ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Χατζής πιστεύει ότι το θέατρο είναι μια τέχνη που ανήκει στον ηθοποιό

«Νομίζω, το τι τελικά κάνεις στη ζωή σου καθορίζεται από αυτό που ήθελες πάντα. Εγώ ήθελα από παιδί να αφηγούμαι ιστορίες. Να δημιουργώ δικούς μου κόσμους. Με ενδιέφερε ο λόγος, η ποίηση, η μουσική. Να εκφράζομαι «παίζοντας» στον χώρο και στον χρόνο. Έτσι με κέρδισε το θέατρο. Αν και οι πρώτες μου σπουδές ήταν πάνω στην μουσική. Στο πιάνο. Στο θέατρο όμως κατάλαβα πως  συνυπάρχουν όλα. Το σώμα, ο χώρος, ο χρόνος, η μουσική, ο χορός, το τραγούδι…». Στο νέο του έργο, ο σταθερά καλλιτεχνικά ανήσυχος Κωνσταντίνος Χατζής διαλέγει και πάλι κόσμους και επιλέγει νέες ιστορίες να διηγηθεί. Μεταμεσονύχτια.

«Είναι η πρώτη φορά που το επιχειρώ», λέει. «Υπήρχε, για να είμαι κρήνης, ο φόβος της ώρας. Λες, θα λειτουργήσει; Θα  ακολουθήσει το κοινό; Βλέπω όμως σιγά-σιγά πως λειτουργεί. Η ενέργεια που δημιουργείται, όπως και ο σκηνικός χρόνος, ανοίγει πλέον με έναν άλλον τρόπο. Ο οποίος έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Έχει μια άλλη πυκνότητα. Και για εμάς, στη σκηνή, αλλά και για τους θεατές».

Αυτή τη φορά, διαλέγει να μιλήσει για τον πόλεμο ως πολιτική πράξη και ως όργανο της πολιτικής, ακουμπώντας την ποίηση δύο αρχαίων τραγωδιών: «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου και «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Έχοντας βεβαίως ως πολύτιμο δώρο-αρωγό τη μουσική του συνθέτη και Καλλιτεχνικού Διευθυντή της Λυρικής Σκηνής, Γιώργου Κουμεντάκη. Η υποβλητική μουσική του διακεκριμένου συνθέτη δεν συνομιλεί απλά με τις τραγωδίες του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αλλά λειτουργεί περισσότερο ως αυτόνομο μουσικό έργο. Λέξεις, ήχοι, εικόνες συνθέτουν μια μοναδική θεατρική-μουσική εμπειρία.

Κωνσταντίνος Χατζής © Άγγελος Χιλλ

Του ζητάω να με ξεναγήσει σε αυτή την συνάντηση. «Τα δυο τελευταία χρόνια ασχολούμαι συνειδητά με τον τραγικό λόγο. Σε ένα ερευνητικό πεδίο. Η πρώτη «πειραματική» μου δουλειά ήταν η «Κλυταιμνήστρα, μουσική δωματίου για ένα μουσικό όργανο» που πρωτοπαρουσιάστηκε στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών με τη Σοφία Χιλλ. Ένα υβριδικό είδος, που προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε. Εκεί ήταν η πρώτη μας συνεργασία μας με τον Γιώργο Κουμεντάκη, έναν από τους πιο σημαντικούς συνθέτες, κατά την γνώμη μου, που διαθέτουμε. Ο σημαντικότερος στην εποχή μας. Υπάρχει όμως ένα χαρακτηριστικό που είναι σπάνιο να επιτευχθεί. Η τραγωδία, εκτός των άλλων, είναι ποιητικός λόγος. Άρα μουσική. Κι εδώ υπάρχει μια μεγάλη παγίδα. Πολλές φορές το έχουμε δει να συμβαίνει. Όταν ο ίδιος λόγος είναι μουσική, έχει ανάγκη από άλλη μουσική; Και αν ναι, τι μουσική χρειάζεται; Αν ανατρέξουμε ιστορικά σε παραστάσεις, σπάνιες φορές έχει επιτευχθεί σωστά αυτό το «πάντρεμα» ποιητικού λόγου με μουσική. Και εδώ έρχεται το ταλέντο του Γιώργου, που, μέσω της ελευθερίας που σου δίνει, σου επιτρέπει να βρεις τον τρόπο να γίνει απαραίτητο δομικό στοιχείο της παράστασης η μουσική. Το έχω πει πολλές φορές, εδώ έχω να κάνω με τρεις συγγραφείς και τρεις συνθέτες. Αισχύλος, Σοφοκλής, Κουμεντάκης. Είμαι πολύ τυχερός και ενθουσιασμένος για αυτή τη δεύτερη συνεργασία. Δεν είναι αυτονόητο πως η μουσική μεγάλων συνθετών μπορεί να συνομιλήσει με το θέατρο».

