ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Λένα Κιτσοπούλου: «Πρωθυπουργό θα ήθελα τον Ράμπο και υπουργό πολιτισμού τον Κόναν τον Βάρβαρο»

Αυθεντική. Παθιασμένη. Πολυτάλαντη. Αθυρόστομη. Χείμαρρος σε όλα. Πολιτικά, ανήκει «στην ανεξάρτητη μοναξιά». «Είναι ένα κόμμα αυτό, που αποτελείται από τον εαυτό μου», λέει σοβαρότατα. Δεν ξέρω πώς μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιος, όσο κι να την έχει παρακολουθήσει, να την έχει ζήσει, αυτή την εντελώς μοναδική περίπτωση στο ελληνικό θέατρο (για την οποία, παραδόξως, «Η ζωή χωρίς θέατρο είναι μία τελειότητα»), εντελώς suis generis στο ελληνικό πάλκο (όπου θα ήθελε να την είχε ανακαλύψει ο ίδιος ο Ζαμπέτας για να της γράψει τα «Ξημερώματα») και ακραία ιδιοσυγκρασιακή στην ελληνική λογοτεχνία (όπου έχει βραβευτεί). Η Λένα Κιτσοπούλου σκηνοθετεί, παίζει θέατρο, τραγουδά ρεμπέτικα, γράφει κείμενα, ζωγραφίζει, φτιάχνει κεραμικά. Κυρίως, κάνει πάντα αυτό που αισθάνεται. Χωρίς ποτέ να σταματά.

«Σε όποια συνθήκη κι αν είμαι, όπου κι αν είμαι, ο εγκέφαλός μου δεν σταματάει ποτέ. Ζω με την αίσθηση ότι κάνω ατελείωτες διακοπές», αναφέρει σε μια περίοδο που «κολυμπάει» στα ερέβη της πιο απρόσιτης και σπανίως παρουσιαζόμενης αριστοφανικής κωμωδίας. Των «Σφηκών» (παρουσιάζονται στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου την Παρασκευή και το Σάββατο , 14 και 15 Ιουλίου). Την οποία, μάλιστα, τολμάει να διασκευάσει…γενναιότατα.

Λένα, πότε είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής σου; Οι πρόβες; Όταν σκηνοθετείς; Όταν σε σκηνοθετούν; Όταν σκηνοθετείς και παίζεις; Έχεις καταλήξει;

Όταν με σκηνοθετούν, είναι ό,τι χειρότερο για τη ζωή μου, γι’ αυτό και το αποφεύγω. Εκτός αν συμβεί με κάποιον σκηνοθέτη που να είναι συγγενής μου, να μοιάζουμε πολύ, αλλά και πάλι, πολύ δύσκολα. Δεν μου αρέσει νομίζω πια να παίζω σε παραστάσεις άλλων και γενικά να παίζω στο θέατρο, παρά μόνο σε πολύ ειδικές περιπτώσεις και για πολύ λίγες παραστάσεις. Όταν σκηνοθετώ εγώ, τα πράγματα είναι ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο ταυτόχρονα, γιατί απ’ τη μία έχω πολλά πάρε δώσε με τον εαυτό μου και γίνονται μάχες μέσα μου, απ’ την άλλη όμως έχω και μεγάλη ανάγκη να φτιάξω κάτι ολόκληρο από το μηδέν και να εκτεθώ με αυτό, οπότε αυτή η διαδικασία για μένα έχει πολλά σκαμπανεβάσματα. Από τον πάτο στην κορυφή και από την κορυφή στον πάτο, συνέχεια. Όταν έχω και να παίξω η ίδια, ενώ σκηνοθετώ και ενώ παράλληλα γράφω, συνήθως δεν έχω τον χρόνο να ασχοληθώ με το δικό μου παίξιμο, οπότε κι αυτό, ενώ από τη μία είναι χαρά, πολλές φορές καταντάει και λίγο τρομαχτικό. Έχει όμως πάντα αδρεναλίνη αυτή η γρηγοράδα με την οποία μπαίνω κι εγώ στη σκηνή.

