πιο εύκολη η διαχείρισή της; Μπα, όχι ιδιαίτερα. Κι όσο περισσότερο ασχολούμαι με τη δουλειά, τόσο περισσότερο αποφεύγω το άλλο κομμάτι.

Αν η Θεοδώρα του 2019 συναντούσε τη Θεοδώρα του 1999, θα συμπαθούσε η μία την άλλη; Ναι. Εννοώ ότι δε νιώθω ότι έχουμε και τόσο μεγάλη απόσταση μέσα μου. Το ίδιο υλικό είναι, απλώς προσαρμόζεται στα χρόνια και τις καταστάσεις.

Άρα θα έπιναν ένα ποτό μαζί. Φυσικά.

Τι ποτό; Τζιν με στιμμένο λεμόνι.

Ποια θα ήταν η πιο σημαντική συμβουλή που θα έδινες σε μία νέα ηθοποιό; Δεν είμαι καλή στις συμβουλές σε σχέση με τη δουλειά, εννοώ σε ένα γενικό πλαίσιο. Αν με ρωτούσε κάτι συγκεκριμένο, θα μπορούσα να της πω κάτι.

Οπότε δεν αναζήτησες ούτε εσύ γενικές συμβουλές όταν ξεκινούσες; Όχι. Αναζήτησα ορισμένα πολύ συγκεκριμένα πράγματα για τον τρόπο που γίνεται αυτή η δουλειά, σε επίπεδο μεθοδολογίας ας πούμε, όχι δηλαδή γενικά tips για το τι πρέπει να κάνει κάποιος για να γίνει καλός ηθοποιός.

«Το μόνο μου άγχος είναι να κάνω πράγματα που μου αρέσουν και να βρίσκομαι με ανθρώπους που θαυμάζω»

Αν είχες την ευκαιρία να ξεκινήσεις από την αρχή, θα το ξανάκανες όλο αυτό; Ναι, ακριβώς τα ίδια θα έκανα. Μέσα στη μεγάλη αταξία μου έχω καλή σχέση με το πώς είμαι μέσα σε αυτή τη δουλειά, ακόμη και όταν κάνω αρνητική κριτική στον εαυτό μου.

Όταν λες αταξία; Γιατί, για σου πω την αλήθεια, όλο αυτά που μου λες μου ακούγονται συγκροτημένα. Ε, έχω μια…συγκροτημένη αταξία. Άσ’ τα, χάος…

Μιας και είπες χάος, διάβασα κάπου ότι έχεις δει τους Nirvana το ’92 στο Reading. Όντως; Ναι, και μετά έτρεχα σε μνημόσυνα του Kurt Cobain ανά την Ευρώπη, μαζευόμασταν οι fans με κεριά και κιθάρες και κλαίγαμε. Είχε γίνει ένα στην Αθήνα, σε ένα παλιό κλαμπ, το Camel, πήγα και στην Ολλανδία, σε ένα πρώην καθεδρικό ναό που το έκαναν λαϊβάδικο, και κάπου στην Αγγλία.

Υπάρχει για σένα κάποιος ρόλος-δισκοπότηρο; Ίσως κάτι κλασικό; Όχι ακριβώς, αλλά μετά από την εμπειρία μου στο «Λεωφορείον ο Πόθος» θα ήθελα πολύ να κάνω κι άλλο Τενεσί Ουίλιαμς. Μου αρέσει η ατμόσφαιρα στα έργα του, μου ταιριάζει πολύ.

Είναι κάπως βαριά. Όχι ακριβώς βαριά. Έχει πολύ χιούμορ.

Βαρύ χιούμορ όμως. Ναι, μ’ αρέσει όλο αυτό το «παρακμιακό»…

Τον εκάστοτε ρόλο τον παίρνεις μαζί και στο σπίτι; Η αλήθεια είναι ότι στον ύπνο έχω συναντηθεί με τις μεγαλύτερες λύσεις στα πράγματα. Αλήθεια! Ίσως γιατί δεν κοιμάμαι και πολύ βαριά, όταν με απασχολεί κάτι και το σκέφτομαι ακόμη και μέσα στον ύπνο, μ’ έχει βοηθήσει ο εαυτός μου.

