Βράδυ Παρασκευής. Χωμένος στο πίσω κάθισμα του καινούργιου αυτοκινήτου της Γιώτας, στο δρόμο για το Ναύπλιο. Ανεβάζω στο φου μπου τις ομπρελίτσες και τις ξαφνιασμένες φατσούλες από την σχεδόν εξωπραγματική διακοπή της «Ειρήνης» λόγω ξαφνικής νεροποντής στην Επίδαυρο. «Ζηλεύω την εμπειρία, είκοσι χρόνια πάω στην Επίδαυρο και δεν μου έχει τύχει κάτι τέτοιο ποτέ», «μη σου τύχει τέτοια ξενέρα», τιτιβίζουν στα σχόλια της ανάρτησης, ονόματα που αγαπώ.
Μέσα στο αυτοκίνητο συνυπάρχουν ο ενθουσιασμός και η ικανοποίηση. Εγώ και η οδηγός με υπερθετικά. Ο Αντώνης και η Ελένη πιο εγκρατείς -είναι και ο χαρακτήρας τους τέτοιος. Αυτή τη φορά όμως απρόσμενα γενναιόδωροι. Συμφωνούμε σχεδόν αμέσως πως, ακόμη και μισή, ακόμη και βρεγμένη, αυτή η «Ειρήνη» ήταν κάτι ωραίο. Και ανοιχτόκαρδο. Κάτι που δεν έμοιαζε να φοβάται ούτε τον Αριστοφάνη ούτε εμάς.
Η πρώτη μεγάλη αυθαιρεσία της παράστασης, έρχεται αμέσως. Ο Τρυγαίος δεν είναι πια Τρυγαίος, είναι Τρυγαία. Είχε αμπέλι και άντρα, έχει παιδιά και τσαγανό. Θα σταματήσει τον πόλεμο με τον δικό της τρόπο. Θα εκθρέψει ένα μεγαλόσωμο σκαθάρι με ακαθαρσίες – πες το σκατά, αφού έτσι και αλλιώς το έργο το επαναλαμβάνει ασταμάτητα – και θα πάρει τον δρόμο για τον Όλυμπο.
Πριν όμως ξεκινήσει ο Φοίβος και ο Καραθάνος την βάζουν να συναντήσει την Λυσιστράτη. Και έτσι εμφανίζεται μια ερώτηση που μοιάζει να μην αφορά μόνο την αρχαία κωμωδία. Πως σταματά ένας πόλεμος; Με αποχή από το σεξ; Με μια εξέγερση; Με ένα χορτασμένο σκαθάρι; Ή μήπως με ανθρώπους που κάποια στιγμή αποφασίζουν πως απλώς κουράστηκαν να σκοτώνονται;
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις τι προσπαθούν να κάνουν ο Νίκος Καραθάνος, ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Άγγελος Τριανταφύλου. Δεν διασκευάζουν τον Αριστοφάνη όπως θα περίμενε ίσως κάποιος. Του χτυπούν την πόρτα και φωνάζουν: «Επίσκεψη!». Και εκείνος ανοίγει. Χωρίς αρχαία επισημότητα, χωρίς καχυποψία, χωρίς να ζητά διαπιστευτήρια. «Βρε καλώς τα παιδιά, τι σας φέρνει από δω;». Κάπως έτσι νοιώθεις. Σαν να παρατηρείς μια παρέα του 2026 που πάει να βρει ένα άνθρωπο του 421πχ. Όχι για να τον διορθώσει ή να τον εκσυγχρονίσει. Αλλά για να καθίσει λίγο δίπλα του. Να γελάσουν μαζί. Να απορήσουν μαζί. Να πουν τα νέα τους.
Και ίσως αυτό ήταν το πιο ωραίο εκείνης της πρώτης, κουτσουρεμένης βραδιάς. Δεν καθόμουν να μετρήσω πόσο βούταγε στους Αχαρνείς του Σαββόπουλου, ο Φοίβος ή πόσο ο Καραθάνος άφηνε τον απλωμένο μέσα στα χρόνια πεσιμισμό του να υποθάλψει -με ή χωρίς εισαγωγικά- το αυθόρμητο χαμόγελο. Δεν μετρούσα αναφορές ή επιρροές γιατί δεν μου το επέτρεπαν ούτε ο ρυθμός, ούτε η μουσική ούτε το κείμενο. Η λέξη «επίσκεψη» που στην αρχή μου φαινόταν επικίνδυνη αποδείχθηκε σωστή. Γιατί δεν έβλεπα σε αυτή την πρώτη συνάντηση κάποιους να προσπαθούν να επικαιροποιήσουν τον Αριστοφάνη. Έβλεπα ανθρώπους να κάνουν παρέα. Και να προσπαθούν να καταλάβουν τι είναι πια αυτή η ριμάδα η ζωή.