Πώς είναι η ζωή σου όταν δεν έχεις θέατρο;

 Η ζωή χωρίς θέατρο είναι μία τελειότητα, γιατί ο τρόπος που εγώ κάνω θέατρο, γράφοντας, σκηνοθετώντας ταυτόχρονα και παίζοντας, απαιτεί τρελή συμπίεση εγκεφάλου, μπορεί να γράφω κείμενα μέχρι και μία μέρα πριν την πρεμιέρα. Δεν ησυχάζω ούτε λεπτό και αυτό δεν αντέχεται για πολύ. Μου αρέσουν πολύ οι μοναχικές δημιουργίες, η ζωγραφική, το γράψιμο, η κεραμική. Στο θέατρο αντιμετωπίζω κάποιες κόντρες από τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν έχω καθόλου ηγετική φύση, δεν μ’ αρέσει να περιμένουν οι άνθρωποι κάτι να τους πω, με δυσκολεύει λίγο το μοίρασμα, παρόλο που νιώθω πάντα τεράστια αγάπη για τους ανθρώπους που συνεργάζομαι μαζί τους. Εκτιμώ πολύ το γεγονός ότι κάποιος ανεβαίνει σε μία σκηνή και υπηρετεί ένα έργο μου, ή παλεύει να του δώσει ακόμα μεγαλύτερη υπόσταση, δεν το θεωρώ καθόλου αυτονόητο, αλλά επειδή κι εγώ παλεύω απ’ τη μεριά μου να σπάσω τους τοίχους του εαυτού μου, υποφέρω καμιά φορά από το αίσθημα ότι οι άνθρωποι μαζί μου χάνουν τον χρόνο τους. Με λίγα λόγια, όταν είμαι με κόσμο, η ανασφάλειά μου με θλίβει περισσότερο απ’ ότι όταν είμαι μόνη μου. Ακριβώς επειδή με νοιάζει πολύ να χαίρονται οι γύρω μου, να γουστάρουν, άμα π.χ. έχω κάποια στιγμή την ανάγκη να μη μιλάω, βιάζω τον εαυτό μου να πει κάτι με το ζόρι, μόνο και μόνο για να μην νιώσουν οι άλλοι ότι τους εγκαταλείπω. Μπορεί εγώ σε μία πρόβα να θέλω να βουλιάξω μέσα σε σκοτάδια και σε κενό, πιέζομαι όμως να δείξω εξωστρεφής κάποιες φορές, ώστε να μην μεταδώσω αρνητική ενέργεια στους γύρω.

Προτιμάς  να ζεις πάνω στο σανίδι, στο πάλκο ή τον δρόμο;

Αυτά όλα για μένα είναι αλληλένδετα, το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Σε όποιο τοπίο από τα τρία κι αν βρίσκομαι θέλω να είμαι εκατό τοις εκατό παρούσα. Στον δρόμο ό,τι μου συμβαίνει είναι όλα θέματα, υλικά και συναισθήματα για το θέατρο. Στο θέατρο ό,τι συμβαίνει μου μαθαίνει πώς θέλω να είμαι στον δρόμο. Στο πάλκο έρχονται το θέατρο και ο δρόμος σε μία αρμονία. Είμαι πιο πολύ ο εαυτός μου, ενώ παράλληλα ναρκισσεύομαι και με τον ρόλο της τραγουδίστριας. Παραμυθιάζομαι, νομίζω είμαι είκοσι χρονών και θα με ανακαλύψει ο Ζαμπέτας και θα γράψει για μένα τα «Ξημερώματα».

