Categories: FeaturedΘΕΑΤΡΟ

Στο θέατρο Σφενδόνη ξαναζεί ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος

 …μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή

μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά

από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης

Γιώργος Σεφέρης, Με τον τρόπο του Γ. Σ.

 

 Πεντακόσια μέτρα από το αρχαίο θέατρο του Διονύσου, που κουρνιάζει σαν πέτρινη αγκαλιά κοντά στην δυτική ρίζα του βράχου της Ακρόπολης ξαναζεί ο Θουκυδίδης. «Αθηναίος», όπως ο ίδιος περιέγραψε τον εαυτό του. Μέσα σε μια σοφά ανακαινισμένη παμπάλαιη ξυλαποθήκη της πόλης, στον αγαπημένο μου χώρο μυσταγωγίας, το Θέατρο Σφενδόνη, ακούγεται η φωνή ενός αυτόπτη μάρτυρα τού παράδοξου Πέμπτου αιώνα. Εκτοξεύεται ξανά ο λόγος του από ένα μικρό θαύμα της φύσης που λέγεται Άννα Κοκκίνου. Στην ίδια γειτονιά που ο ίδιος είχε στοιχειώσει με τα στριφογυρίσματά του, όταν δεν τον έπιανε ύπνος από τους εφιάλτες τού Λιμού και των υδάτινων φερέτρων της Αδριατικής. Δόρατα, σπαθιά, τύμπανα πολέμου, κραυγές πληγωμένων ήχουν σπαραχτικά μέσα στους τέσσερις τοίχους τόσο κοντά στον τόπο όπου ο ίδιος περπάταγε συνεπαρμένος από τα έμμετρα μνημεία που βοούσαν  στο μυαλό του μετά τις παραστάσεις τού γερο-Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. «Ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»…

Η Άννα έχει μεταμφιεσθεί σε ένα άφυλο ον, εξώκοσμο και τεθωρακισμένο πίσω από το μαύρο δερμάτινο όστρακο των μοτοσικλετιστών Αγγέλων της Κόλασης,  που την καλύπτει και ακυρώνει το σώμα της από την κορυφή ως τα νύχια. Πρόσωπο χλωμό και σαν νεκραναστημένο, μαλλιά όρθια που φυτρώνουν σαν φλογίτσες ενός εμπύρετου μυαλού. Το ένα μάτι άσπρο, σαν χυμένο. Γυαλιά με χοντρούς φακούς, σκελετό κομμένο στη μέση, σαν ημικύκλια που το άλλο μισό τους παράπεσε στην αρχαιότητα. Τα πόδια σφηνωμένα σε μαύρα στιβάνια υπάκουα ακινητοποιημένα στις επιταγές της «πολεμικής μηχανής» – έτσι ονομάζει η ηθοποιός την ηλεκτροκίνητη αναπηρική καρέκλα μέσα στην οποία δέχεται τα μηνύματα από το παρελθόν. Η πολεμική μηχανή, μέσα από την οποία εξορμά το μέντιουμ, που θα ανακαλέσει απόψε για μας στη σφενδόνεια συνεδρία τον Πατέρα της Ιστορίας, έχει μεταλλόχρωμα ανάλαφρα φτερά. Τα έχει σχεδιάσει και κατασκευάσει ο μηχανικός, ο ανυπέρβλητος Δημήτρης Κορρές για να τη βοηθήσει να πετάξει. Η ίδια απογειώνεται μ’αυτά και μας παίρνει κι εμάς μαζί της ψηλά, απάνω από τον στρογγυλό κόλπο της Σικελίας, εκεί που έγινε το μεγάλο μακελειό. Την ακολουθούμε πετώντας και ζούμε το θάνατο στη θάλασσα, τόσο μακριά από τα χωρικά μας ύδατα. Ποτέ η Αδριατική δεν υπήρξε πιο μισητή, έτσι όπως την είδαμε με τα φτερά της ηθοποιού.

