ΘΕΑΤΡΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Άρης Μπαλής και Αγγελική Παπαθεμελή στο “Μπεν και Ίμο”: Μια φιλία που ακούγεται σαν μουσική δωματίου

Το 1952, λίγο πριν από τη βασιλική στέψη της Ελισσάβετ Β’, δύο καλλιτέχνες συναντιούνται σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα και δοκιμάζουν τα όρια της φιλίας, της συνεργασίας και της ίδιας της τέχνης. Έχουν εννέα μήνες για να συνθέσουν μια νέα όπερα, την Γκλοριάνα, με θέμα την προκάτοχο της Ελισσάβετ Α’. Η συνάντηση του Μπέντζαμιν Μπρίττεν με την Ίμοτζεν Χολστ, κόρη του συνθέτη Γκούσταβ Χόλστ και καταξιωμένη συνθέτρια και μουσικοπαιδαγωγός, καθοδηγείται από τον έρωτα. Έναν έρωτα όχι με την κλασική έννοια, αλλά με αυτή τη σπάνια συγγένεια δύο ανθρώπων που αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον την ανάγκη να συνεχίσουν, όταν όλα μέσα τους λένε «φύγε μακριά». Η ειλικρινής και πρακτική στάση της Ίμο γίνεται το ιδανικό αντίβαρο στον ευέξαπτο και ιδιότροπο Μπρίττεν και αυτό που αρχίζει ως μια σχέση απλής επαγγελματικής υποστήριξης, μέσα από συγκρούσεις και διαφωνίες, μετατρέπεται σε έναν ισχυρό φιλικό και συνεργατικό δεσμό που όχι μόνο οδηγεί την όπερα Γκλοριάνα στην πρεμιέρα της αλλά διαρκεί για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Το Μπεν και Ίμο του μέγιστου -και για τη θεατρική Ελλάδα- Μαρκ Ρέιβενχιλ, του συγγραφέα που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά με το Shopping and Fucking (όσοι τυχεροί το είδαν ακόμη παραληρούν με το ανέβασμά του στο πάλαι ποτέ θρυλικό Αμόρε), δεν έχει σφηνωμένα στην πληθωρική καρδιά του τα μνημεία, τις επετείους ή τα αγάλματα αλλά τον ιδρώτα της δημιουργίας. Και την κάθε στιγμή που το ταλέντο αμφισβητεί τον εαυτό του και η τέχνη από καταφύγιο μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.

Ο Ρέιβενχιλ, αφήνοντας πίσω του τον προκλητικό θόρυβο των πρώτων του έργων, γράφει εδώ με καθαρότητα και ενσυναίσθηση. Σχεδόν σαν να ακούει μουσική δωματίου: δύο φωνές, αντιστιτικές, συχνά ασύμβατες, που όμως -όταν συμβεί το θαύμα- συντονίζονται.

Το έργο γράφτηκε κατόπιν ανάθεσης του ραδιοφωνικού σταθμού BBC3 το 2013, με αφορμή την επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Μπέντζαμιν Μπρίττεν, και παρουσιάστηκε αρχικά με μορφή επεισοδίων. Δέκα χρόνια αργότερα ο Ρέιβενχιλ αποφάσισε να το μεταφέρει στη σκηνή. Έτσι, το 2024 ανέβηκε από τον θίασο του Royal Shakespeare Company στο Swan Theatre και το 2025 στο Orange Tree του Λονδίνου. O Ρέιβενχιλ τοποθετεί τη δράση στο σπίτι του Μπρίττεν στο Ώλντμπρο και βασίζει την ιστορία στις λέξεις που ανακάλυψε στα ημερολόγιά της Χολστ, αλλά και σε αρχειακό υλικό από το Ίδρυμα Τεχνών Μπρίττεν Πήαρς – το δεύτερο όνομα ανήκει στον τενόρο Πήτερ Πήαρς, επί χρόνια σύντροφο του Μπρίττεν, ο οποίος αναφέρεται συχνά στο έργο, ωστόσο δεν εμφανίζεται ποτέ.