Έχεις γίνει καλύτερη με τα χρόνια; Σε τι;

Σίγουρα με τα χρόνια πέφτουν οι αντοχές, όμως το να χάνεις τις αντοχές σου σε κάνει και πιο δυνατό. Ζητάς πιο επίμονα αυτό που θες, αισθάνεσαι ότι το δικαιούσαι, ξέρεις ποιες συνθήκες σε ευχαριστούν ή σε κάνουν πιο δημιουργικό και τις ζητάς πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα έκανες νεότερος. Μπορείς να εκμεταλλευτείς το γήρας προς όφελός σου και να είσαι ακόμα πιο τολμηρός. Ο θάνατος πλησιάζει και δεν έχεις να χάσεις τίποτα. Κάθε μέρα είναι σαν η τελευταία. Είναι πιο ματαιωμένα όλα, όμως αυτό έχει και μία μεγαλύτερη ελευθερία.

Γράφεις, ζωγραφίζεις όσο ετοιμάζεις παράσταση; Τι κάνεις παράλληλα;

Είναι τόσο απάνθρωποι οι χρόνοι προετοιμασίας μιας παράστασης, ειδικά στην περίπτωση της Επιδαύρου, όπου είναι πολλά τα μέτωπα που έχεις να αντιμετωπίσεις, πολύ ανεβασμένες οι ταχύτητες για να προλάβεις, που δεν έχω χρόνο δυστυχως ούτε να κοιμηθώ. Θα ήθελα να ήταν τα πράγματα λίγο πιο άνετα, λιγο πιο ευρωπαϊκά, λίγο πιο πλούσια σε βιταμίνες, λίγο πιο ιδανικά, λίγο πιο αυτονόητα τα αυτονόητα. Είναι πιεσμένα και αυτό πιέζει και εμένα. Το Εθνικό θέατρο και ο Γιάννης Μόσχος δίνουν μεγάλο αγώνα για εμάς, με ανθρώπους υπέροχους στον τομέα του ο καθένας και με ό,τι μέσα διαθέτουν, με πίστη, με αυτοθυσία και παρόλα αυτά οι συνθήκες είναι για όλους μας δύσκολες. Όλοι ξεπερνάμε τα όρια της αντοχής μας και εμείς και η παραγωγή. Κανονικά θα ήθελα να προλαβαίνω να εμπνέομαι παράλληλα με τις πρόβες κι από άλλα πράγματα, δυστυχώς αυτό δεν γίνεται.

Γιατί τους «Σφήκες»; Γιατί ανεβαίνουν τόσο σπάνια;

Νομίζω επειδή είναι ένα έργο ολιγοπρόσωπο και ίσως επειδή δεν έχει πολλές εναλλαγές χώρων. Ασχολείται κάπως εμμονικά με την ψύχωση και τη δικομανία αυτού του πατέρα, του κεντρικού ήρωα. Είναι ένα ρυθμικό παραλήρημα περισσότερο, ένα ψυχογράφημα, ένα κάπως πιο ρεαλιστικό έργο σε σχέση με τα υπόλοιπα του Αριστοφάνη και ίσως σε μία πρώτη ανάγνωση δεν δίνει  πολλές δυνατότητες για δράσεις και εικόνες.

Γιατί το διασκευάζεις; Δεν αντέχει το έργο σήμερα;