Η φωνή του ιστορούντος αλλάζει κάθε τόσο. Υπάρχει μια ηχώ σαν εξάπλωση φήμης κακής. Η επανάληψη των λόγων τού Χορού από την αρχαία τραγωδία που παιζόταν τόσα χρόνια απέναντι να ‘ναι; Αναμνήσεις σαν κύματα να ‘ναι που σκάνε αλλεπάλληλα πάνω στην άμμο; Ο Λιμός ψιθυρίζει δαιμονικά την αιγυπτιακή και τη λιβυική του προέλευση. Τον νιώθεις να κατατρώει τα σωθικά των Αθηναίων. Ο αστροδυναμικός Επιτάφιος του Περικλέους ακούγεται τρυφερός σαν δώρο και σαν χάδι. «Φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας…» Οι νεκροί τιμώνται δεόντως. Υπερτερεί η στοργή για τα παλικάρια που θάβονται, για την Αθήνα που τόσο αγάπησε. Απλά, γλυκά και με μηδενική παρουσία στόμφου, η ηθοποιός γίνεται Περικλής και μετά πάλι Θουκυδίδης. Τους ακούμε, τους νιώθουμε, είναι παρόντες. Με τη φωνή της Άννας η κορύφωση της τραγωδίας της Ναυμαχίας στις Συρακούσες.  Φωνές που γυρίζουν «ες αεί»… Θαμμένες μέσα στο κείμενο περιμένουν τη σημερινή φωνή να τις ξαναζωντανέψει. Σε αυτό το κάλεσμα ανταποκρίθηκε η ηθοποιός.  Εποίησεν ήθος… Σε αυτήν χρωστάμε την αναβίωση τού πολύπαθου και τραγικού «Χρυσού Αιώνα». Λίγα βήματα από την πέτρινη αγκαλιά γεμάτη ουρανό όπου τελούνταν οι Διονυσιακοί αγώνες.

Στο τέλος, ένας φίλος από ξένη χώρα που ξέρει από επιστήμη είπε στην Άννα εμπνευσμένος από την παράστασή της: «Πολλά άτομα που αποτελούν το σώμα σου είναι τα ίδια που αποτελούσανε το σώμα του Θουκυδίδη.» Και η Άννα του είπε: «Το αισθάνομαι.» Κι εμείς, οι θεατές, το αισθανθήκαμε ότι το αισθάνεται. Ζωντανή και πάλλουσα, τυλιγμένη  στο κέλυφος του μοτοσικλετιστή, πίσω από μπογιές γκέισας, με το ένα μάτι «χυμένο» και άσπρο σαν τυφλό, έρχεται σαν «μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά» από το τραγικό χτες στο δυσβάσταχτο σήμερα. Η Άννα γίνεται ένας δίαυλος που μας συνδέει άμεσα με τον μοιραίο αιώνα. Ο Θουκυδίδης φτάνει στα αυτιά μας αυτοπροσώπως, προσωπικά, αυτό που λένε οι ξένοι «ιν πέρσον». Ζούμε μέσα στο θέατρο Σφενδόνη την άνομη πολυτέλεια να είμαστε κι εμείς εκεί, στην πιο τραγική ναυμαχία στον κόλπο των Συρακουσών, στα νερά της φυσικής αγκάλης της Σικελίας όπου κατακομματιάστηκαν οι Αθηναίοι. Αν δεν είχε πανσέληνο, και αν δεν είχε γίνει η ολική έκλειψη της σελήνης και αν ο Νικίας δεν ήτανε τόσο προληπτικός και αν δεν είχε αναβάλει την άμεση αναχώρηση τού σμπαραλιασμένου στόλου του από την καταραμένο όρμο, θα ‘χανε σωθεί χιλιάδες ψυχές…

Η Άννα Κοκκίνου καταργεί τον χρόνο. Υπερίπταται με τη φτερωτή της μηχανή πολέμου. Μας καθιστά αυτόπτες μάρτυρες, συγκινημένους και έκπληκτους ωτακουστές των συγκλονιστικών γεγονότων των χρόνων εκείνων.

Εγώ ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος

Θέατρο Σφενδόνη, Μακρή 4, Μακρυγιάννη

Τηλ. 215 515 8968

Απογ.: Τετ., Κυρ. 7 μ.μ.

Βραδ.: Παρ., Σαβ. 8 μ.μ.

Ευφροσύνη Δοξιάδη

Share
Published by
Ευφροσύνη Δοξιάδη