Έβλεπα επίσης ένα γορίλα- ο Πόλεμος- κανονικό, τεράστιο. Στην Επίδαυρο. Και μου φαινόταν εντελώς φυσιολογικό. Έβλεπα και ένα κάδο απορριμμάτων ως μεταφορικό μέσο. Και καλαμιές. Μια σκάλα επιβίβασης αεροπλάνου που δεν οδηγούσε πουθενά. Μια διώροφη παράγκα. Και σακούλες σκουπιδιών. Δηλαδή σακούλες με σκατά – είπαμε το ίδιο το έργο το λέει ξανά και ξανά. Η Εύα Μανιδάκη στην σκηνογραφία είχε κέφι, είχε ωραίες ιδέες, είχε και αποτελεσματικότητα. Έστησε ένα κόσμο που έμοιαζε να έχει επιβιώσει από ένα άλλο πόλεμο και δεν είχε χάσει ούτε το χιούμορ ούτε την όρεξη του για τη ζωή. Τα κοστούμια του Άγγελου Μεντή ήταν ένα μικρό πανηγύρι από μόνα τους. Ανακατεμένα, πολύχρωμα, χωρίς να προσπαθούν να αποδείξουν τίποτα. Ο απίθανος Χορός έμοιαζε να κουβαλά πάνω του λίγη στρατιωτική σκόνη. Τα ατίθασα παιδιά (Πάνος Παπαδόπουλος, Νάω Καβαλιεράτου) την ποπ τρέλα μιας ολοδικής τους εποχής. Η Αθηνά της Έμιλυ Κολιανδρή με τη προσιτή λευκή μονοχρωμία της. Ο Θανάσης Αλευράς σαν τηλεοπτικό άβαταρ των 90ς – όχι στην αρχή, πιο μετά- στα λίγα αλλά υπαρκτά σημεία που η Ταράτσα κατάφερνε να υπερισχύει της Επιδαύρου.
Την πρώτη μέρα, τη μέρα της βροχής, το κοινό είχε έρθει αποφασισμένο να αγαπήσει την παράσταση. Χειροκροτούσε κάθε είσοδο. Κάθε μεγάλη αστεία ατάκα. Κάθε ωραία ιδέα. Στην αρχή με εκνεύριζε. Μου φαινόταν υπερβολικό, αχρείαστο. Μετά όμως άρχισαν να πέφτουν στο βάθος κεραυνοί. Και έβρεξε. Και το συγχώρησα. Γιατί κανείς δεν ήξερε ότι, λίγο αργότερα η παράσταση θα σταματούσε απότομα. Και έτσι όταν η Χατζηπασχάλη φώναζε στους συμπρωταγωνιστές της ενώ οι σταγόνες είχαν γίνει πια στραγάλια: «Παίξτε μέχρι να φύγουν!» το χειροκρότημα δεν ήταν πια ευκολία αλλά συμπαράσταση και ευγνωμοσύνη.
Να πω κάτι εδώ. Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που δεν σε αφήνουν να κοιτάξεις αλλού. Θα αφήσω στην άκρη τις λίγες στιγμές που ένοιωσα να γέρνει λίγο περισσότερο προς τη Βλαχοπούλου από όσο χρειαζόταν. Θα σταθώ σε όλα τα υπόλοιπα. Στην σωματική ακρίβεια. Στην ελαφράδα- σαν η βαρύτητα να μην την αφορά. Στην αντοχή. Στην αίσθηση πως μπορεί να κουβαλήσει στην πλάτη της μια ολόκληρη παράσταση χωρίς να ιδρώσει στιγμή. Δεν ζητά την προσοχή σου. Την καταλαμβάνει. Και το κάνει με τρόπο σχεδόν αθόρυβο. Δύσκολο. Είμαστε πολύ τυχεροί που την έχουμε.
Και μετά έβρεξε και φύγαμε και για ώρες τρώγαμε θεούς και ανθρώπους για να ξαναγυρίσουμε. Γιατί υπάρχει κάτι παράξενα ελκυστικό στην ανολοκλήρωτη εμπειρία. Το μυαλό κάνει υπερωρίες. Συμπληρώνει κενά, φτιάχνει συνέχειες, εφευρίσκει καταλήξεις. Κι όταν μια παράσταση σε έχει ήδη κάνει να χαμογελάσεις, το μυαλό σου γίνεται ακόμη πιο γενναιόδωρο μαζί της.