Ο Αριστοφάνης, πέρα από την μεγαλειώδη ποίησή του, έχει και μία τεράστια δύναμη στο θάρρος να κατονομάζει στα έργα του πρόσωπα συγκεκριμένα και σχεδόν κάθε του φράση να είναι ένα σχόλιο πάνω σε κοινωνικά, πολιτικά ή απλά καθημερινά θέματα της εποχής που ζει, τα οποία δεν μας είναι καθόλου αναγνωρίσιμα σήμερα. Ο μεταφραστής που με βοήθησε πάρα πολύ, μεταφράζοντας το έργο λέξη προς λέξη για να μπορώ εγώ, γράφοντας, κάπου να πατάω, ο κος Στέλιος Χρονόπουλος, σε μία από τις πρώτες κουβέντες που είχαμε, μου είπε κάτι πολύ ωραίο. Όταν τον ρώτησα, «μα, συγγνώμη, εσείς γελάτε με τα αστεία του Αριστοφάνη;», έκανε μία παύση και μου απάντησε: «Γελάω. Αλλά μου πήρε τέσσερα χρόνια να γελάσω». Θέλω να πω, ότι άμα κάποιος δεν είναι ένας ειδικός μελετητής του, δεν μπορεί να αντιδράσει άμεσα ούτε στο χιούμορ του, ούτε στην απελπισία που ουρλιάζει πίσω από το χιούμορ του. Δεν νομίζω ότι μπορούν η αμεσότητα του λόγου του, τα ακατάπαυστα σχόλιά του και οι συνεχής αναφορές του στο δικό του «σήμερα», να εισχωρήσουν κεραυνοβόλα  στον  θεατή του δικού μας «σήμερα». Νομίζω ότι αυτό ήταν το ζητούμενο του Αριστοφάνη, να ενοχλήσει, να μαχαιρώσει, να φτιάξει ποίηση με τη γλώσσα της αγοράς, του δρόμου, και  γράφοντας εγώ ένα δικό μου έργο, προσπαθώ να υπηρετήσω πάνω από όλα το δικό του ζητούμενο. Ήθελε να είναι αιχμηρός, αθυρόστομος, ήταν βαθιά μελαγχολικός, ήταν ένας μανιασμένος ανεμοστρόβιλος, ήταν αναρχικός, ήταν τολμηρός, ήθελε να καταδικάσει τη διαφθορά της εξουσίας, την ανθρώπινη μικρότητα  –  στο συγκεκριμένο έργο, τα λαϊκά δικαστήρια, τη διαπλοκή – και δεν θα μπορούσα να του είμαι πιστή, αν δεν προσπαθούσα και εγώ να καταδικάσω αυτά που συμβαίνουν σήμερα και να μιλήσω με τη δική μου γλώσσα. Αν δεν έγραφα ένα δικό μου έργο, νομίζω ότι δεν θα ήταν Αριστοφάνης. Ο ίδιος με οδηγεί στην ελευθερία αυτή.

Είμαστε δικομανείς; Θέλεις να μιλήσεις για τα λαϊκά δικαστήρια που στήνονται στις τηλεοπτικές εκπομπές και στα social media; Αυτό το «…σε καταδικάζω στην εκπομπή μου, στο κινητό μου, δημόσια, όπου βρεθώ κι όπου σταθώ, και προσέξτε καλά: όποιος δεν συμφωνεί μαζί μου είναι φασίστας, είναι συνένοχος με τον ένοχο. Κατηγορώ, άρα είμαι κάτι. Κατηγορώ άρα υπάρχω…», όπως έχεις γράψει; Αυτό είμαστε;