Στη νέα παραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα, αυτή η εύθραυστη ισορροπία μεταφέρεται στη σκηνή με τρόπο ποιητικό και βαθιά ανθρώπινο, με όχημα τις σαρωτικές ερμηνείες του Άρη Μπαλή και της Αγγελικής Παπαθεμελή. Τους συναντήσαμε ένα μεσημέρι στο φουαγιέ της Λυρικής. Απ’ έξω, η μουντάδα ενός καιρού με χειμωνιάτικη διάθεση έμοιαζε να παρακολουθεί τη συζήτηση σαν παλιός σύντροφος που ξέρει πότε να σωπαίνει.

Άρης Μπαλής και Αγγελική Παπαθεμελή στο Μπεν και Ίμο.

Πώς συναντηθήκατε με το έργο;

Άρης Μπαλής: Το έργο δεν το γνωρίζαμε καθόλου. Ξέραμε μόνο τον συγγραφέα. Ο Ρέιβενχιλ ήταν για εμάς συνώνυμος με το Shopping and Fucking – κι εδώ, ξαφνικά, βρισκόμασταν μπροστά σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ένα έργο που ξεκίνησε ως ραδιοφωνικό, ξαναδουλεύτηκε, μετακινήθηκε στον χρόνο και τελικά βρήκε τον δρόμο του στη σκηνή.

Αγγελική Παπαθεμελή: Ο Γιώργος μας το έστειλε. Αυτή ήταν η πρώτη επαφή. Και για να είμαι ειλικρινής, στην πρώτη ανάγνωση δεν μου άρεσε. Μου φάνηκε ότι αφορά μόνο όσους γνωρίζουν ήδη αυτούς τους ανθρώπους, τον Μπρίττεν, τη Χολστ, τη μουσική τους. Σαν μια κλειστή υπόθεση, σχεδόν εσωστρεφή.

Άρης: Ναι, μόνο ως όνομα ήξερα τον Μπέντζαμιν Μπρίττεν. Δεν είχα ακούσει ούτε μία νότα του.

Αγγελική: Αλλά μετά, δουλεύοντας πάνω του, κάτι άρχισε να αλλάζει. Είναι από εκείνα τα έργα που σε κερδίζουν εκ των υστέρων. Το βρήκα τελικά εξαιρετικά καλογραμμένο και -το πιο σημαντικό- βαθιά ενδιαφέρον και ανθρώπινο. Αυτό που διακυβεύεται ανάμεσα σε αυτούς τους δύο δεν αφορά μόνο τους ίδιους. Αφορά όλους.

Άρης: Κι εγώ στην αρχή στάθηκα στην απόσταση. Ανάμεσα στον “παλιό” Ρέιβενχιλ και σε αυτό το έργο. Η γλώσσα του είναι γνώριμη – κοφτή, φορτισμένη, με μια σχεδόν εξωφρενική φυσικότητα. Όμως εδώ υπάρχει μια γλυκύτητα. Μια τρυφερότητα που δεν χαρίζεται. Δεν αφαιρεί τίποτα από τα σκοτεινά, τα σκληρά σημεία της σχέσης τους. Και αυτό, τελικά, ήταν που με κέρδισε.

Τι αγαπήσατε περισσότερο σε αυτούς τους χαρακτήρες;

Αγγελική: Μου αρέσει ότι η Ίμο είναι απολύτως ακομπλεξάριστη. Δεν έχω ξαναδιαβάσει τόσο ακομπλεξάριστο χαρακτήρα. Είναι ακριβώς στον αντίποδα του Μπεν σε όλα. Μπορείς να την προσβάλεις; Ας πούμε. Και δεν έχει σημασία, γιατί δεν αποτελεί προσβολή γι’ αυτήν. Και όλος αυτός ο τρόπος που έζησε… Νιώθω ότι τη ρούφηξε τη ζωή της. Πραγματικά δεν άφησε τίποτα. Γύρισε τον κόσμο. Αφηγείται μια τρομερή ιστορία για τη μουσική, για την περίοδο που γινόταν η εκκένωση της Δουνκέρκης. Ακόμη και μέσα στον πόλεμο δίδασκε μουσική, διηύθυνε μια ερασιτεχνική ορχήστρα. Η πρώτη βιολονίστα της – που τώρα ήταν μια κυρία σε ένα χωριό, προφανώς, δεν ξέρω ποια ήταν – είχε γιο που περίμενε διάσωση στην απέναντι όχθη, στη Γαλλία. Και λέει ότι έκαναν αυτή τη συναυλία και η γυναίκα δεν έχασε ούτε για ένα δευτερόλεπτο τη συγκέντρωσή της στην παρτιτούρα. Αυτή η αναγνώριση του τι είναι η μουσική και η τέχνη, πώς μπορεί να σε απορροφήσει και να σε σώσει με έναν τρόπο, είναι συγκλονιστική. Και νομίζω ότι η ίδια το ρούφηξε πραγματικά από τη ζωή. Της δόθηκε η ευκαιρία να το έχει, να το ασκήσει, και το έκανε. Οπότε ναι, νομίζω ότι έζησε πολύ ωραία.