Έτσι βρεθήκαμε ξανά στο δρόμο για την Επίδαυρο. Χωρίς σύννεφα. Αλλά με μια αγωνία. Μήπως τελικά η βροχή είχε κρατήσει για τον εαυτό της το καλύτερο κομμάτι της παράστασης;
Ένα break για την ιστορία πρώτα.
Η πρωτότυπη κωμωδία του Αριστοφάνη ανέβηκε για πρώτη φορά στα Μεγάλα Διονύσια του 421 π.Χ. και απέσπασε το δεύτερο βραβείο. Γράφτηκε σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία, λίγο πριν από τη Νικίειο Ειρήνη και ως αντίδραση στην ελπίδα για κατάπαυση των εχθροπραξιών που ανέτειλε χάρη στον θάνατο των φιλοπόλεμων στρατηγών, του Αθηναίου Κίμωνα και του Σπαρτιάτη Βρασίδα στη μάχη της Αμφίπολης. Η κωμωδία αντανακλά την έντονη κοινωνική κόπωση από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Η Ειρήνη κατέχει κομβική θέση στο συνολικό έργο του Αριστοφάνη ως άκρως συμφιλιωτική και η πιο αισιόδοξη από τις πολιτικές του κωμωδίες. Παρά τον ισχυρό δεσμό της με την εποχή που τη γέννησε, η κωμωδία παραμένει διαχρονική γιατί φωτίζει έναν μηχανισμό που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα: πολέμους που παρατείνονται εις βάρος των πολλών και προς όφελος λίγων.
Πάμε τώρα στην δεύτερη φορά.
Χωρίς βροχές και καταιγίδες, ούτε καν ένα τόσο δα συννεφάκι στον ορίζοντα η Επίδαυρος έκανε αυτό που κάνει όταν θέλει να σε καλοπιάσει. Ένα από εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια που δεν χρειάζονται να αποδείξουν τίποτα. Το θέατρο κατάμεστο. Ο κόσμος είχε μετατρέψει την Ειρήνη σε ηχηρό sold out. Τα νέα από την βροχερή πρεμιέρα είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Η παράσταση που δεν ολοκληρώθηκε είχε προλάβει να αφήσει ενθουσιώδεις αντιδράσεις. Και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις , οι προσδοκίες είχαν μεγαλώσει μαζί της.
Και επιστρέψαμε. Και ξανακαθήσαμε στις πέτρες. Σε άλλες θέσεις αυτή τη φορά. Παράξενο πράγμα η δεύτερη φορά. Δεν ψάχνεις πια την ιστορία. Ψάχνεις όσα σου ξέφυγαν την πρώτη. Το βλέμμα της ορχήστρας. Την ομοιομορφία στα παντελόνια της. Το μπρίο της. Τις jazzy ενορχηστρώσεις της. Τον Φοίβο της Επιδαύρου (καθιστός) και τον Φοίβο της συναυλίας και της Ταράτσας (στο μικρόφωνο, όρθιος). Τα όμορφα πιανάκια να αστοχούν ή να ευστοχούν σε σκηνές δράσης. Τον Πάνο Παπαδόπουλο. Την δεύτερη φορά τον χάρηκα ακόμη περισσότερο. Ως Τάραχος γιός του Γορίλα/ Πολέμου- είχε εκείνη τη σπάνια κωμική ακρίβεια που κάνει τα πιο δύσκολα να μοιάζουν αβίαστα. Ειδικά εκεί στην απαρίθμηση των νέων πολεμικών δυνατοτήτων είναι χάρμα και να τον βλέπεις και να τον ακούς. Δεν αποδεικνύει ποτέ το χειμαρρώδες ταλέντο του. Απλώς το προσφέρει, γενναιόδωρα, χωρίς ανάλυση και επεξήγηση.
Υπήρχε όμως και μια μικρή προσωπική εκκρεμότητα. Ο μονόλογος του Γιλμάζ Χουσμέν. Την πρώτη βραδιά, η εμφάνιση του συνέπεσε με τις πρώτες χοντρές σταγόνες. Το μυαλό είχε ήδη φύγει από τη σκηνή. Κοιτούσαμε τον ουρανό. Ψάχναμε σημάδια καταστροφής. Ψάχναμε ομπρέλες. Μιλάγαμε με διπλανούς. Η βροχή είχε αρχίσει να γράφει το δικό της έργο.