Σου ‘χει τύχη δηλαδή να ξυπνήσεις κάθιδρη με μια ιδέα; Όχι, όχι, δεν εννοώ αυτό. Κάπως σαν να σκέφτομαι αυτό που κάνω μέσα στον ύπνο μου και να παρατηρώ τον εαυτό μου απ’ έξω οπότε λύνονται κάποια θέματα. Περίεργο, ε;

«Μέσα στη μεγάλη αταξία μου έχω καλή σχέση με το πώς είμαι μέσα σε αυτή τη δουλειά, ακόμη και όταν κάνω αρνητική κριτική στον εαυτό μου»

Μετά από τις δύο παραστάσεις που παίζεις τώρα και θα κατέβουν το Πάσχα, τι έχει το πρόγραμμα; Τον Απρίλιο ξεκινάμε πρόβες για τις Νεφέλες που θα ανεβάσει ο Δημήτρης Καραντζάς και κάπου εκεί θα βγεις στις αίθουσες και η ταινία της Στέλλας.

Δεν σταματάς, λοιπόν, ποτέ. Ούτε σταμάτησες όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, ή μάλλον της νέας μονιμότητας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε επηρεάζει γενικά; Φυσικά, ρε συ. Τελείως πρακτικά, χρειάζεται να δουλεύω συνέχεια για να επιβιώσω. Το υπαρξιακό, αν θες, είναι ότι αναγκάζομαι μερικές φορές να κάνω δύο-τρία πράγματα συγχρόνως. Κι επειδή είμαι μονομανής από τη φύση μου, δεν έχω την πολυτέλεια να αφιερωθώ στο ένα έτσι όπως θα ήθελα, οπότε αυτό με φέρνει σε κρίση με τον ίδιο μου τον εαυτό γιατί αναγκάζομαι να κάνω εκπτώσεις. Αυτό είναι που με φέρνει σε ρήξη με τον ίδιο μου τον εαυτό. Το ότι αναγκάζομαι εκ των πραγμάτων να κάνω εκπτώσεις σε σχέση με το πώς υπάρχω και αντιλαμβάνομαι τα πράγματα. Αυτό είναι πιο φοβερό για μένα από οτιδήποτε άλλο. Φυσικά θα προτιμούσα να ήταν ένας ρόλος κάθε φορά. Μου φαίνεται τρελό ότι πρέπει να κάνω αυτό κι αυτό κι αυτό… Νομίζω ότι κάνω τρελές εκπτώσεις μέσα μου σε σχέση με τον τρόπο που θα ήθελα να δουλεύω και είναι κάτι που εντείνεται χρόνο με το χρόνο. Γιατί δε γίνεται αλλιώς.

Παρεμπιπτόντως είσαι σίγουρη ότι το σκυλί σου είναι κορίτσι; Ρε Φωφώ, τι είν’ αυτά που κάνεις; Κάθε μέρα τα ίδια. Έτσι προσπαθεί να μου επιβληθεί… (σ.σ. η μικρή σκύλα ερωτοτροπεί με το σταυρωμένο πόδι της Θεοδώρας Τζήμου).

Νομίζω ότι πρέπει να κλείσουμε με αυτόν τον ευχάριστο τόνο. Ε, βέβαια. Είμαι τόσο καλή εκπαιδεύτρια που το σκυλί μου νομίζει ότι είναι αγόρι.


Λα Πουπέ
Από Μηχανής Θέατρο, Ακαδήμου 13,Μεταξουργείο. Τηλ.: 2105232097,
amtheater.gr
Πουλιά στον αέρα
Θέατρο Αλίκη, Αμερικής 4,Κέντρο, Τηλ.: 2103210021
Θεοδόσης Μίχος

Ο Θεοδόσης Μίχος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει στο κέντρο της Αθήνας από το 1998. Εργάζεται ως δημοσιογράφος (είναι συνιδρυτής της Popaganda) και ραδιοφωνικός παραγωγός (καθημερινά 8-10πμ στον Best 92.6). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Κράτα το σόου (2016) και Η Αλκμήνη και οι άλλοι (2020).