Άρης: Εμένα με δυσκόλεψε ο χαρακτήρας του Μπέντζαμιν πάρα πολύ. Δεν καταλαβαίνω πάντα την αγωνία του, την καλλιτεχνική και τη δημιουργική ανασφάλεια. Έχω αποστάσεις ως άνθρωπος από την κακοτοπιά του και την αγένεια του. Εκφράζεται χωρίς φίλτρο, δεν ξέρεις πότε και πώς θα εκφράσει το οτιδήποτε. Είναι σαν ένας μικρός μεγάλος, ένας μεγάλος μικρός. Έχει πολύ παιδικά χαρακτηριστικά.

Αγγελική: Αλλά μετά γράφει το κομμάτι του και το δίνει ολόκληρο.

Άρης: Το δίνει ολόκληρο. Και κάπως έτσι δικαιώνεται η παιδικότητά του – η ανάγκη για αγάπη, η έκφραση, η εκδοχή να δώσει αγάπη. Την καταλαβαίνω απόλυτα. Επίσης, η αγωνία του καλλιτέχνη να κάνει καλά αυτό που είναι να κάνει… Είναι πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα.

Πώς ανακαλύψατε τη μουσική τους μέσα σας;

Άρης: Εγώ έχω πρόβλημα με τη μουσική. Δεν την καταλαβαίνω όπως άλλες μορφές τέχνης. Μένω στο επίπεδο “μου αρέσει/δεν μου αρέσει”. Και αυτά τα κομμάτια τέχνης είναι τα μόνα που όντως δεν είναι άμεσα κατανοητά. Όταν πρωτοάκουσα το έργο του Μπρίττεν, δυσκολεύτηκα – μου φαινόταν δύστροπο, δύσκολο. Αλλά αυτό είναι το ωραίο: όσο περνούσαν οι εβδομάδες με τις πρόβες, άρχισα να το ακούω περισσότερο. Και τώρα μου αρέσει πάρα πολύ. Είναι εντυπωσιακό ότι ανακάλυψα αυτόν τον κόσμο του Μπέντζαμιν Μπρίττεν, έναν κόσμο που δεν γνώριζα.

Πώς είναι όμως το να μην είσαι μουσικός και να ερμηνεύεις έναν μουσικό; Ερμηνεύεις μια κατάκτηση που δεν την έχεις εσύ εύκολα…

Άρης: Νομίζω ότι τα συστατικά στοιχεία των τεχνών είναι παρόμοια, οι κατασκευές ας πούμε. Μου φαίνεται πολύ κοντά σε μια σκηνοθεσία. Η σύνθεση,  η μουσική, είναι κάτι που σκέφτομαι “πώς το υλοποιώ”, “πώς το πραγματώνω”. Είναι σαν τον γλύπτη, σαν τον ζωγράφο, σαν έναν ποιητή ή συγγραφέα. Οι γραμμές που σε κινούν στο να δημιουργήσεις είναι παρόμοιες. Αλλάζουν τα υλικά. Ναι, αλλά μπορείς να καταλάβεις, ακόμα κι αν δεν ξέρεις απόλυτα τι είναι η τοποθέτηση των νοτών στο πεντάγραμμο, τι παράγει. Μπορείς να νιώσεις από ποια κύματα περνάει η διαδικασία μέχρι να ολοκληρωθεί.

Αγγελική: Κι εγώ προσπαθώ να τα μεταφράσω όλα σε κάτι κατανοητό. Υπάρχει μια κοινή βάση. Όταν κάποιος γράφει κάτι και το παίζει για να το ακούσεις, αυτό παίρνει σάρκα και οστά. Αυτό που πριν φαινόταν ένα χάος από νότες στο χαρτί, τώρα ζωντανεύει. Είναι κοινό σε όλες τις τέχνες: μέχρι να βγει έξω, να φτάσει σε κάποιον, σαν να μην υπάρχει.