Στην παράσταση, ο σκηνοθέτης ξεκινά από τις ρίζες του μύθου των Λαβδακιδών και ακολουθεί  την πορεία του εμφύλιου αλληλοσκοτωμού ανάμεσα στον πατέρα και τον γιο, Λάιο και Οιδίποδα, αλλά και στ’ αδέλφια Ετεοκλή και Πολυνείκη και, τέλος, στον θάνατο της Αντιγόνης. Μύθος, μνήμη, χρόνος. Πόλεμος. Αίμα. Αίμα εμφύλιο.

Σκηνή από την παράσταση «Επτά επί Θήβας/Αντιγόνη»

Σκέφτομαι ότι ο πόλεμος ελκύει ως επί το πλείστον τον δημιουργό περισσότερο από την ειρήνη. Τον ρωτάω αν έχει μια απάντηση σε αυτό. «Η αλήθεια είναι πως όλα σχεδόν τα έργα της τραγωδίας ασχολούνται με τον πόλεμο. Αυτό είναι το θέμα τους. Σχεδόν ποτέ δεν “μιλάνε” για την ειρήνη. Συνήθως, μέσα από τα χορικά, υμνούν, επιθυμούν την ειρήνη. Για να είμαι πιο ακριβής, όλοι την ειρήνη αποζητούμε και θέλουμε, αλλά αυτό γίνεται μέσα από τον πόλεμο. Αυτό το συναντάμε σε όλα τα μεγάλα έργα. Αρχίζουμε από τον πόλεμο για να βρούμε την ειρήνη».

Αναρωτιέμαι τι τον τράβηξε πραγματικά σε αυτά τα δύο έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή. «Έχοντας ήδη σκηνοθετήσει τον Οιδίποδα Τύραννο», λέει, «μου δημιουργήθηκε μια βαθιά επιθυμία για τον μύθο των Λαβδακιδών. Ήθελα να βρω έναν τρόπο να αρχίσω από την “αρχή” και να ακολουθήσω τον μύθο βήμα-βήμα μέχρι το τέλος. Με ενδιέφερε να “δω” όλα τα πρόσωπα. Να βρω έναν τρόπο να περάσω από την αφηγηματική λειτουργία -που ήταν απαραίτητη και για εμάς τους συντελεστές αλλά και για τους θεατές, να ξέρουν τι έχει προηγηθεί και τι θα ακολουθήσει, μια λειτουργία που συναντάμε στα έργα του Ευριπίδη – στον “λόγο” του ήρωα. Στην αφήγηση υπάρχουν άλλοι ρυθμοί, χρόνοι, δονήσεις, εικόνες, ενώ όταν περνάμε στο “εγώ” του ήρωα όλα αλλάζουν. Και ο τόνος και ο ρυθμός και η ίδια μουσικότητα της ποίησης. Έτσι, από τον φόνο του Λάιου από τον γιο του τον Οιδίποδα, τον αλληλοσκοτωμό των γιων του Οιδίποδα, του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, φτάνουνε στο τέλος του μύθου με τον θάνατο της Αντιγόνης. Ο μύθος αρχίζει με το πρώτο φως του ήλιου που πέφτει πάνω στην Θήβα και κλείνει με το σκοτάδι του τάφου της Αντιγόνης. Στον πυρήνα των έργων υπάρχει ο πόλεμος ανάμεσα σε αυτούς που κατέχουν την εξουσία και σκοτώνουν για να διατηρήσουν αυτήν την εξουσία. Ένας πόλεμος εμφύλιος. Είχα την ευκαιρία να ανακαλύψω τη ρίζα της εμφύλιας βίας».

