Το μικρό δωμάτιο με τα μεγάλα παράθυρα τούς είναι τόσο οικείο ώστε ξέρουν από πριν ότι θα είναι μάταιο να προσπαθήσουν να καθίσουν όλοι, οι περισσότεροι το καλύτερο που μπορούν να κάνουν είναι απλώς να ακουμπήσουν κάπου – στην άκρη του τραπεζιού με την ελαφρώς σκονισμένη κονσόλα του ηχολήπτη, στον γδαρμένο πάγκο πάνω στον οποίο είναι παραπεταμένες μερικές βαθιά χαρακωμένες μπαγκέτες, στον τοίχο με την αφίσα του Φλωρινιώτη πλάι σε εκείνη ενός περσινού live της μπάντας – για να μιλήσουν, να πει ο ένας για τη χθεσινή συναυλία του με μία άλλη μπάντα, να πει ο άλλος για το νέο πετάλι που αγόρασε για την κιθάρα, να ανοίξει ο τρίτος μία μπύρα για να μοιραστεί με τον τέταρτο που όμως έχει ήδη ανοίξει μια γκαζόζα, να κάνει τέλος πάντων το καθένα από τα 7 μέλη των Thee Holy Strangers ό,τι χρειάζεται μέχρι να «ζεσταθούν» όλοι μαζί αρκετά, ώσπου να ανοίξει ο ηχολήπτης τη μονωμένη ξύλινη πόρτα, να τη διαβεί ο καθένας τους σκύβοντας το κεφάλι, να βρεθούν όλοι μαζί στο διπλανό δωμάτιο (που μοιάζει με καμπίνα) με τα ντραμς, τους ενισχυτές και τα υπόλοιπα όργανα, να σταθεί ο καθένας στη θέση που του αναλογεί, να μπουν τα καλώδια στα βύσματα, να βγουν οι πένες από τις τσέπες, να κουρδιστούν οι χορδές, και όλα να είναι έτοιμα για να ξεκινήσει η πρόβα, μόλις τελικά ο ντράμερ χτυπήσει συνθηματικά τέσσερις φορές τις μπαγκέτες του μεταξύ τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μετά τα πρώτα ριφ, στρέφω το βλέμμα μου από το θολό τζάμι που χωρίζει τον ηχολήπτη από τη μπάντα προς το ανοιχτό (για να φεύγει η κάπνα) παράθυρο κι έτσι όπως το υποκίτρινο φως του στύλου φωτίζει το κόκκινο αστέρι του θεάτρου Εμπρός, η Ρήγα Παλαμήδου μοιάζει με κάποιο τυχαίο στενό του πρώην ανατολικού ή δυτικού Βερολίνουόπως ήταν τα υποφωτισμένα στενά εκατέρωθεν του Τείχους λίγο πριν από την πτώση του, το 1989, τότε που οι Last Drive προσγειώθηκαν εκεί για δεύτερη φορά («το ένιωθες στην ατμόσφαιρα ότι κάτι έφτανε στο τέλος του∙ η πόλη ήταν σαν ένα συσπειρωμένο ελατήριο και όλοι -κι απ’ τις δυο πλευρές του τείχους- έδειχναν να το έχουν πάρει είδηση ότι τα πράγματα θα άλλαζαν οριστικά», όπως έχει γράψει με τον μοναδικά συγκινητικό του τρόπο ο Αλέξης Καλοφωλιάς) ή όπως φαντάζομαι ότι ήταν τα υποφωτισμένα στενά εκατέρωθεν του Τείχους εγώ που πήγα για πρώτη φορά στην «πόλη που πάντα χρωστάει κάτι στην ιστορία της» σχεδόν 20 χρόνια μετά τους Last Drive.

Μόνο ένα πράγμα μπορώ να σκεφτώ, και αυτό είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα που θέλω να μάθω από τους Strangers, αυτό είναι το πρώτο πράγμα που θα τους ρωτήσω όταν πια η πρόβα τους θα έχει τελειώσει και θα επιστρέψουν όλοι στο μικρό δωμάτιο με τα μεγάλα παράθυρα: ποιο είναι το drive και από που πηγάζει σε ικανή και αναγκαία ποσότητα ώστε να αποφασίσουν οι συγκεκριμένοι 7 (the magnificent seven, με τον τρόπο τους) με πολλά χρόνια ενεργής συμμετοχής στη «σκηνή» ο καθένας τους, να στήσουν μία νέα, παράδοξα πολυμελή για τα δεδομένα της εποχής μπάντα, να χρηματοδοτήσουν μόνοι τους τις πολύμηνες ηχογραφήσεις στο σπίτι του Νίκου Νικολαϊδη – εκεί όπου γυρίστηκαν τα Κουρέλια  του ντεμπούτο τους («ελπίζουμε να καταφέρουμε να το ξεχρεώσουμε» θα μου πουν μειδιώντας ελαφρά), για να επικοινωνήσουν την «cosmic swamp music» τους, ένα «λεκτικό ταγκάρισμα» του ήχου τους που μπορεί να το διάλεξαν για πλάκα, όμως ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, όσο κι αν τα τόσο-όσο ψυχεδελικά και ειλικρινά «βρώμικα» blues τους μοιάζουν σε πρώτη ανάγνωση όσο εκτός εποχής πρέπει, ειδικά σε μία εποχή που φαντάζει εκτός πραγματικότητας. Γενικά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Και η Φλώρα Ιωαννίδη (των Make Believe) θα μου πει: «Δε μας αρέσει η μοναξιά».

Και μετά θα μου πει ο Αλέξης Καλοφωλιάς (των Last Drive): «Αυτό που είχα εγώ στο μυαλό μου για τους Holy Strangers ήταν ότι θα αποτελούσαν κάτι σαν ισοσταθμιστή διαθέσεων, καταστάσεων, προβλημάτων. Τα τρία χρόνια που υπάρχει η μπάντα έχουμε ζήσει τρελά πράγματα. Υπάρχουν γεγονότα που μπορεί να σε ακυρώσουν τελείως ως καλλιτέχνη. Ένα νεκρό παιδί σε μια παραλία ξεπερνάει ό,τι έχει υπάρξει στην τέχνη από τότε που… καταλαβαίνεις τι θέλω να πω».

Για να ολοκληρώσει λίγο αφότου θα έχουν αυτοσαρκαστεί ως «πάλιουρες» που τάχα μου έφτιαξαν ένα rock supergroup: «Η λέξη-κλειδί είναι επιμονή. Και ξεροκεφαλιά. Και πίστη».

Γιατί τελικά αυτά είναι τα μόνα που μετράνε στη μεγάλη Κόντρα της ζωής που μας έμελλε να ζήσουμε.

Θεοδόσης Μίχος

Ο Θεοδόσης Μίχος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Ζει στο κέντρο της Αθήνας από το 1998. Εργάζεται ως δημοσιογράφος (είναι συνιδρυτής της Popaganda) και ραδιοφωνικός παραγωγός (καθημερινά 8-10πμ στον Best 92.6). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Κράτα το σόου (2016) και Η Αλκμήνη και οι άλλοι (2020).

Share
Published by
Θεοδόσης Μίχος