Αν δεχτούμε ότι ο κάθε λαός έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά, εμείς νομίζω ότι είμαστε ο λαός του κουτσομπολιού, του φθόνου, του καφενείου, της κριτικής, απλώς τώρα που υπάρχουν τα σόσιαλ έχει βγει στην επιφάνεια η ανάγκη αυτής της αυτοπροβολής ακόμα περισσότερο. Είμαστε νάρκισσος και εγωπαθής λαός νομίζω, λόγω έλλειψης παιδείας και λόγω του ότι πάντα υπήρξαμε, τουλάχιστον στην σύγχρονη ιστορία μας, υπόδουλοι, υπηρέτες, εξαρτημένοι πάντα οικονομικά από άλλους, άρα ανασφαλείς, άρα υποτελείς και  άρα παραπονούμενοι και με φθόνο απέναντι σε οτιδήποτε θεωρούμε πιο ελεύθερο και αυτόνομο από εμάς. Μας φταίνε πάντα όλοι οι άλλοι, ποτέ ο εαυτός μας και λόγω αλλεπάληλων κακουχιών και καμίας ποτέ φροντίδας ουσιαστικής από μία κρατική μέριμνα, με κυβερνήσεις που πάντα μας απογοήτευαν, μας έχει διαποτίσει μία μόνιμη καχυποψία, έχουμε μάθει να επιβιώνουμε ως μονάδες, κοινώς να μας νοιάζει μόνο η πάρτη μας. Εκεί οφείλεται νομίζω αυτό το περίφημο ελληνικό «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;» Και νομίζω ότι αυτό το χαρακτηριστικό δεν μας έχει εγκαταλείψει ποτέ. Έτσι λοιπόν έχουμε γνώμη για τα πάντα, γινόμαστε πολύ εύκολα επικριτικοί, κατηγορούμε, κουνάμε το δάχτυλο, κρίνουμε τον γείτονα και όχι τον εαυτό μας και δεν  αναρωτιόμαστε ποτέ μήπως κάπου φταίμε και εμείς. Η αυτοκριτική λείπει σαν λέξη από το λεξιλόγιό μας.  

Αυτό που περιγράφεις είναι και ο Νεοέλληνας του 2023; Βάσει των πρόσφατων εκλογικών αποτελεσμάτων, τι συμπεράσματα βγάζεις;

Τα αποτελέσματα των εκλογών ήταν τα αναμενόμενα κατά τη γνώμη μου, νομίζω όμως ότι γενικά η αισθητική χειροτερεύει, νομίζω ότι είτε βλέπω έναν πολιτικό στην τηλεόραση, είτε βλέπω το survivor μου είναι το ίδιο ανούσιο. Δεν μου αρέσει να γενικεύω, ούτε πιστεύω ότι όλοι οι Έλληνες ανήκουν στην ίδια κατηγορία, δεν είναι ένας ο Νεοέλληνας, η γενική εικόνα όμως που επικρατεί στη χώρα μας, αυτή τουλάχιστον που βάζει μέικ απ και εμφανίζεται σε κάποια οθόνη τηλεόρασης, ή κινητού, ή έχει άποψη για τα πάντα και μιλάει ακατάπαυστα, έχει κάτι το ισοπεδωτικό, σαν να είναι ίδιο το πρόσωπο του αριστερού με του δεξιού, του φασίστα με του φιλόζωου, του παρουσιαστή με του πολιτικού, σαν να έχουν αρχίσει τα πρόσωπα και μοιάζουν μεταξύ τους επικίνδυνα.

Ποιος θα ήθελες να είναι πρωθυπουργός της χώρας και ποιος ο υπουργός πολιτισμού, υπό ιδανικές συνθήκες, χωρίς να είναι, αν θες, καν πολιτικοί;

Πρωθυπουργό θα ήθελα τον Ράμπο, τον πρώτο Ράμπο, αυτόν που τον διώχνουν από την πόλη και μετά εκεί στη γέφυρα κάνει στροφή και γυρίζει πίσω να τα γανώσει όλα και υπουργό πολιτισμού θα έβαζα τον Κόναν τον Βάρβαρο. Γενικά κάποια τέτοια αξιόλογα άτομα θα ήθελα, με κάποιες τουλάχιστον σωματικές ικανότητες και κάποιον δυναμισμό. Ανθρώπους δηλαδή που αισθάνονται πού και πού κάποια ενόχληση μέσα στο σύστημα και όχι αυτούς που απλά το ευχαριστιούνται.