Μετά από αυτήν την εμπειρία…

Άρης: Μου φαίνεται σπουδαίο να μπορείς να γράψεις μουσική. Απλά αναρωτιέμαι: όταν μπαίνεις σε έναν τέτοιο ρόλο, σκέφτεσαι πώς θα ήσουν αν είχες τη δυνατότητα, το χάρισμα. Η διαφορά με το θέατρο είναι ότι η σύνθεση είναι πιο ατομική διαδικασία, ενώ το θέατρο είναι ομαδικό από το μηδέν. Αυτό θα μου δημιουργούσε μια αναστολή, αλλά μου φαίνεται πραγματικά ιδιοφυές να συνθέτεις.

Αγγελική: Είναι πιο κοντά στον γλύπτη, τον ζωγράφο, αλλά σε αυτό το αρχικό στάδιο. Η σχέση που είχαν αυτοί οι δύο είναι κάτι που συζητάμε όλη την ώρα.

Το έχετε βιώσει κι εσείς στην προσωπική ή επαγγελματική σας ζωή; Να είστε με κάποιον άνθρωπο σε μια φάση που νιώθετε αντίστοιχους ρόλους;

Αγγελική: Δεν είναι ανοίκειο, δεν είναι ξένο. Το αναγνωρίζω. Είναι σημαντικό για μια τέτοια σχέση να υπάρχει ψηλά ο πήχης και να καταλαβαίνεις ότι και ο άλλος αγωνίζεται προς τα εκεί. Αυτό επιτρέπει πράγματα που αλλού δεν θα δεχόσουν. Αμοιβαία. Όταν το ζητούμενο είναι ξεκάθαρο, όλα τα μέρη κινούνται προς τα εκεί. Ότι ο αγώνας γίνεται προς τα εκεί. Αν ο άλλος βρίζει όταν τρέχει ή τραγουδάει, για μένα δεν έχει σημασία.

Άρης: Στη γενιά μας κληρονομήθηκε κάτι που έσπασε: μια φανταστική λειτουργία του ηθοποιού και της πρόβας, κοντά σε αυτό που λέει η Αγγελική. Πρέπει να βγάλουμε τα σώψυχά μας, να ξεσκιστούν οι ψυχές μας για να παραχθεί τέχνη. Εκεί βρίσκεται και ο πυρήνας πολλών κακοποιητικών, τοξικών συμπεριφορών. Προϋπόθεση για να παραχθεί τέχνη; Με προβληματίζει. Σαν ηθοποιός, έχω δει συναδέλφους να παίζουν άλλο παιχνίδι χωρίς να ενημερώσουν. Είσαι έρμαιο μιας κατάστασης, που μπορεί για τους άλλους να μην ήταν προσωπική. Το να γίνεις συναισθηματικός νεροχύτης του οποιουδήποτε, δεν ψήνομαι.

Αγγελική: Ναι, υπάρχουν πολλοί τρόποι να είναι μια κατάσταση κακοποιητική. Είναι σημαντικό να μπορούν να καταγγέλλονται αυτές οι συμπεριφορές.

Όταν είδατε το κείμενο, μπήκατε σε πειρασμό να ψάξετε περισσότερες πληροφορίες;

Άρης: Ναι, πολλές βιογραφίες. Υπάρχουν ευτυχώς στοιχεία πολλά, πάρα πολλά.

Αγγελική: Είναι πολύ συγκεκριμένη η εποχή. Οι ημερομηνίες είναι σαφείς, κάποια γεγονότα συνέβησαν ακριβώς τότε και άλλα λίγο αργότερα. Είναι πολύ συγκινητικό ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο, όπως λέει κάποια στιγμή και το έργο, πολεμήσαμε για τον πολιτισμό και γεννήθηκε μια καινούργια πείνα για τη μουσική. Είναι η πρώτη φορά που δημιουργείται κάτι σαν το Κόβεντ Γκάρντεν, με εθνική όπερα και χρηματοδότηση από το κράτος. Αυτοί οι άνθρωποι συμμετέχουν εκεί, με το δικό τους όραμα, και το βλέπεις να υλοποιείται.

Άρης: Και οι δύο ήταν προοδευτικοί. Ο Μπρίττεν ήταν πασιφιστής, όταν έγινε ο δεύτερος παγκόσμιος έφυγε στην Αμερική γιατί δεν μπορούσε να διανοηθεί τον πόλεμο. Η αντίληψή του για τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η Χολστ έχει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, είναι ερευνήτρια και η προσωπικότητά της συνδέεται βαθιά με την τέχνη.