Του ζητάω να μου πει τι είναι αυτό που αγαπά στο θέατρο. «Η συνύπαρξη», μου λέει. «Το σημαντικότερο για μένα στο θέατρο είναι η συνύπαρξη με τους άλλους. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε χωρίς τους άλλους. Εγώ δεν μπορώ να λειτουργήσω μόνος μου. Ακόμα και όταν θέλω να νιώσω μόνος μου, πρέπει να είμαι ανάμεσα σε άλλους. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να είμαι μόνος μου και να εκφράζομαι. Έτσι βρίσκω τον εαυτό μου. Τον δρόμο μου. Ψάχνω για κάτι που είναι δύσκολο να βρω, αλλά οι άλλοι με βοηθούν σαν παρουσίες να ψάχνω. Να υπάρχω. Οι άλλοι γύρω είναι σαν το νερό που με παρασύρει, κι εγώ μέσα από αυτή την κατάσταση ανακαλύπτω τη ζωή, τον άλλον, τον εσωτερικό μου κόσμο, τα θέλω μου. Όταν πρωτοασχολήθηκα με το θέατρο, συμμετέχοντας στη θεατρική ομάδα του σχολείου μου, και έκανα την πρώτη μου ερασιτεχνική σκηνοθεσία, ένιωσα αμέσως ότι αυτό ακριβώς ήταν που ήθελα να κάνω. Απλώς συνέβη. Κατάλαβα ότι μέσα από την υποκριτική μπορούσα να είμαι ο εαυτός μου. Μερικές φορές ήθελα πολύ να παίζω στις παραστάσεις μου, αλλά δεν διέθετα αυτά τα υποκριτικά «υλικά» που θα με έφταναν στο βάθος που ήθελα. Έκανα πίσω. Έτσι λοιπόν ασχολήθηκα με τη σκηνοθεσία.  Τώρα πια, έχω μια άρνηση να αποδεχτώ τον «ρόλο» του σκηνοθέτη. Γιατί ζούμε στην εποχή της παντοδυναμίας του σκηνοθέτη. Και ξέρετε, είναι κάτι που συνέβη σιγά-σιγά, πολλές φορές ερήμην μας, και οι περισσότεροι καλούμαστε να παίξουμε αυτό τον ρόλο χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Το θέατρο είναι μια τέχνη που ανήκει στον ηθοποιό. Από εκεί αρχίζουν όλα και τελειώνουν όλα. Στον ηθοποιό».

Επτά επί Θήβας/Αντιγόνη
Σκηνοθεσία, συρραφή κειμένων, απόδοση: Κωνσταντίνος Χατζής
Μουσική: Γιώργος Κουμεντάκης
Σύλληψη ιδέας: Αντιγόνη Καράλη, Κωνσταντίνος Χατζής
Σχεδιασμός φωτισμών: Κωνσταντίνος Χατζής
Κοστούμια: Η ομάδα
A´ βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Πανταζή
B´ βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξάνδρα Καραβιώτη
Ερμηνεύουν: Χάρης Δήμος (Πολυνείκης/Ετεοκλής), Κωνσταντίνος Χατζής (Αντιγόνη)
Φωνή Αντιγόνης: Σοφία Χίλλ
Κλαρινέτο παίζει ζωντανά ο Χάρης Δήμος
H παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείου Πολιτισμού

Θέατρο Σταθμός
8 – 30 Δεκεμβρίου 2023
Ώρα έναρξης: 23:30 | Διάρκεια: 50′ (χωρίς διάλειμμα)
Τιμή εισιτηρίου: 10€ – Προπώληση: www.ticketservices.gr
Δημήτρης Πάντσος