Μιλάς για τη συστημική σαπίλα, αναφερόμενη στην παράσταση που ετοιμάζεις με τους «Σφήκες». Θα ήθελες να γίνεις πιο συγκεκριμένη;

Κατ’ αρχάς μιλάμε για μία δημοκρατία ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει πολίτης σε αυτή τη χώρα να έχει βιώσει μία δημοκρατική μέρα στη ζωή του. Ποια είναι η δημοκρατία; Είναι δημοκρατικό να έχεις δημόσια παιδεία χωρίς υποδομές; Είναι δημοκρατικό να πετάς αυτόν που δεν έχει χρήματα σε κάτι διαδρόμους νοσοκομείων μόνο του να πεθαίνει; Είναι δημοκρατικό το φακελάκι; Ο πληρωμένος δημοσιογράφος; Είναι δημοκρατικό να ψάχνουν το δίκιο τους οι άνθρωποι από την τραγωδία στο Μάτι, ή στα Τέμπη και να μην βρίσκουν άκρη; Να μην τους δίνει σημασία κανείς; Είναι δημοκρατικό να μην τηρείται πουθενά και ποτέ το τεκμήριο αθωότητας; Τι δημοκρατικό υπάρχει σε αυτή τη χώρα; Πότε ζήσαμε κάτι δημοκρατικό εδώ πέρα, κάτι δίκαιο; Εδώ προσπαθείς να είσαι δίκαιος και σε σπρώχνουν οι παράνομοι να περάσουνε. Εδώ δεν ξέρει κανείς ούτε πώς να μπει στο μετρό. Σπρώχνει απλώς για να περάσει μπροστά και εσύ που περιμένεις στη σειρά σου, του φαίνεσαι  απλώς μαλάκας. Αυτή είναι η δημοκρατία της Ελλάδας.

Τι σημαίνει πολιτική ορθότητα στη χώρα μας; Μας φοριέται κορσές από τα σόσιαλ μίντια;

Επειδή δεν έχω σόσιαλ μίντια, δεν έχω πολύ επαφή με γνώμες, σχόλια και απόψεις της ανθρωπότητας. Είμαι λίγο εκτός. Σαν να ζω σε ένα χωριό και δεν πηγαίνω ποτέ στο καφενείο, οπότε δεν μαθαίνω τα κουτσομπολιά. Αυτή η πολιτική ορθότητα προσωπικά μου φαίνεται γελοία, όχι επειδή είναι από μόνη της, αλλά επειδή κινδυνεύει να γίνει ακραία και να οδηγήσει σε ακρωτηριασμό της ανθρώπινης έκφρασης και ελευθερίας. Το να σε παρενοχλήσει κάποιος σεξουαλικά, είναι άλλο απ’ το να σου πει τι ωραία που είσαι και πάντα πίστευα και το πιστεύω ότι προσβλητικοί είναι οι άνθρωποι και όχι οι λέξεις. Μπορεί κάποιος να σε κακοποιήσει με τις πιο ευγενικές λέξεις του κόσμου.

Πολιτικά που αισθάνεσαι ότι ανήκεις;

Ανήκω στην ανεξάρτητη μοναξιά, είναι ένα κόμμα αυτό που αποτελείται από τον εαυτό μου. Το έχω εντάξει και στην παράσταση.

Πώς βίωσες τις καταλήψεις του Εθνικού, εν μέσω των προβών για την παράσταση «Μια νύχτα στην Επίδαυρο»;

