Categories: ΤΕΧΝΕΣ

Τα ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου κάηκαν απ’ τη δικτατορία του Μεταξά για να μας ζεσταίνουν μέχρι σήμερα

Σαν σήμερα, έφυγε ο Νικηφόρος Βρεττάκος, που γεννήθηκε την πρωτοχρονιά του 1912 στις Κροκεές Λακωνίας. Από φτωχή οικογένεια, έμενε μαζί με τους γονείς, τα πέντε αδέρφια και τους θείους του, μέχρι που αναγκάστηκε να μετακομίσει στο σπίτι του θείου του, ο οποίος τον στήριξε οικονομικά στις πιο δύσκολες στιγμές του.

Στα νεανικά του χρόνια, ο Βρεττάκος έμεινε απομονωμένος από τον υλικό πολιτισμό και κοντά στη φύση, κάτι που έδρασε καταλυτικά στον χαρακτήρα του αλλά και στην ποίησή του. Τελείωσε το δημοτικό στις Κροκεές το 1923 και γράφτηκε στο γυμνάσιο του Γυθείου. Μαζί με τον Βρεττάκο στο γυμνάσιο φοιτούσε και ο Γιάννης Ρίτσος.

Τον Νοέμβριο του 1929, μετακομίζει στην Αθήνα για να σπουδάσει, χωρίς να ολοκληρώσει εξαιτίας της εργασίας του, στη Νομική σχολή. Παρά τη σωματική κούραση, ο Βρεττάκος κατάφερε να μην απομακρυνθεί από την ποίηση, κυκλοφορώντας το 1929 και το 1932 δύο ποιητικές συλλογές του: «Κάτω από σκιές και φώτα» και «Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων». Με τον τρόπο αυτό, κέντρισε το ενδιαφέρον του Κωστή Παλαμά που ζήτησε δημοσίως να τον γνωρίσει από κοντά.

Το 1935, κυκλοφόρησε το έργο του «ο Πόλεμος», το οποίο και απαγορεύτηκε επί Μεταξά. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου το έκαψε, καθώς το περιεχόμενο του θεωρήθηκε επικίνδυνο και παραπλανητικό για το ολοκληρωτικό καθεστώς. Τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποδείχτηκαν δύσκολα για τον ποιητή, που πολέμησε στην πρώτη γραμμή. Το 1941 επιστρέφει στην Αθήνα και μπαίνει στις τάξεις του ΕΑΜ, ενώ οι πολιτικές του αντιλήψεις τον οδήγησαν να γραφτεί στο ΚΚΕ, χωρίς να σταματήσει στιγμή να γράφει.

Μετά τον πόλεμο κυκλοφόρησε το «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου». Το περιεχόμενό του ενόχλησε το ΚΚΕ, που θεώρησε ότι ο Βρεττάκος δεν συμφωνούσε με την πολιτική γραμμή του κόμματος και τον διέγραψε.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, ο γιος του Βρεττάκου φυλακίστηκε, και ο ίδιος αυτοεξορίζεται στην Ελβετία. Ο Βρεττάκος, κατάφερε προτού επαναπατριστεί, να καταξιωθεί παγκοσμίως για το ποιητικό του έργο. Λίγο πριν από τη Μεταπολίτευση, προσβλήθηκε από φυματίωση. Το 1974, ο ποιητής που έζησε 7 ολόκληρα χρόνια μακριά από την Ελλάδα, επέστρεψε και τέσσερα χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στην Πλούμιτσα, χωριό στην Λακωνία, δίπλα στις Κροκεές. Έχτισε ένα μικρό σπιτάκι και έζησε εκεί μέχρι τον θάνατό του στις 4 Αυγούστου του 1991.

Ακολουθούν κάποια από τα πιο όμορφα ποιήματα που έγραψε και μας έκανε απλόχερα δώρο.

Μην αγγίζετε

Αφήστε αυτόν τον όμορφο κόσμο να διαιωνίζεται
ανακυκλώνοντας το αύριο μες στις πηγές του όπως
τον καιρό που γεννήθηκα ως ν’ αναδύεται,
κάθε πρωί, για πρώτη φορά, μες
απ’ τις ρόδινες γάζες της γέννας του.
Σβήστε στον ήλιο την κακή φωτιά.
Μη μας σκοτώνετε!

Οι μικροί γαλαξίες

Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ,
δε λόλεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ’ τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα, μές από σένα,
κάτω απ’ τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μας
μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δύο κόσμους σε πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κλατω απ’ τη θέα τους
Ήσουν νερό, 
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα
δίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,
στο στήθος, στο μέτωπο.
Τ’ άστρα το βλέπουνε, ότι:
δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον
κατοικούμε τη γη.

Δειλινά

Τα βήματα του φθινοπώρου αντήχησαν
νωρίς, κι είπε με πίκρα η αδελφή μου:
«Η νυχτερινή βροχή τα ρόδα μας
τα μάδησε, αδελφούλη μου, και τώρα;»
Ένα βιβλίο ρομαντικό θα συλλογίστηκε…
Μα εγώ αναμέτρησα στο νου μου τις ιστορίες
γύρω απ᾿ αυτά τα ρόδα που πεθάνανε
στη φύση ανάμεσα και στην καρδιά μου.

POPAGANDA

Share
Published by
POPAGANDA