Ποια ήταν η σχέση τους πρακτικά;

Αγγελική: Γνωρίζονταν από πριν, αλλά δεν είχαν ξανασυνεργαστεί. Η συνεργασία στην όπερα προέκυψε κάπως σαν προξενιό. Επιβλήθηκε στον Μπρίττεν να πάρει έναν βοηθό γιατί δεν θα τα κατάφερνε μόνος του. Ήταν μια μεγάλη όπερα και προοριζόταν για τη στέψη της Ελισάβετ. Έτσι ξεκίνησε, κι έμειναν μαζί για πάντα. Η Ίμο ήταν αεικίνητη· γύριζε από χωριό σε χωριό. Η αντίληψή της για τη μουσική είχε να κάνει με το πώς κάθε άνθρωπος σχετίζεται με αυτήν. Τα παιδιά και οι απλοί άνθρωποι μπορούσαν να φτιάξουν όργανα, να μάθουν να παίζουν, να έρθουν σε επαφή με τη μουσική. Τελικά, μετά τη συνεργασία, έμειναν σε ένα πολύ μικρό μέρος, μακριά από τα μεγάλα κέντρα, και δημιούργησαν εκεί ένα φεστιβάλ· λίγο σαν την Πίνα Μπάους στο Βούπερταλ, αλλά με το δικό τους όραμα.

Το έργο είναι σαν να βλέπουμε ένα απόσπασμα από την κοινή τους πορεία;

Αγγελική: Πολλά μικρά αποσπάσματα, προοδευτικά στο χρόνο. Ξεκινάμε από την πρώτη τους συνάντηση μέχρι την ημέρα της πρεμιέρας αυτής της όπερας.

Και η δομή; Πόσο αναπτύσσεται;

Άρης: Είναι έντεκα σκηνές μέσα σε εννέα μήνες. Εξετάζουμε την κατάσταση της δημιουργικότητας του Μπρίττεν και πώς περνάει μέσα από αυτές τις δυσκολίες.

Γιατί υπήρχε η ανάγκη να παρουσιαστεί αυτή η ιστορία, πέρα από το ίδιο το γεγονός;

Αγγελική: Πέρα από τη σχέση τους, είναι ενδιαφέρον να δεις πώς φτιάχνεται κάτι· πώς διαμορφώνεται μέσα στον χρόνο, τα πάνω και τα κάτω, η μεταξύ τους σχέση. Αυτό που με γοητεύει είναι η ρευστότητα και το ανοιχτό στις σχέσεις των ανθρώπων. Η Ίμο ήθελε να της οριστεί ένας τίτλος, να ξέρει τα όρια, αλλά τελικά τα όρια αυτά παραμένουν ασαφή. Μέσα από αυτή τη συνεργασία δημιουργείται μια σχέση ζωής, αναπτύσσεται εμπιστοσύνη, οι καβγάδες τους είναι σαν γονέων και παιδιών – αλλά κυρίως αναπτύσσεται αγάπη και βαθιά σύνδεση. Κι όλα αυτά συμβαίνουν εύκολα, παρόλο που είναι εντελώς διαφορετικοί. Υπάρχει χημεία.

Άρης: Υπάρχει και η άλλη όψη. Ο καρπός αυτής της εργασίας αποδίδεται κυρίως στον Μπρίττεν, ενώ η Χολστ μένει στη σκιά. Όπως σε πολλές καλλιτεχνικές διαδικασίες, οι γυναίκες δεν αναγνωρίζονταν ποτέ πλήρως.

Αγγελική: Ίσως η Χολστ να μην ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, Ήθελε να βιοποριστεί, αυτό σίγουρα ήταν ένας συνεχής αγώνας. Αν την ενδιέφερε κάτι βαθύτερο, δεν θα είχε μπει στη διαδικασία. Η ίδια θεωρούσε ότι δεν είναι μουσική ιδιοφυΐα όπως ο Μπρίττεν, αλλά ο ρόλος της ήταν καταλυτικός. Να υποστηρίξει, να εμπνεύσει, να καθοδηγήσει τη μουσική ιδιοφυΐα του άλλου. Και αυτό ήταν αρκετό γι’ αυτήν.