Μου αρέσει πολύ γενικά όταν σταματάει η ροή της κανονικότητας. Μου  αρέσει, όταν είμαι σε ένα νησί, να πέσει απαγορευτικό και να μην μπορώ να φύγω, μου άρεσε πολύ η καραντίνα, έτσι λοιπόν μου άρεσε και που σταμάτησαν όλα με τις καταλήψεις. Σε τέτοιες ομαδικές κινητοποιήσεις, συνήθως τραβιέμαι απ’ έξω, γιατί πάντα μαζί με τους ανθρώπους που σίγουρα έχουν λόγους σοβαρούς να διεκδικούν κάποια σημαντικά γι’ αυτούς δικαιώματα, προστίθενται σε πολύ γρήγορο χρονικό διάστημα και άτομα εκτός θέματος, τα οποία είτε έχουν ανάγκη αυτοπροβολής, είτε ξαφνικά βρίσκουν χώρο μέσα από το ένα πράγμα που ο πυρήνας της αντίδρασης ζητά, να αρχίσουν να ζητούν άλλα δέκα, τα οποία πολλές φορές έχουν να κάνουν με προσωπικά τους παράπονα ή προσωπικές τους φιλοδοξίες ή κομματικές αντιπαλότητες. Αυτός είναι ο λόγος που σε τέτοιου είδους ομαδικές εκρήξεις, δεν αντιδράω ποτέ παρορμητικά. Έχω ανάγκη πρώτα να καταλάβω τι ακριβώς έχει συμβεί, να ζυγίσω μέσα μου τα δίκια και άδικα της κάθε πλευράς, να ενημερωθώ, δεν μπορώ να ουρλιάζω ξαφνικά χωρίς να έχω ασχοληθεί σοβαρά με κάτι, να μην γνωρίζω από που προκύπτει το πρόβλημα, τι παρελθόν έχει κ.λπ.

Κέρδισε κάτι το θέατρο από αυτό τον πολύμηνο αγώνα;

Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει ανώτατη εκπαίδευση για τις παραστατικές τέχνες στη χώρα μας και γι’ αυτό και δεν υπάρχει πτυχίο αντίστοιχο ενός ανώτατου ιδρύματος για τους απόφοιτους των δραματικών σχολών. Νομίζω είναι χρονοβόρες διαδικασίες αυτές και ειδικά στη χώρα μας που δεν φημίζεται για την γρηγοράδα της σε αλλαγές. Δεν μπορώ να ξέρω τι θα γίνει. Εγώ προσωπικά θεωρώ το πτυχίο μου του δημοτικού ανώτερο από της δραματικής σχολής που πήγα, κι αυτό επειδή ήταν ένα μοντεσσοριανό, την δεκαετία του εβδομήντα-ογδόντα, το οποίο το κράτος το πολεμούσε ανελέητα και κάθε χρόνο πάλευε να το κλείσει.

Τι σε φοβίζει περισσότερο αυτή τη στιγμή;

Το πιο φοβιστικό πράγμα στον πλανήτη για μένα είναι ο άνθρωπος. Με φοβίζουν οι άνθρωποι όταν γίνονται μάζα, όταν αρχίζουν και μιλάνε για τον εαυτό τους σε πρώτο πληθυντικό. Εμείς οι Έλληνες. Εμείς οι Ολυμπιακοί. Εμείς οι καλλιτέχνες. Εμείς οι οτιδήποτε. Αυτό με τρομάζει πολύ.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν σε ανησυχεί;

Δεν μπορώ να κάνω πολιτική ανάλυση, δεν έχω τις γνώσεις να την κάνω. Αυτό που ξέρω είναι ότι οι πόλεμοι δεν έχουν σταματήσει ποτέ, ο πλανήτης δεν έχει βρεθεί και ούτε θα βρεθεί ποτέ του σε ειρήνη, οπότε θεωρώ τον πόλεμο μέρος της ανθρώπινης αρρώστιας και ποτέ μου δεν έχω αισθανθεί προνομιούχα, με την έννοια ότι ποτέ δεν έχω πιστέψει ότι ο πόλεμος είναι κάτι που αποκλείεται να ζήσω εγώ. Παρακολουθώ την ιστορία της ανθρώπινης παράνοιας, όπως όλοι μας, και αισθάνομαι πάντα ένα εν δυνάμει θύμα της.