Ήταν συγκλονιστικός. Οι λέξεις / εξομολόγηση του μπροστάρη του χορού για τον πόλεμο, για τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτόν- «με πήρατε ένα αγροτάκι και με στείλατε να σκοτώσω, είτε ζήσω είτε πεθάνω μου καταστρέψατε την ψυχή»- και για τη συλλογική μας ευθύνη, ήταν από εκείνες τις στιγμές που δεν ήθελαν πολλά, δεν χρειάζονταν ούτε μουσικές, ούτε σκηνοθετικές εξυπνάδες για να φέρουν δάκρυα στα μάτια σου. Αρκούσε ένας άνθρωπος. Και κάποιες σωστά ειπωμένες λέξεις. Δεν υπερβάλω. Είδα αρκετούς γύρω μου να σκουπίζουν τα μάτια τους. Στο τοπ 3 καλύτερων στιγμών δαγκωτό, αν έκανα ranking best of moments της βραδιάς.
Και μετά η Τρυγαία είδε και απόειδε εκεί ψηλά στον Όλυμπο και βρήκε τον δρόμο της επιστροφής μέσα από τον Άδη- βαθιά αποτελεσματικοί η Αμαλία Μπένετ και ο Αλέξανδρος Σταυρόπουλος στην διεύθυνση της κίνησης και της χορογραφίας. Και κάπως αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε γιατί ο Καραθάνος δεν ήθελε απλώς να επισκεφθεί τον Αριστοφάνη. Ήθελε να του ξεκαθαρίσει πως δεν συμφωνεί και σε όλα μαζί του. Ο Αριστοφάνης, όταν ελευθερώνει την Ειρήνη, ανοίγει διάπλατα το παράθυρο της γιορτής. Οι άνθρωποι ξαναγυρίζουν στη γη τους, τα χωράφια καρπίζουν, οι πόλεμοι σταματούν, τα όπλα σωπαίνουν και η ζωή κάποια στιγμή ξαναβρίσκει τον δρόμο της. Ο Καραθάνος δεν χαρίζει μια τόσο εύκολη παρηγοριά. Στη δική του «Ειρήνη», ο δρόμος προς τη ζωή περνά πρώτα από τον κάτω κόσμο. Σαν να λέει πως δεν μπορείς να μιλήσεις για ειρήνη χωρίς να κοιτάξεις κατάματα εκείνους που έμειναν πίσω. Πως δεν γίνεται να στρώσεις γιορτινό τραπέζι χωρίς να κοιτάξεις πρώτα τις άδειες καρέκλες. Είναι μια σκέψη πικρή. Και βαθιά σημερινή. Η φωνή του Βασίλη Παπαβασιλείου να ζητά από τον θάνατο μια χάρη, να μπορέσει να δει πως είναι ο κόσμος για μια μέρα χωρίς την παρουσία του, το επισημοποιεί.
Ως Ζηνοδώρα, μητέρα του αρχαίου δημιουργού, ο Καραθάνος απευθύνεται στο κοίλον. «Είναι γιορτή να σε μισούν, αυτοί που δεν του μοιάζεις». Μιλά για τον τρόπο που κοιτάμε. Για την ανάγκη να μη μένουμε καρφωμένοι στο προφανές, αλλά να λοξοκοιτάζουμε τον κόσμο. Γιατί, λέει, εκεί συμβαίνουν τελικά και τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Κοιτάζει τον κόσμο στα μάτια – «τα λάθη σου να τ’ αγαπάς, τον ίσιο να φοβάσαι» – και τότε κάτι αλλάζει. Ο ρυθμός της παράστασης μετακινείται, διακριτικά αλλά αποφασιστικά, προς τη δική μας εποχή. Κι εκεί, για πρώτη φορά, ένιωσα να μετακινείται κι εμένα.
Όταν η παράσταση αποφάσισε να γίνει πιο κυριολεκτική, έχασε κάτι από τη δύναμη που είχε όταν άφηνε τις εικόνες να μιλούν μόνες τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε πετύχει κάτι δυνατό, δεν επικαιροποιούσε τον Αριστοφάνη. Μέχρι τότε οι σύγχρονοι δημιουργοί συνομιλούσαν με τον Αριστοφάνη. Τον πείραζαν. Διαφωνούσαν μαζί του ακόμη. Αλλά έμεναν μέσα στον κόσμο του. Κάπου εκεί η «επίσκεψη» άρχισε να αλλάζει κανόνες. Σιγά σιγά ένιωθα πως η πόρτα του αρχαίου σπιτιού δεν ήταν πάντα ανοιχτή και πως η παράσταση άρχισε να περπατά περισσότερο στον δικό μας δρόμο.