Αυτό που περιγράφεις, είναι πολύ ιδιαίτερο…

Αγγελική: Η Ίμο δεν δούλευε για τον Μπρίττεν. Δούλευε με τον Μπρίττεν. Δούλευαν για κάτι κοινό, και αυτό τους κράτησε μαζί. Παράλληλα, η Ίμο συνέχισε τη δουλειά της στο χωριό, δίδασκε μουσική στα παιδιά, έφτιαχνε χορωδίες, μπήκε στην οργάνωση του φεστιβάλ. Ήταν σημαντικά γι’ αυτήν και δεν ονειρευόταν κάτι δικό της· είχε καταλάβει ότι ο ρόλος της ήταν να υποστηρίξει το κοινό έργο.

Σήμερα πώς βλέπουμε τη σχέση τους; Υπάρχει ισοτιμία ανάμεσα σε δύο συνεργάτες, ειδικά αν η μία είναι γυναίκα;

Άρης: Σίγουρα το αντιμετωπίζουμε με την ματιά την τωρινή. Σήμερα αυτά μας καίνε σαν θεματικές. Αν μιλάμε για εκείνη την εποχή, σαφέστατα υπήρχαν περιορισμοί. Μπορεί ως γυναίκα της εποχής της να καταλάβαινε και να αποδεχόταν τα όρια που θα μπορούσε να φτάσει, και αυτό έχει τη λογική του. Το έργο γράφτηκε πρόσφατα και αναδεικνύει προσωπικότητες του 20ού αιώνα που θαυμάζουμε. Από πίσω όμως υπήρχαν άνθρωποι, συχνά γυναίκες, που έμειναν στην αφάνεια. Είναι σημαντικό που σήμερα αναδεικνύεται, γιατί η ιστορία συχνά γράφεται με πατριαρχική ματιά. Το έργο αναδεικνύει υπέροχα την προσωπικότητα της Ίμο Χολστ και την τοποθετεί ισότιμα με τον Μπρίττεν.

Η Ίμο Χολστ ακολούθησε το πρότυπο της εποχής της;

Αγγελική: Όχι. Επέλεξε να μην παντρευτεί, να μην κάνει παιδιά. Το έκανε για να μπορεί να αφοσιωθεί σε αυτό που την ενδιέφερε περισσότερο: τη μουσική και τους συνθέτες, τους ιδιοφυείς συνθέτες. Και αυτό δεν είναι λίγο. Δεν ξέρω αν το διεκδίκησε ή απλώς το αποδέχτηκε, εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν είχαν πολλές επιλογές.

Η Ίμο Χολστ ένιωσε ποτέ υποδεέστερη;

Αγγελική: Όχι. Δεν ήταν το κορόιδο της υπόθεσης. Έχει πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει. Δεν είναι το μοντέλο της κακοποιημένης θηλυκότητας που μένει γιατί δεν μπορεί αλλιώς, έχει φύγει από εκατομμύρια μέρη. Αναγνωρίζει ότι η ικανότητά της είναι διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική.

Υπάρχει σκοτεινή πλευρά στη σχέση τους;

Άρης: Μιλάμε για μια σχέση όπου περνούν μέσα από πολύ τοξικές και σκοτεινές στιγμές. Ο Μπρίττεν διαχειρίζεται την ανασφάλεια και το άγχος του με εκβιαστικές συμπεριφορές προς την Ίμο, και εκείνη, με τη συγκρότησή της, τα διαχειρίζεται. Το έργο είναι πολύπλοκο. Την ίδια στιγμή που θαυμάζεις την επικοινωνία και την εγγύτητα τους, μπορεί να σε τσακίσει ψυχικά η δυναμική που συμβαίνει μεταξύ τους.

Αγγελική: Η Ίμο Χολστ δούλευε με τον Μπρίττεν, όχι για αυτόν. Δούλευαν για κάτι κοινό, και μέσα από αυτή τη συνεργασία ένιωσε πληρότητα. Η εργασία της ήταν σημαντική, ακόμα κι αν δεν αναγνωρίζεται πάντα από το ευρύ κοινό. Και αυτό ήταν απόλυτα οκ για εκείνη· δεν θα επιδίωκε κάτι άλλο.

Μπεν και Ίμο του Μαρκ Ρέιβενχιλ, Ιανουάριος & Φεβρουάριος 2026

Δημήτρης Πάντσος