Σε κλόνισε το ναυάγιο στην Πύλο;

Είναι τόσα πολλά πια αυτά που γίνονται, είναι τέτοιος ο βομβαρδισμός από γεγονότα, δυστυχίες ανθρώπων, τραγωδίες, όπως η Πύλος, τα Τέμπη, το Μάτι, ο σεισμός στην Τουρκία, τόσα πολλά που προκαλούνται από αμέλεια, από λάθη, από ανεπάρκεια κάποιων ανθρώπων, από έλλειψη πρόληψης, από την εκμετάλλευση  που γίνεται εις βάρος μειονοτήτων ή ευπαθών ομάδων ή αδύναμων και φτωχών με στόχο το κέρδος, από την αδιαφορία των κρατών και των πολιτικών για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, από συνδυασμό αλλεπάλληλων λαθών τα οποία ξεκινούν πριν καν αυτοί οι άνθρωποι του συγκεκριμένου ναυαγίου βρεθούν μέσα στα ελληνικά ύδατα. Από πού φεύγουν κατατρεγμένοι όλοι αυτοί οι άνθρωποι και με ποια ελπίδα, ποιος παίρνει τις ζωές τους στα χέρια του, τι κινδύνους διατρέχουν, είναι ένα νήμα τόσων πολλών πραγμάτων όλες αυτές οι τραγωδίες και μας θυμίζουν κάθε φορά ότι η ιστορία απλώς επαναλαμβάνεται. Καμία πολιτική και καμία εξουσία δεν ενδιαφέρεται για την ανθρώπινη ζωή, όταν δεν έχει να επωφεληθεί από αυτήν. Τι άλλο να πω. Είναι σοκαριστικό.

Τι θα κάνεις μετά τους «Σφήκες»;

Είμαι έτσι φτιαγμένη, που δεν ξέρω καν τι θα κάνω αύριο. Για μένα δεν υπάρχει το μετά τους «Σφήκες». Δεν υπάρχει καν η μέρα που θα γίνουν οι «Σφήκες». Μου φαίνεται πολύ άπιαστη η μέρα αυτή.

Ποιες διακοπές σου αρέσουν;

Καμία διακοπή δεν μου αρέσει. Η ζωή μου θέλω να είναι αδιάκοπη, άκοπη και κατάκοπη. Σε όποια συνθήκη κι αν είμαι, όπου κι αν είμαι, ο εγκέφαλός μου δεν σταματάει ποτέ κι επίσης ζω με την αίσθηση ότι κάνω ατελείωτες διακοπές. Δεν αντιμετωπίζω την δουλειά μου σαν δουλειά, είναι η ζωή μου η ίδια, τη δουλειά τη ζω όπως ζω και μία μέρα χωρίς δουλειά. Είμαι μέσα, ολόκληρη, παντού. Και με την δυστυχία και με την ευτυχία. Γι’ αυτό δεν σκέφτομαι ποτέ διακοπές. Όταν θέλω να φύγω, μπαίνω στο αυτοκίνητό μου και φεύγω.


Oι «Σφήκες», σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, παρουσιάζονται 14 και 15 Ιουλίου, στην Επίδαυρο, σε ελεύθερη διασκευή-σκηνοθεσία Λένας Κιτσοπούλου.

Μετάφραση: Στέλιος Χρονόπουλος
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Χορογραφία: Αμάλια Μπένετ
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Λώλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Δραματολόγος παράστασης: Ασπασία Μαρία Αλεξίου

Διανομή (αλφαβητικά):  Δάφνη Δαυίδ, Αλέξανδρος Ζουριδάκης, Κωνσταντίνος Καπελλίδης, Νίκος Καραθάνος, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννης Κότσιφας, Νίκος Κουσούλης, Αλέξης Κωτσόπουλος, Νεφέλη Μαϊστράλη, Σωτήρης Μανίκας, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Ιωάννα Μαυρέα, Θάνος Μπίρκος, Δημήτρης Ναζίρης, Πάνος Παπαδόπουλος, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Μαριάννα Πουρέγκα, Θοδωρής Σκυφτούλης

Μουσικοί επί σκηνής: Σοφία Ευκλείδου, Βαγγέλης Καρίπης, Εύη Κανέλλου.

Ιωάννα Κλεφτόγιαννη

Share
Published by
Ιωάννα Κλεφτόγιαννη