Κι είναι κακό αυτό; Φυσικά και όχι. Κάθε άλλο. Το θέατρο οφείλει να παίρνει τέτοια ρίσκα. Το ερώτημα είναι αν, όταν τα παίρνει, καταφέρνει να κρατήσει το νήμα γερά στα χέρια του. Γιατί ξαφνικά διάφορα σκετσάκια που θα μπορούσες να βάλεις και σε άλλη σειρά χωρίς πρόβλημα, σχηματίζουν μια άλλη επαφή. Το αεροπλάνο που φέρνει την Ειρήνη φέρνει μαζί του με ένα τρόπο και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Από κάπου εμφανίζεται και η Αθήνη με τα χαστούκια της. Ο Αλευράς, που μέχρι τότε ισορροπούσε θαυμάσια ανάμεσα στην αριστοφανική υπερβολή και τη δική του σκηνική περσόνα, γλιστρά για λίγο σε μια περιοχή που θυμίζει περισσότερο επιθεώρηση παρά φυσική συνέχεια της παράστασης. Ο μιλφάκας που θέλει την Τρυγαία και τα παιδιά αντιδρούν. Η λεσβία στη Λέσβο. Η Κρήτη και το ΟΠΕΚΕΠΕ σαν το μεγάλο όπενινγκ ή κλείσιμο ενός επιθεωρησιακού Σαββάτου. Είναι όλα αυτά διασκεδαστικά; Ναι, τα περισσότερα. Είναι καλοπαιγμένα; Ναι, τα πιο πολλά. Μόνο που, για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται όχι αν λειτουργούν, αλλά γιατί βρίσκονται εκεί.
Λίγο αργότερα ο θίασος πηγαίνει σινεμά. Παρακολουθεί ένα b-movie με προϊστορικά πτηνά και ανθρώπους. Θα μπορούσε να βλέπει και την «Οδύσσεια του Διαστήματος». Δεν θα άλλαζε και πολλά. Το μήνυμα είναι πια σαφές. Δεν θα υπάρξει γιορτή. Θα υπάρξει υπενθύμιση. Η Ειρήνη δεν θα είναι ποτέ ασφαλής. Και, φυσικά, αυτό έχει τη δική του αλήθεια. Σήμερα ξέρουμε καλά πως ένας πόλεμος δεν τελειώνει τη στιγμή που σωπαίνουν τα όπλα. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα στους ανθρώπους. Στα σπίτια που άδειασαν. Στις μνήμες. Στους φόβους. Προφανώς αυτό θέλησαν να μας πουν ο Καραθάνος και ο Δεληβοριάς. Η Ειρήνη επιστρέφει. Η αθωότητα όχι.
Το ερώτημα όμως είναι άλλο. Μπορούμε, έστω για λίγο, να ξανακάνουμε χώρο και για τη γιορτή;
Να πω και κάτι άλλο τελευταίο. Οι παραστάσεις δεν τελειώνουν όταν πέφτει η αυλαία, γνωστό, τελειώνουν πολύ αργότερα. Όταν αρχίζουν να κατακάθονται μέσα σου. Κι εκεί είναι που συμβαίνουν οι πραγματικές εκπλήξεις. Γιατί στην αρχή θυμάσαι τους μεγάλους ρόλους. Τις δυνατές εισόδους. Τα ευρήματα. Μετά, όμως, η μνήμη κάνει τα δικά της παιχνίδια. Και ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι ένας άνθρωπος που σχεδόν δεν πρόσεξες όσο διαρκούσε η παράσταση, επιμένει να επιστρέφει. Για μένα αυτός ήταν ο Γιάννης Κότσυφας. Ως Δούλος Β΄ δεν έκανε τίποτε κραυγαλέο. Δεν έκλεβε την παράσταση. Την αγκάλιαζε. Με μια ήσυχη, τρυφερή, σχεδόν συγκινητική κωμική παρουσία που δεν έμοιαζε με κανενός άλλου. Και τελικά αυτή η διακριτικότητα αποδείχθηκε μεγαλύτερη δύναμη απ’ όσο φανταζόμουν εκείνη τη στιγμή. Και μετά η Ζέτα-«πιστεύω στην Παγκόσμια Ειρήνη»- Μακρυπούλια. Από τις πιο απλές ωραίες στιγμές η παρουσία της. Έδειξε πως μια χαρά μπορεί να σταθεί στην Επίδαυρο. Πως ξέρει να ακούει τον χώρο. Να τοποθετεί σωστά τη φωνή της. Να υπηρετεί την παράσταση. Το θέατρο έχει έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να διαψεύδει τις βεβαιότητές μας.